Ελληνοσινικές σχέσεις (2004-2012): εικόνες της Κίνας ως "στρατηγικού εταίρου"
Αλαβάνου, Μυρσίνη-Ελένη- Λουκία Ι.
2020
Αντικείμενο της διατριβής είναι η διακρίβωση του τρόπου με τον οποίο η πρόσληψη της Κίνας, όπως την προσδίδουν οι αρμόδιοι φορείς στην Ελλάδα, επηρέασε τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής και την πορεία των διμερών σχέσεων γενικότερα. Εστιάζει στον έλεγχο των περιπτώσεων όπου βασικά ρεύματα που έχουν ορίσει τη δυτική σκέψη, όπως και δυσκολίες στην πληροφόρηση, έχουν αποτελέσει παράγοντες αδυναμίας για τη δημιουργία καθαρής εικόνας, με σύνηθες αποτέλεσμα η πολιτική που χαράζουν τα κράτη να διαμορφώνεται βάσει απλοϊκών ερμηνειών ή των ερμηνειών που απλά αρμόζουν στις περιστάσεις. Ταυτόχρονα διερευνάται ο συσχετισμός μεταξύ των συμπεριφορών Κίνας και δυτικών κρατών στα εξεταζόμενα ζητήματα. Μέσω αυτής της προσέγγισης οριοθετούνται οι προοπτικές των σχέσεων και οι περιορισμοί στις δυνατότητες που διανοίγονται, οι οποίοι απορρέουν από το συσχετισμό δυνάμεων στο διεθνές περιβάλλον, καθώς και τους εσωτερικούς μηχανισμούς των δύο κρατών. Η εξεταζόμενη περίοδος διατείνεται από το 2004, οπότε η ανασύνταξη της εξωτερικής πολιτικής και των δύο πλευρών οδήγησε σε αμοιβαία εκδήλωση ενδιαφέροντος για ανάπτυξη στενότερης διμερούς συνεργασίας, μέχρι και το 2012. Μεγάλο μέρος της περιόδου χαρακτηρίστηκε από την προβολή μίας υπερβάλουσας προσδοκίας από τη σχέση με την Κίνα, η οποία εν μέρει εξυπηρετούσε εσωτερικές ανάγκες, αλλά και αντικατόπτρισε βασικές αδυναμίες στις ελληνικές τακτικές και εκτιμήσεις. Σταματάει στο στάδιο κατά το οποίο άρχισε να διαφαίνεται μία συνειδητοποίηση των πολύ βασικών ορίων και δυνατοτήτων της σχέσης και να παρουσιάζεται αλλαγή πλεύσης στις ελληνικές κινήσεις, βασισμένη σε ρεαλιστικούς στόχους. Υπό αυτή την έννοια, οι εικόνες που εξετάζονται είναι οι προσχηματισμένες, καθώς και όσες σχηματίστηκαν κατά την πρώτη περίοδο των πιο έντονων επαφών και οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση για μετέπειτα κινήσεις, μέχρι και τις μέρες μας. Διερευνώνται οι βασικές αδυναμίες της προσέγγισης μίας πολυσχιδούς σχέσης που αποπειράθηκε να δημιουργήσει η ελληνική πλευρά, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην πιο ασαφή παράμετρο βάσει της οποίας οι αρμόδιοι οριοθέτησαν την ελληνοσινική σχέση και συγκεκριμένα την παρουσίαση της σχέσης ως αυτής δύο ‘στρατηγικών εταίρων.’ Περαιτέρω, η εξέταση εστιάζει στον κατ’ εξοχήν τομέα στον οποίο δημιουργήθηκαν προσδοκίες στο ελληνικό έδαφος μετά την υπογραφή διμερών συμφωνιών τα τελευταία χρόνια, δηλαδή την εμπορική και οικονομική συνεργασία. Έτσι μελετώνται τρεις τομείς που προβλήθηκαν ως οι πιο υποσχόμενοι: οι συμφωνίες παραχώρησης λιμένων, ο τουρισμός και η προώθηση εξαγωγών. Και στις τρεις περιπτώσεις, διερευνάται ο βαθμός στον οποίο η πρόσληψη την οποία προσέδωσε η ελληνική ηγεσία, εν τέλει χαρακτήρισε την εικόνα που πρόβαλε η κινεζική πλευρά στην πράξη, δηλαδή ο βαθμός στον οποίο αντικατόπτρισε ρεαλιστικά δεδομένα και επηρέασε την πορεία των σχέσεων και για τις δύο πλευρές. Στο πλαίσιο της ανάλυσης, αντιπαρατίθενται οι πολυπλοκότητες που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη και διεθνή πολιτική της Κίνας και η ανταπόκριση της διεθνούς κοινότητας σε αυτές, με τις ανασφάλειες που διέπουν τη χάραξη αυτόνομης πολιτικής από μικρά κράτη. Η ανάλυση αυτή αναδεικνύει, έτσι, γενικότερους προβληματισμούς στις ισορροπίες δυνάμεων στο μεταψυχροπολεμικό γίγνεσθαι, αλλά και το ρόλο των κυβερνήσεων στις διακρατικές εμπορικές και οικονομικές συναλλαγέςεντός του διεθνούς πλαισίου του ελεύθερου εμπορίου που επικράτησε.
Download PDF
View in repository
Browse all collections