Αρχαιολογώντας την terra desiderata: η Μεγάλη Ιδέα των αρχαίων υλικών καταλοίπων
Παυλή, Καλλιόπη Γ.
2012
Η επεκτατική πολιτική με όχημα τα αρχαία υλικά κατάλοιπα αποτελούσε κοινό τόπο στα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη του πρώιμου 20ού αιώνα δεδομένου ότι η αρχαιολογική ερμηνεία, ενταγμένη στα ιδρυτικά συστατικά του κράτους, χειριζόταν τα ευρήματα με την προκρούστεια λογική τής απλοποίησης ή της αφαίρεσης πληροφοριών που διευκόλυνε την προβολή των τρεχουσών εθνοπολιτικών φιλοδοξιών στην εξιστόρηση του παρελθό-ντος. Ταυτόχρονα, οι κυρίαρχες οικονομικοπολιτικές τάσεις στην Ευρώπη ―εθνογένεση και «εθνική ολοκλήρωση», βιομηχανική επανάσταση, αποικιοκρατία―, δημιουργούσαν ή υπογράμμιζαν τις υποθέσεις ποικίλου χαρακτήρα από τις οποίες οι επιστήμονες εμφορούνταν, κι όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός και η ιστορία του νοούνταν μόνον ως «εθνικός πολιτισμός» και ως «εθνική ιστορία». Στην ελληνική περίπτωση, το αξίωμα της Μεγάλης Ιδέας —η κιβωτός κάθε «σοβαρού» κράτους αφού παρείχε το ιδεολογικό οπλοστάσιο για τον θρίαμβο της επέκτασής του—, περιλάμβανε και τις μικρασιατικές αρχαιότητες ως τεκμήρια της «αδιαφοροποίητης» και «ανόθευτης» στους αιώνες ελληνικής «φυλής». Και παρότι, όπως στον Επίλογο εξετάζεται, οι μελέτες του 19ου αιώνα είχαν καταδείξει πως οι Έλληνες δεν ήταν οι μόνοι συντελεστές της ανατολιακής ιστορίας, οι έλληνες αρχαιολόγοι, διακεκριμένα μέλη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, κατέφθασαν με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης στη Μικρά Ασία ενόσω εξελισσόταν η Μικρασιατική Εκστρατεία και προέβησαν σε συστηματικές ανασκαφές στις Κλαζομενές, στην Παλαιά Έφεσο και στη Νύσα, με την πρόθεση να αναδείξουν τον «ηγεμονικό» ελληνικό πολιτισμό που είχε «απορροφήσει» τους «επουσιώδεις» υπόλοι-πους λαούς της Ανατολίας: o «αλυτρωτισμός» απαιτούσε την αφομοίωση της ιστορίας του νέου τόπου που προσαρτούσε με την περιθωριοποίηση των άλλων εθνοτήτων, και κάθε άλλη προσέγγιση θα δημιουργούσε επιζήμιους συμφυρμούς. Πέρα από το χρονικό των ανασκαφών στις παραπάνω αρχαιολογικές θέσεις παρουσιάζεται και η περιήγηση του τμηματάρχη του Αρχαιολογικού τμήματος της Αρμοστείας Σμύρνης στην ενδοχώρα με σκοπό να αξιολογήσει και να περισυλλέξει τέχνεργα που θα εμπλούτιζαν το υπό διαμόρφωση Μουσείο της Σμύρνης. Στην έρευνα ζητήθηκε και η συμβολή της Στρατιάς Μικράς Ασίας, με τους στρατιώτες να συμμετέχουν στις ανασκαφές μέσα από ένα ανακάτωμα μύθου, εθνικής ιδεολογίας και νοσταλγίας. Ενδεικτικές ιστοριογραφικές και αρχαιολογικές προσεγγίσεις ιστορικών-αρχαιολόγων και πολιτικών, δασκάλων και δημοσιογράφων του αστικού Τύπου μαρτυρούν την ιδεολογική και πολιτική πρόθεση να επικαλυφθεί η παρουσία και η συνεισφορά των άλλων ανατολιακών πληθυσμών ώστε να «εξηγηθεί» και η αλόγιστη απόφαση του Επιτελείου για προέλαση προς την Άγκυρα. Η τάση για περιθωριοποίηση του «Άλλου» με όχημα τη φυλετική ιστορική-γεγονοτολογική προσέγγιση επιβιώνει μέχρι σήμερα στο δημόσιο λόγο, όπως και η εργαλειακή χρήση της αρχαιολογίας για την «ταξινόμηση» των αρχαίων κοινωνιών, εκβάλλοντας στο ίδιο πάντα εθνοπολιτικό στερεότυπο, την ανάδειξη της διαχρονικής ανεπάρκειας των «Άλλων» και της ιστορίας τους.
Download PDF
View in repository
Browse all collections