«Οι ρωγμές των εθνικών ταυτοτήτων: η διαμόρφωση της ελληνοαλβανικότητας στην Ελλάδα σήμερα»

Κόστα, Στεφανία Λ.

2024

Μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα στην Αλβανία, η Ελλάδα έγινε προορισμός για εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες που έψαχναν έναν τρόπο να φτιάξουν τη ζωή τους από την αρχή. Κάλυψαν θέσεις εργασίας για τις οποίες τότε η Ελλάδα αναζητούσε εργατικά χέρια. Με αυτόν τον τρόπο οι μετανάστες άρχισαν να ορθοποδούν και να εξοικειώνονται με το νέο τους περιβάλλον. Ωστόσο, το έντονο χριστιανικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, οδήγησε τους Αλβανούς μετανάστες σε δομικές αλλαγές της αλβανικής τους ταυτότητας. Παρά τη σχετική αδιαφορία των Αλβανών απέναντι στις θρησκείες, η ανάγκη για ενσωμάτωση ώθησε πολλούς χιλιάδες μετανάστες να βαπτιστούν ή/και να αλλάξουν τα ονόματά τους. Την περίοδο εκείνη, το να αποκτούσε ένας Αλβανός μετανάστης ελληνικό όνομα, να έκανε κουμπαριές με Έλληνα ή ακόμα να επικαλείτο ελληνική καταγωγή άνοιγε τον δρόμο, σε κάποιες περιπτώσεις θεσμικά, αλλά κυρίως σε κοινωνικό επίπεδο, στην αποδοχή. Παρόλα αυτά, τα πρώτα χρόνια εγκατάστασης των Αλβανών στην Ελλάδα ήταν αρκετά δύσκολα. Από τη μία, στον δημόσιο λόγο επικρατούσε ένα γενικευμένο αίσθημα αλβανοφοβίας, ενώ από την άλλη, το ελληνικό κράτος τούς άφηνε μετέωρους σε ένα μόνιμο καθεστώς αλλοδαπότητας. Απελάσεις και επιχειρήσεις «σκούπα» στο κέντρο της Αθήνας ήταν συχνά φαινόμενα. Συγκρίνοντας την Ελλάδα του 1990 με την Ελλάδα του σήμερα, θα λέγαμε ότι η ελληνική κοινωνία είναι πολύ πιο ανοιχτή απέναντι στο αλβανικό στοιχείο. Πολλοί Έλληνες πολίτες θεωρούν ότι η αλβανική μεταναστευτική κοινότητα έχει πλέον ενσωματωθεί στην ελληνική κοινωνία. Απεναντίας, το ελληνικό κράτος δεν αναπτύσσει τις ίδιες ταχύτητες. Πολλοί Αλβανοί μετανάστες εκφράζουν την αγανάκτησή τους προς το κράτος, επειδή ακόμα και σήμερα, μετά από τριάντα χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, δεν έχει ικανοποιηθεί το αίτημά τους να γίνουν Έλληνες πολίτες. Το ελληνικό κράτος γίνεται πολύ πιο ελαστικό σε ό,τι αφορά τη «δεύτερη γενιά», τα παιδιά αλβανικής καταγωγής, δηλαδή, που γεννήθηκαν ή/και ανατράφηκαν στην Ελλάδα. Για το ελληνικό κράτος τα παιδιά αυτά μπορούν πολύ πιο εύκολα να γίνουν Έλληνες πολίτες, αφού έχουν ελληνική παιδεία. Το βασικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο ότι το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει την ελληνικότητα της δεύτερης γενιάς και τους δίνει το δικαίωμα να αποκτήσουν την ελληνική 8 ιθαγένεια. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα παιδιά αλβανικής καταγωγής στην Ελλάδα αισθάνονται και Έλληνες, και η ελληνική κοινωνία δείχνει, σε μεγάλο ποσοστό, αυτό να το αναγνωρίζει και να το αποδέχεται. Κάποιοι έχουν γεννηθεί, κυρίως, όμως, όλοι έχουν μεγαλώσει στην Ελλάδα. Το σχολείο, οι παρέες με τα παιδιά των Ελλήνων, η χρήση της ελληνικής γλώσσας ήδη από πολύ μικρή ηλικία, τα βιώματα κατά τη διάρκεια εθνικών επετείων είναι παράγοντες που συνέβαλλαν στην ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής τους συνείδησης. Παράλληλα, σε αυτά τα παιδιά υπάρχει και το αλβανικό στοιχείο λόγω της μνήμης. Οι αφηγήσεις από τους γονείς, οι επαφές ακόμη με τον τόπο καταγωγής (έστω και περιστασιακά), η αντίληψη ορισμένων γονέων ότι τα παιδιά τους είναι Αλβανοί αλλά και η ίδια η επιθυμία πολλές φορές της «δεύτερης γενιάς» να έρθει πιο κοντά στις ρίζες της, οδήγησαν στη διαμόρφωση και της αλβανικής εθνικής συνείδησης. Αυτή η συνύπαρξη των δύο ταυτοτήτων στη δεύτερη γενιά αποτελεί μια υβριδική μορφή εθνικής ταυτότητας, που αποδομεί τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την εθνικότητα σύμφωνα με το «δίκαιο του αίματος». Η παρούσα εργασία επιχειρεί, μέσα από συνεντεύξεις με Αλβανούς μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς να σκιαγραφήσει τη διαδρομή αυτής της ενσωμάτωσης, την οποία βίωσαν τόσο διαφορετικά οι δύο γενιές, γεγονός που αντικατοπτρίζει τον δυνατό αντίκτυπο που είχε η αλβανική μετανάστευση στην Ελλάδα, τόσο σε επίπεδο κοινωνίας, όσο και σε επίπεδο κράτους. Παράλληλα, μέσα από συνεντεύξεις με Αλβανούς πολιτικούς και ακαδημαϊκούς, αλλά και μέσω ερωτηματολογίων προς Έλληνες και Αλβανούς πολίτες, επιχειρεί να χαρτογραφήσει τις μεταβολές στις απόψεις Ελλήνων και Αλβανών όσον αφορά την ενσωμάτωση των Αλβανών στην Ελλάδα και την αποδόμηση που αυτή επέφερε στην έννοια της καθαρότητας στις εθνικές ταυτότητες. Η δήλωση που έκαναν πολλά από τα παιδιά αλβανικής καταγωγής, τα οποία συμμετείχαν στην έρευνα «Νιώθω και Έλληνας/Ελληνίδα» είναι η απόδειξη ότι το αλβανικό με το ελληνικό στοιχείο μπορεί να συνυπάρχει ομαλά, δίνοντας ένα νέο περιεχόμενο στην έννοια του «Έλληνα» σήμερα.

Download PDF

View in repository

Browse all collections