Η βιώσιμη γεωργία ως μέσο για την επίτευξη της επισιτιστικής ασφάλειας στις χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής, προϋποθέσεις και προοπτικές

Φωτόπουλος, Φώτιος Ι.

2017

Τις τελευταίες δεκαετίες και περισσότερο μετά το πέρας της ψυχροπολεμικής περιόδου παρατηρείται μια προσπάθεια θεσμοθέτησης και περαιτέρω κινητοποίησης της διεθνούς κοινότητας πάνω στο θέμα της ανάπτυξης. Βασικός εκφραστής και πλατφόρμα για αυτές τις ζυμώσεις αναδεικνύεται ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Ο ΟΗΕ μέσω του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου έχει αναλάβει την προώθηση ενός ολοκληρωμένου και παγκόσμιου μοντέλου ανάπτυξης ως απάντηση στα υψηλά ποσοστά φτώχειας (ειδικά της ακραίας μορφής της) και σε ότι αυτό συνεπάγεται για το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του πλανήτη. Σε αυτό το πλαίσιο επιχειρείται μεν, η εξασφάλιση της μέγιστης αποδοτικότητας των οργάνων του Οργανισμού, αλλά ταυτόχρονα και ο συντονισμός μεταξύ αυτών και των υπολοίπων σχετικών οντοτήτων (οργανισμοί οικονομικού χαρακτήρα, ΜΚΟ, πολιτικοί φορείς κλπ.), των Κρατών αλλά πλέον και της κοινωνίας των πολιτών. Η προσέγγιση που ακολουθείται περιλαμβάνει μια σφαιρική θεώρηση τόσο σε σχέση με την έννοια της ευημερίας του ατόμου (ποιοτική και πολύπλευρη εκπλήρωση των ανθρώπινων αναγκών), όσο και σε σχέση με την άποψη ότι η ανάπτυξη πρέπει να εμπεριέχει εξ’ αδιαιρέτου την ισορροπημένη εξύψωση του κοινωνικού περιβαλλοντικού και οικονομικού γίγνεσθαι. Η μέθοδος που ακολουθείται αφορά στην κατάρτιση κειμένων τα οποία θέτουν την βάση της αναπτυξιακής στρατηγικής ενώ στη συνέχεια αφού γίνουν αποδεκτά από τις κυβερνήσεις ξεκινά η διαδικασία εφαρμογής. Το σκέλος της εφαρμογής κατά βάση συνδέεται με την επίτευξη μιας σειράς από στόχους, οι οποίοι σχεδιάζονται για να καλύπτουν τους τομείς που κρίνονται απαραίτητοι για την συνοχή των δράσεων. Το 2000 καθορίστηκαν 8 τέτοιοι στόχοι (Στόχοι της Χιλιετίας), 15ετούς περιθωρίου επίτευξης. Συνέχεια των Στόχων της Χιλιετίας αποτελούν οι 17 Στόχοι της Βιώσιμης Ανάπτυξης, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2030 βασιζόμενοι στο θεσμικό κείμενο «Το Μέλλον που Θέλουμε» (The Future we Want). Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκαν προσπάθειες αντιμετώπισης των σοβαρών αναπτυξιακών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, ο μαστιζόμενος από την αποικιοκρατία παλαιότερα και από το αμείλικτο οικονομικό σύστημα σήμερα, χώρος της Υποσαχάριας Αφρικής (ΥΣΑ) καθώς και των επιπτώσεων αυτών, με σημαντικότερο ίσως αυτό της επισιτιστικής επισφάλειας. Είναι κατανοητό ότι η ΥΣΑ αποτελεί τον ουραγό της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ παράλληλα και εδικά τα επόμενα χρόνια πρόκειται να αναδειχθεί στο βαρόμετρο της αύξησης του ανθρώπινου πληθυσμού του πλανήτη. Ωστόσο, η γεωργική παραγωγικότητα στην ΥΣΑ παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες. Αυτή η κατάσταση επιβαρυνόμενη περαιτέρω από τις επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες αναμένονται ισχυρότερες στην περιοχή, καταδεικνύει την σημασία που αποκτά κάθε δράση υπέρ του εκσυγχρονισμού και της ενίσχυσης του αγροτικού τομέα στην ΥΣΑ. Η άμεση σύνδεση μεταξύ επισιτιστικής ασφάλειας και αγροτικού τομέα, περιλαμβάνει την ακόλουθη σκέψη: όσο μεγαλύτερη είναι η αυτάρκεια τροφής τόσο μικρότερο θα είναι το ποσοστό του πληθυσμού που υποσιτίζεται (αντιστοιχία με την φιλοσοφία της Πράσινης Επανάστασης). Ταυτόχρονα όμως η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα στην ΥΣΑ, μπορεί να αποφέρει πολλαπλά οφέλη στις οικονομίες των χωρών αλλά και στην καταπολέμηση της επισιτιστικής επισφάλειας συνδυαστικά. Αυτό συμβαίνει γιατί, πρώτον: είναι ένας τομέας ο οποίος αποτελεί μεγάλο ποσοστό της οικονομίας, άρα η συνεισφορά του στην αύξηση του ΑΕΠ και στην μείωση της φτώχειας θα είναι αντίστοιχη, δεύτερον: σε αυτόν εργάζεται το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα και το φτωχότερο, άρα θα ωφεληθούν άμεσα αυτοί που έχουν την μεγαλύτερη ανάγκη, τρίτον: μπορεί να αποτελέσει φορέα εκσυγχρονισμού των κοινωνικών δομών μέσω της ενίσχυσης της χειραφέτησης των νέων με την μείωση της ανεργίας, αλλά και των γυναικών αναδεικνύοντας τον ούτως ή άλλως κομβικό τους ρόλο στην παραγωγή. Όντως τις τελευταίες δεκαετίες οι συνέργειες του ΟΗΕ με τους Αφρικανικούς θεσμούς έχουν αποφέρει καρπούς. Συνεργασίες όπως το Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Δυνατοτήτων των Ηνωμένων Εθνών για την Αφρικανική Ένωση (TYCBP-AU), το οποίο από το 2016 ανανεώθηκε σε Συνεργασία για την Ενσωμάτωση και Αναπτυξιακή Ατζέντα (PAIDA) έχουν βοηθήσει στην θεσμική οργάνωση της περιοχής. Κύριο προϊόν αυτής της διαδικασίας αποτελεί η Νέα Εταιρική Σχέση για την Ανάπτυξη της Αφρικής (NEPAD), η οποία εγκρίθηκε ως πρόγραμμα της Αφρικανικής Ένωσης (ΑΕ), στη σύνοδο κορυφής της Λουσάκα (2001). Στο πλαίσιο της NEPAD στο σκέλος που αφορά την αγροτική πολιτική, δημιουργήθηκε το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Ανάπτυξης της Γεωργίας της Αφρικής (CAADP), το οποίο αποτελεί το πολιτικό πλαίσιο της Αφρικής για τον αγροτικό μετασχηματισμό, τη δημιουργία πλούτου, την επισιτιστική ασφάλεια τη διατροφή και την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία για όλους. Παράλληλα εκπονήθηκε και ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο με εντονότερη αφρικανική προέλευση, η Ατζέντα 2063 εναρμονισμένη στις κυριότερες στοχεύσεις της, με τους Στόχους της Βιώσιμης Ανάπτυξης. Υπάρχει όμως στην πραγματικότητα σύμπνοια μεταξύ διακηρύξεων και εφαρμογής και επίσης ο τρόπος που γίνονται τα πράγματα έχει σημασία; Πέρα από την παρουσίαση και ανάπτυξη του προαναφερθέντος πλαισίου, σκοπό της παρούσας εργασίας αποτελεί, πρώτον: ο προσδιορισμός της πραγματικής έννοιας της βιωσιμότητας στον τομέα της γεωργίας, υπό το πρίσμα του νέου αναπτυξιακού μοντέλου που προωθείται από τον ΟΗΕ και δεύτερον: η εξέταση του κατά πόσο οι διαφαινόμενες εφαρμοστέες δράσεις ανταποκρίνονται σε αυτή ή όχι και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Download PDF

View in repository

Browse all collections