Η performance art στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση: πολιτικοκοινωνικές συνδηλώσεις στη δημόσια σφαίρα

Σταυρούλη, Mαρία Ι.

2020

Η διδακτορική διατριβή με τίτλο Η performance art στην Ελλάδα (1974-1981): πολιτικοκοινωνικές συνδηλώσεις στη δημόσια σφαίρα, εκπονήθηκε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και πραγματεύεται τα κοινωνικά και πολιτικά συγκείμενα σε ένα σύγχρονο είδος τέχνης που αμφισβήτησε ποικιλοτρόπως την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, κατά τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, εξετάζει, μέσα από τη μελέτη των σημαντικών εκπροσώπων της performance art στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1970, γλύπτης Θόδωρος, Μαρία Καραβέλα, Δημήτρη Αληθεινός και Λήδα Παπακωνσταντίνου, την κριτική αμφισβήτηση του θεσμικού πλαισίου της τέχνης, το νέο συμπεριφορικό μοντέλο στη δημόσια σφαίρα που προτείνει η performance για τον ρόλο του καλλιτέχνη, του θεατή και κατ’ επέκταση του πολίτη, καθώς και τις ιδέες που προκύπτουν με στόχο την ανατροπή κατεστημένων αντιλήψεων, αλλά και την αναζήτηση μιας ρηξικέλευθης πρακτικής αντίληψης για τη σημασία της αυτενέργειας του θεατή-πολίτη στη διαμόρφωση του κοινωνικού δεσμού. Η performance art έλκει τις ρίζες της στις πρακτικές αντι-τέχνης των ρευμάτων της ιστορικής πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα, αλλά ως διακριτό καλλιτεχνικό είδος άκμασε τη δεκαετία του 1970 και εντάσσεται από τους μελετητές στο ρεύμα του μεταμοντερνισμού που καλλιεργούσε μια νέα σύλληψη της τέχνης, μακριά από τους πολιτισμικούς καταναγκασμούς που αποκοινωνικοποιούν τις έννοιες του στυλ, της ιστορικότητας και της πνευματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η performance art - ο όρος στον βρετανικό θεωρητικό λόγο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις performances που προέρχονται από τον εικαστικό τομέα - αποδομεί τις παραδοσιακές μορφές τέχνης, την ιδέα του αριστουργήματος, τους καλλιτεχνικούς θεσμούς και την απουσία κοινωνικού περιεχομένου από το αισθητικό αντικείμενο. Το φαινόμενο αναγνωρίζεται από τα εξής χαρακτηριστικά: τη φυσική παρουσία στον χωροχρόνο και το γεγονός ότι τα χρονικά της όρια άλλοτε είναι προσδιορισμένα και άλλοτε όχι. Αντίθετα με το παραδοσιακό θέατρο δεν βασίζεται σε μια προδιαγεγραμμένη αφήγηση, αλλά ενθαρρύνει την ανοικτή διαδικασία και τη συμμετοχή του κοινού σε αυτή. Βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, την εγρήγορση περισσότερων της μιας αίσθησης, το άλογο στοιχείο και τον συμβολισμό, τη χρήση πολυμέσων και διαφόρων υλικών στη δράση, την πρόκληση και το στοιχείο του παιχνιδιού. Στην Ελλάδα η performance art εμφανίστηκε την περίοδο της χούντας και είχε έντονο ιδεολογικό πρόσημο. Οι βασικές όμως διακυβεύσεις της εντάσσονται στο πλαίσιο τη μεταπολίτευσης, όταν η γενικευμένη δυσαρέσκεια για τη δικτατορία ενθάρρυνε τη δεξίωση ενός νέου ηθικού κώδικα που συντάραξε την Ευρώπη και την Αμερική στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, από ενεργές μειονότητες, κυρίως νεαρούς αμφισβητίες, διανοούμενους και πρωτοποριακούς καλλιτέχνες. Η μεθοδολογία της διατριβής βασίστηκε στην πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα. Η πρωτογενής έρευνα περιλαμβάνει συνεντεύξεις με τους καλλιτέχνες και αρχειακή έρευνα, ενώ η δευτερογενής τη μελέτη βιβλιογραφίας και αρθρογραφίας τεχνοϊστορικού, κοινωνιολογικού και ιστορικού περιεχομένου για την θεωρητική τεκμηρίωση του επιχειρήματος. Στόχος της διατριβής δεν είναι μια ιστορική και αισθητική αποτίμηση του φαινομένου της performance στην Ελλάδα, αλλά η προσπάθεια ανάδειξης και διεύρυνσης των ιστορικών πρακτικών που αποζητούν την ανανοηματοδότηση του πολιτικού μέσω της τέχνης, που διαφαίνεται από τις περιπτώσεις που μελετήσαμε και οι δυνατότητες που διανοίγονται στη μελλοντική διεπιστημονική έρευνα για τη μελέτη της συμβολής της performance art στο ρεπερτόριο δράσης του σύγχρονου ακτιβισμού, τη συγκρότηση ενός νέου συμπεριφορικού μοντέλου μέσα στη δημόσια σφαίρα και τον εκδημοκρατισμό των μουσείων με στόχο την αισθητική και κοινωνική διαπαιδαγώγηση του πολίτη.

Download PDF

View in repository

Browse all collections