Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων ως βασικό εργαλείο περιβαλλοντικής διακυβέρνησης και ενεργειακής μετάβασης: εμπειρίες και προοπτικές
Πανωριάδης, Μιχαήλ Χ.
2020
Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Ρύπων καλύπτει περίπου το 40% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου 11.000 βιομηχανικών εγκαταστάσεων και μονάδων παραγωγής ενέργειας1 των 28 κρατών-μελών της Ένωσης (μέχρι την 3η φάση λειτουργίας του), καθώς και αυτών της Νορβηγίας, Ισλανδίας, Λιχτενστάιν και προσφάτως (2020) της Ελβετίας, για τους τομείς της ενέργειας, της βιομηχανικής παραγωγής και της αεροπορίας (όσον αφορά τις πτήσεις από και εντός των χωρών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ζώνης). Με την συνολική αξία της αγοράς να αυξάνεται από τα €56 (2017) στα €169 (2020) εκατομμύρια και την αντίστοιχη (συνολική) αξία των αγορών σε παγκόσμιο επίπεδο να φτάνει τα €194 εκατομμύριά ($215.1 εκ.), το καθιστά το μεγαλύτερο (τόσο από άποψη κάλυψης και αξίας) και παλαιότερο2 ΣΕΕ στον κόσμο. Τα παραπάνω γίνεται ενδεικτικό σε αντιπαραβολή με τους στόχους της παγκόσμιας πολιτικής ηγεσίας στα πλαίσια της Συμφωνίας των Παρισίων (σε ισχύ από το 2016) για την ανάσχεση της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας κάτω από 2℃ (με περαιτέρω στόχευση για κάτω των 1,5℃), αλλά και της εξάπλωσης των ΣΕΕ ανά τον κόσμο, ιδωμένα ως οικονομικά αποδοτικά (cost-effective) εργαλεία για την εσωτερικοποίηση του περιβαλλοντικού κόστους (κατά την νεοκλασική οικονομική θεωρία), αλλά και από νομικής σκοπιάς, αποτύπωση μιας ξεκάθαρης σχέσης σκοπού και μέσου (υπό την προϋπόθεση θεσπισμένου ορίου). Εντούτοις, τόσο η περιβαλλοντική, όσο και η κοινωνικοοικονομική αποτελεσματικότητα των συστημάτων αυτών (με κύρια περιπτωσιολογική μελέτη/case study το ΕΣΕΔ), εμφανίζεται διφορούμενη από την οικονομική, πολιτική και νομική βιβλιογραφία και ενίοτε έχει αμφισβητηθεί. Δεδομένου αυτού του πλαισίου, κρίθηκε σκόπιμη η προσέγγιση της αποτελεσματικότητας του εργαλείου με μια διεπιστημονική προσέγγιση κατά την οποία ερευνάται το όποιο θετικό περιβαλλοντικό πρόσημο (μείωση των ρύπων ή/και απανθρακοποίηση) συναρτήσει της οικονομικής αποδοτικότητας, στη βάση όμως της ευθυδικίας και της κοινωνικής ευημερίας. Επιπρόσθετα δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει, καθώς, αν και αποτελεί εργαλείο περιβαλλοντικής διακυβέρνησης, εντούτοις αντικατοπτρίζει από την σύλληψη και καθ’ όλη την πορεία λειτουργίας του εκφάνσεις πολιτικών επιρροών, συμφερόντων και συνεπώς ορίων. Τέλος, και υπό το ενδεχόμενο θέσπισης μιας Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, μελετάται η βιωσιμότητά του εργαλείου και η προοπτική συνέχισης του ρόλου του ως «ακρογωνιαίου λίθου» της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής στρατηγικής. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν αυτή της πρωτογενούς έρευνας σε κανονιστικά κείμενα, υποθέσεις (ΔΕΕ), οδηγίες, και εκθέσεις της ένωσης, η διεπιστημονική βιβλιογραφική ανασκόπηση βάσει του προαναφερθέντος ερευνητικού πλαισίου, καθώς και η ποσοτική-εμπειρική και εμπειρική ανάλυση των νομικών, οικονομικών και πολιτικών δεδομένων με μια όσο το δυνατόν αφαιρετική λογική τηρουμένης της επιτρεπόμενης έκτασης. Τα αποτελέσματα της έρευνας σκιαγραφούν ένα υπό εξέλιξη (ημι)νεοκλασικό οικονομικό εργαλείο, αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης, με σαφείς πολιτικές εισροές και προεκτάσεις το οποίο αν και ερείδεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και κατά προέκταση της εσωτερίκευσης του κόστους, εντούτοις δεν ικανοποιεί πλήρως και πάντα τις καίριες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τους καθαυτούς στόχους, η μείωση των ρύπων φαίνεται να επιτυγχάνεται σε αξιοσημείωτο βαθμό (κυρίως λόγω του μειούμενου ορίου της 3ης περιόδου και έπειτα), με την επιφύλαξη ωστόσο της επίδρασης της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 2008-09. Ήσσονος σημασίας αποτελεί και το έτερο σκέλος της στόχευσης του εργαλείου, αυτό της ενεργειακής μετάβασης, του οποίου η μέχρι τώρα αποτελεσματικότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένη λόγω του δωρεάν διαμοιρασμού (για τον βιομηχανικό τομέα), του πλεονάσματος των (εξωτερικών) μονάδων και (συνεπακόλουθα) των μέχρι πρότινος σταθερά χαμηλών τιμών για τα δικαιώματα.
Download PDF
View in repository
Browse all collections