Η αναθεωρημένη οδηγία MiFID II και οι επιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή χρηματοοικονομική αγορά
Ταπεινού, Ελευθερία Β.
2016
Οι διασυνοριακές επιχειρηματικές δραστηριότητες και η διεύρυνση των επενδυτικών διαπραγματευτικών τόπων ήταν το κίνητρο για την δημιουργία μιας διεθνής αγοράς από την έναρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το εύρος της αγοράς αυτής έχει ανάγκη από την θέσπιση κατάλληλων κανόνων και ρυθμιστικών πλαισίων για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας. Μια σειρά από κανονισμούς και νομοθεσίες εφαρμόστηκαν με στόχο την προστασία των επενδυτών από το πολύπλοκο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η MIFID I (2004/39/ΕΚ) που εκδόθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 21 Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων αποτελεί πρόδρομο της MIFID II. Η αναθεωρημένη οδηγία MIFID II ήρθε για να καλύψει τις ανάγκες και τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη χρηματοοικονομική αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την κρίση του 2008. Η ανεπαρκής αξιολόγηση και η έλλειψη πληροφόρησης πολλές φορές οδηγούσε τους επενδυτές σε λάθος εκτιμήσεις χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το ρίσκο του κινδύνου που ενέχει η εκάστοτε επενδυτική κίνηση. Επιπλέον, η ολοένα αυξανόμενη εξέλιξη των χρηματοοικονομικών προϊόντων και η πολυπλοκότητα των επενδύσεων δημιούργησαν έναν πιο επισφαλή τόπο διαπραγμάτευσης. Συνεπώς αποτέλεσε επιτακτική ανάγκη η έκδοση της αναθεωρημένης οδηγίας που πραγματοποιήθηκε από την ολομέλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 15 Μαΐου του 2014 με την Ευρωπαϊκή οδηγία 2014/65/EU (MIFID II) και τον κανονισμό 600/2014 (MIFIR) που ο συνδυασμός και των δύο αποτελούν εν γένει την MIFID II. Τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το 2014 που ψηφίστηκε η νέα οδηγία από την ολομέλεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται στη περίοδο προσαρμογής του κανονιστικού πλαισίου προετοιμάζοντας την ευρωπαϊκή χρηματοοικονομική αγορά να υποδεχθεί την εφαρμογή των νόμων τον Ιανουάριο του 2017. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πλαισίωσε την νέα Οδηγία με τέτοιο τρόπο ώστε να αυξήσει το επίπεδο ανταγωνισμού, να παρέχει υψηλότερο δείκτη προστασίας στους επενδυτές και συνδυάζοντας την με άλλες Οδηγίες και κανονισμούς να δημιουργηθεί μια ενιαία και πιο ασφαλής αγορά παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων. Συνοπτικά οι στόχοι και τα βασικά μέτρα της οδηγίας είναι ενισχυμένοι εσωτερικοί, εξωτερικοί και διακυβερνητικοί έλεγχοι. Ο αυστηρός διακυβερνητικός έλεγχος με την εποπτεία του διοικητικού συμβουλίου, τα νέα συστήματα αρχειοθέτησης καθώς και υποχρεωτική υποβολή εκθέσεων στόχο έχουν τα υψηλά επίπεδα διαφάνειας των επενδυτικών πράξεων. Βασικός πυλώνας της MIFID II αποτελεί η αυξημένη προστασία των επενδυτών σε μια ανταγωνιστική και απαιτητική χρηματοπιστωτική αγορά. Με την εφαρμογή του νέου ενισχυμένου κανόνα δεοντολογίας νέων προϊόντων και την αναδιοργάνωση στη δομή της αγοράς επιτυγχάνεται η λειτουργία μιας υγιούς αγοράς με την προϋπόθεση της διαφάνειας στο εμπορικό περιβάλλον και την προστασία των επενδυτών. Με γνώμονα τις βασικές διατάξεις της MIFID II μπορούν να κατηγοριοποιηθούν οι επιπτώσεις που αναμένεται να προκληθούν στην χρηματοοικονομική αγορά της Ευρώπης. Σημαντικές επιπτώσεις παρατηρούνται στα έσοδα των επενδυτών καθώς δημιουργούνται νέοι τόποι διαπραγμάτευσης αυξάνοντας το επίπεδο ανταγωνιστικότητας. Η προσπάθεια για μεγαλύτερη διαφάνεια θα περιορίσει τον ρόλο των επενδυτών αλλά και την ρευστότητα στην αγορά. Αναφορικά με το κόστος εφαρμογής αναμένεται χαμηλότερο από αυτό της εφαρμογής της αρχικής οδηγίας. Τα νέα συστήματα και η δημιουργία νέων προϊόντων θα οδηγήσει τους επενδυτές αναμφίβολα σε εξωτερικές επενδυτικές εταιρίες. Επιπλέον, θα προκληθούν διάφορες αλλαγές στη δομή της αγοράς, με την εισαγωγή ανταγωνιστικών συστημάτων για την διαπραγμάτευση της τιμής και των νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων. Η διαδικασία της εναρμόνισης θα είναι αρκετά περίπλοκη και δύσκολη στο να προσαρμοστεί σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς και τις σχετικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων. Τέλος η MIFID II δεν είναι απλά μια νέα οδηγία, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα κανονιστικό πλέγμα και να συνδεθεί με μια σειρά από άλλες ευρωπαϊκές ρυθμίσεις αλλά και με μη ευρωπαϊκούς κανονισμούς για την καλύτερη επενδυτική δραστηριότητα. Από την πλευρά τους οι επιχειρήσεις οφείλουν να λάβουν τις απαραίτητες προσαρμοστικές ενέργειες άμεσα, ώστε να μπορούν να επηρεάσουν την πορεία και την ανάπτυξη πρωτοποριακών εργαλείων σε όλους τους τομείς κατέχοντας ανταγωνιστική θέση στην αγορά.
Download PDF
View in repository
Browse all collections