Το φαινόμενο της απάτης στις επιχειρήσεις: μία εμπειρική διερεύνηση στις ελληνικές επιχειρήσεις μέσω έρευνας θυματοποίησης

Παπαστεργίου, Κωνσταντίνος Α.

2014

Η απάτη και γενικότερα τα οικονομικά εγκλήματα, αν και πολύπλοκα, παρακολουθούν τις κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις και αναπροσαρμόζονται συνεχώς, με αποτέλεσμα σε κάθε εποχή να παρουσιάζονται με διαφορετική μορφή και ένταση, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα. Γνωρίζοντας ότι η απάτη είναι ένα φαινόμενο που καμία επιχείρηση ή οργανισμός, ανεξαρτήτως τύπου ή μεγέθους, μπορεί να αποφύγει, η παρούσα εργασία - μέσω της εμπειρικής έρευνας που διεξήχθη στις Ελληνικές Επιχειρήσεις - επιδιώκει να προσδιορίσει τα είδη της απάτης που διαπράττονται από και κατά των Ελληνικών Επιχειρήσεων, σε μια προσπάθεια να ενθαρρύνει την εφαρμογή των κατάλληλων εσωτερικών διαδικασιών και μέτρων, με σκοπό τον περιορισμό της θυματοποίησης των επιχειρήσεων εξ΄ απάτης, συμβάλλοντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο σε μια υγιέστερη οικονομία προς όφελος όλων. Η παρούσα διπλωματική εργασία χωρίζεται σε 2 μέρη. Το πρώτο μέρος είναι το θεωρητικό που περιλαμβάνει 5 κεφάλαια ενώ το δεύτερο μέρος που απαρτίζεται από 2 ενότητες, περιλαμβάνει την έρευνα θυματοποίησης εξ΄ απάτης που διεξήχθη στις Ελληνικές επιχειρήσεις με τα αποτελέσματά της και τέλος, τα συμπεράσματα, τους περιορισμούς της έρευνας καθώς και προτάσεις για περαιτέρω μελέτη του φαινομένου. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος αναλύεται η έννοια του οικονομικού εγκλήματος με αναφορές στην αιτιολόγησή του τόσο σε διεθνής, όσο και τοπικές έρευνες στο θέμα αυτό. Παρουσιάζονται συνοπτικά οι διάφορες θεωρίες που αναπτύχθηκαν για το οικονομικό έγκλημα, καθώς και τα χαρακτηριστικά του. Επίσης, γίνεται αναφορά στα θύματα τέτοιων εγκλημάτων, στο κόστος του οικονομικού εγκλήματος και στο «σκοτεινό αριθμό» αυτών. Επιπλέον, γίνεται μια προσπάθεια να σκιαγραφηθεί το προφίλ του δράστη του οικονομικού εγκλήματος μέσα από διάφορες έρευνες, ενώ παρουσιάζονται και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, αναλύοντας παράλληλα τις τρεις συνιστώσες του τριγώνου της απάτης και την εξέλιξή τους. Τέλος, εισάγεται ο ορισμός της επαγγελματικής απάτης με τις τρεις παραμέτρους: Διαφθορά, Ιδιοποίηση Περιουσιακών Στοιχείων και Παραποίηση Οικονομικών Καταστάσεων, και κλείνοντας παρουσιάζονται συνοπτικά έρευνες για το οικονομικό έγκλημα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα, καθώς και στατιστικά στοιχεία μηχανισμών δίωξής του. Το δεύτερο μέρος της Διπλωματικής Εργασίας περιλαμβάνει την έρευνα μαζί με τα αποτελέσματά της, καθώς και τα συμπεράσματα επ΄ αυτών. Συγκεκριμένα, στο μέρος αυτό περιλαμβάνεται το αντικείμενο της έρευνας, οι προηγούμενες έρευνες, το υπό εξέταση δείγμα, οι λόγοι επιλογής του, οι ερευνητικοί στόχοι, η καινοτομία και η μεθοδολογία έρευνας. Στην μεθοδολογία έρευνας περιλαμβάνεται ο τρόπος επιλογής και η διαμόρφωση του ερωτηματολογίου, η δομή και το περιεχόμενό του, ο τρόπος συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων, η χρονική διάρκεια της έρευνας, καθώς και η στατιστική ανάλυση των δεδομένων με τη χρήση του Excel και του SPSS. Επιπροσθέτως, παρουσιάζεται το ποσοστό ανταπόκρισης του δείγματος, καθώς και τα αποτελέσματα. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται ανά μέρος του ερωτηματολογίου που το καθένα αναλύεται ξεχωριστά, ενώ σε ξεχωριστή ενότητα γίνεται η ανάλυση και η παρουσίαση των αποτελεσμάτων για το προφίλ του απατεώνα και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά της απάτης (κόστος, διάρκεια). Τέλος, παρουσιάζονται τα συμπεράσματα και ο σχολιασμός τους, οι περιορισμοί της έρευνας και προτάσεις για περαιτέρω μελέτη του φαινομένου αυτού καθ΄ αυτού, αλλά και των λοιπών παραγόντων που σχετίζονται με αυτό. Είναι προφανές ότι η απάτη και γενικά το οικονομικό έγκλημα, είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο που καμία επιχείρηση ανεξαρτήτου μεγέθους και τύπου δραστηριότητας, μπορεί να αποφύγει ή και να αγνοήσει, λόγω του μεγάλου κόστους της και των τεράστιων συνεπειών της που μπορούν να αποβούν μοιραία για την επιβίωσή της. Στην Ελλάδα, απαιτείται ενεργοποίηση σε προληπτικό επίπεδο τόσο από μέρους των ρυθμιστικών αρχών όσο από μέρους των ΔΣ απέναντι στο φαινόμενο της απάτης, διότι η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία. Οι εταιρείες θα πρέπει να ενθαρρύνονται όχι μόνο στην απλή εφαρμογή ενός Κώδικα Δεοντολογίας και στην ύπαρξη απλώς και μόνο Επιτροπής Ελέγχου, ανίκανης να ανταποκριθεί στο έργο της και να αναλάβει τις ευθύνες της, αλλά να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των αρχών του Κώδικα Δεοντολογίας και η Επιτροπή Ελέγχου να ενθαρρύνεται να αναλάβει το ρόλο και τις ευθύνες της, ανταποκρινόμενη στις αρχές του Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης. Ο εσωτερικός έλεγχος, τα πληροφοριακά συστήματα ελέγχου, ο σχεδιασμός διαδικασιών και ειδικότερα η ανάπτυξη στρατηγικής κατά της απάτης (γραμμές καταγγελιών, χρήση εργαλείων - data analytics κτλ), καθώς και η αξιοποίηση δικανικών λογιστών (forensic accountants), ικανών να εντοπίσουν και να τεκμηριώσουν την απάτη, είναι μερικά μόνο από τα μέσα που κατά την εξέλιξη της κοινωνικοοικονομικής επιχειρηματικότητας, έχουν υλοποιηθεί και εφαρμοστεί, αποτελώντας αναμφισβήτητα, μέσα που ελαχιστοποιούν τη δημιουργία ευκαιριών διάπραξης απάτης, αλλά δεν κάνουν τίποτα για τον περιορισμό του κινήτρου. Επειδή η απάτη και γενικά το οικονομικό έγκλημα, δεν πρόκειται να εξαλειφθεί πλήρως, με όσα μέτρα και μέσα υιοθετηθούν και εφαρμοστούν από τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι ο απατεώνας θα βρει την ευκαιρία, εύκολα ή δύσκολα, (έχοντας κίνητρο/πιέσεις και αναπτύσσοντας εκλογικεύσεις/δικαιολογήσεις) να τη διαπράξει, θα πρέπει να γίνει προτεραιότητα της επιχείρησης η υιοθέτηση μιας εταιρικής ηθικής κουλτούρας κατά της απάτης, που θα εμπνέει την «Κορυφή» και θα διαχέεται προς τη «Βάση» της επιχείρησης και που θα την χαρακτηρίζει η ακεραιότητα και η διαφάνεια (Tone at the top).

Download PDF

View in repository

Browse all collections