Το δημοκρατικό επιχείρημα και ο μαρξισμός της Δύσης: Λούκατς, Μπλοχ, Αντόρνο

Παπαφράγκου, Γεώργιος Κ.

2018

Η παρούσα διατριβή προτείνει μιαν ανασυγκρότηση των θεωρητικών εγχειρημάτων των Γκέοργκ Λούκατς, Έρνστ Μπλοχ και Τέοντορ Αντόρνο, τριών στοχαστών αντιπροσωπευτικών του ρεύματος του «δυτικού μαρξισμού», βάσει της οποίας και οι τρεις, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, αναπτύσσουν, όσον αφορά στις πολιτικές προεκτάσεις του εγχειρήματός τους, ένα επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, αποπειράται να αντλήσει από αυτή την ερμηνεία διδάγματα σχετικά με την ανάδειξη ενός παρόμοιου εγχειρήματος σήμερα, όσον αφορά την θέση που θα αποδώσει στην δημοκρατία σε κανονιστικό επίπεδο. Η διατριβή αποτελείται από δύο μέρη: Το πρώτο είναι αφιερωμένο στους Λούκατς και Μπλοχ, στοχαστές επηρεασμένους από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες του ρωσικού επαναστατικού πειράματος, και το δεύτερο, στο οποίο αναπτύσσεται εκτενώς η προβληματική του Αντόρνο, η οποία λαμβάνει χώρα μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού προτάγματος με την επικράτηση του ναζισμού. Στο έργο του Λούκατς της δεκαετίας του 1920 ερευνάται η τοποθέτηση του γνωσιολογικού ερωτήματος στο επίκεντρο της ανάλυσής του, καθώς αναμετριέται με το ερώτημα του καντιανού «πράγματος αυτού τούτου» (Ding an sich), δια της θεωρίας της πραγμοποίησης, και της απόδοσης στο προλεταριάτο του γνωσιακού εκείνου πλεονεκτήματος που θα του επέτρεπε την διανοητική προσπέλαση του κόσμου. Αυτή η προσπέλαση, διαπιστώνει η παρούσα διατριβή, αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση ενός προτάγματος κοινωνικής δημοκρατίας από τον Λούκατς, εισαγάγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την διασύνδεση γνωσιολογίας και πολιτικής θεωρίας εντός της μαρξιστικής προβληματικής. Αντιστοίχως για τον Μπλοχ, η ιδιότυπη επιστημολογία του στην Αρχή της Ελπίδας, η οποία θέτει στο επίκεντρό της το Μη-εισέτι-είναι, τον οδηγεί στην παραγωγή μια θεωρίας που επανεισάγει τον ουτοπικό στοχασμό εντός της μαρξιστικής παράδοσης. Αυτή η προβληματική έχει ως τελική συνέπειά της τις ισχυρά κανονιστικές παραδοχές τις οποίες θέτει η αναγόρευση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στην ανώτατη κατηγορική προσταγή, στο μετέπειτα έργο του. Όσον αφορά τον Αντόρνο, η διατριβή επιχειρεί να αναιρέσει τις κατηγορίες που του έχουν απευθυνθεί για ανορθολογισμό και εγκατάλειψη της κανονιστικότητας, προσεγγίζοντας το έργο του ως μια απόπειρα ανασύστασης εμμενούς αυτοκριτικής του λόγου. Έτσι ερμηνεύει την αντορνική αρνητική διαλεκτική ως ένα πρόταγμα κριτικής σκιαγράφησης της δυνατότητας ύπαρξης ενός λόγου, ο οποίος δεν θα είναι υποχρεωμένος να καθυποτάσσει το επιμέρους και το καθέκαστο στο «κακό καθολικό» της κοινωνίας της εκμετάλλευσης. Εντοπίζει εντός της ένα υπόρρητο, αλλά ισχυρό όραμα, την παραγωγή ενός νέου καθολικού, όπου αυτή η κατάσταση θα έχει αρθεί, αίροντας κατ´ αυτόν τον τρόπο τον ανθρώπινο πόνο, εστιάζοντας στις γνωσιολογικές θέσεις που εμπεριέχει η Αισθητική θεωρία και ανακατασκευάζοντας δια μέσου αυτών, ένα δυνητικό αντορνικό δημοκρατικό πρόταγμα. Στον επίλογο επιχειρεί να εξαγάγει συμπεράσματα από την διαπιστωμένη συσχέτιση γνωσιολογίας και πολιτικής φιλοσοφίας στους τρεις στοχαστές, τονίζοντας τις συγκλίσεις, τις αποκλίσεις και τις εντάσεις στο έργο τους, και να προτείνει αυτή την οπτική με μια αντίστοιχη σημερινή απόπειρα.

Download PDF

View in repository

Browse all collections