Περιβαλλοντική πολιτική της Ε.Ε. Οι στόχοι και οι παλινωδίες για την λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων: η περίπτωση της Μεγαλόπολης
Φατούρου, Θεοδώρα Χ.
2024
Η δίκαιη μετάβαση είναι αναγκαία για τη διαδικασία απεξάρτησης από τον άνθρακα, αλλά και βασική προϋπόθεση για την επιτυχημένη υλοποίησή της. Βεβαίως, κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και αναπτυξιακές προτεραιότητες, γι’ αυτό και δεν υπάρχει ένα ενιαίο και μοναδικό μοντέλο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε όλες τις περιοχές όπου η εξορυκτική δραστηριότητα πλησιάζει στο τέλος της. Η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας μετάβασης εξαρτάται από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή, τον αρχικό βαθμό εξάρτησης της τοπικής οικονομίας από τις δραστηριότητες εξόρυξης και καύσης λιγνίτη και λιθάνθρακα, την προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων, του εργατικού δυναμικού και της τοπικής κοινωνίας, την ποιότητα και το αποτέλεσμα του κοινωνικού διαλόγου. Κάθε περίπτωση θα πρέπει συνεπώς να αντιμετωπισθεί χωριστά μέσα από ένα σχέδιο μετάβασης που να λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά και τις συνθήκες κάθε περιοχής. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία από άλλες χώρες μας δίνει ορισμένα χρήσιμα στοιχεία. Η μετάβαση είναι μια μακρόχρονη διαδικασία, η οποία απαιτεί πρώτα απ’ όλα στρατηγικό σχεδιασμό και ένα πλαίσιο πολιτικής με σαφείς στόχους και χρονοδιαγράμματα εφαρμογής. Η στρατηγική μετάβασης θα έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να υλοποιηθεί αν έχει τη στήριξη των άμεσα ενδιαφερομένων, οι οποίοι θα πρέπει να εμπλακούν από τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού μέσα από έναν ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Ο κοινωνικός διάλογος δεν περιορίζεται στη θεσμοθετημένη διαδικασία διαβούλευσης κατά την προετοιμασία νομοσχεδίων, δηλαδή στο τελικό στάδιο μιας ρυθμιστικής πρωτοβουλίας, αλλά είναι μια ευρύτερη διαδικασία που απαιτεί χρόνο και ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων με όλους τους εμπλεκόμενους σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Κομβικό ρόλο σε όλη αυτή τη διαδικασία αποτελεί η βούληση της κυβέρνησης να συνεργαστεί, να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας και να βοηθήσει στην ανεύρευση μιας ολιστικής προσέγγισης που να ικανοποιεί τις τοπικές κοινωνίες. Κρίσιμη είναι και η συνεργασία με περιβαλλοντικές οργανώσεις και εργατικά συνδικάτα. Η εξασφάλιση χρηματοδοτικών πόρων είναι επίσης αναγκαία για την επιτυχία της δίκαιης μετάβασης. Στη χώρα μας λειτουργεί ήδη το Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης που χρηματοδοτείται από τα δημόσια έσοδα που προκύπτουν από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων εκπομπών που κατανέμονται στη χώρα, ενώ το νεοσυσταθέν Ευρωπαϊκό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης αναμένεται ότι θα χρηματοδοτήσει με 17,5 δισ. ευρώ τη δίκαιη μετάβαση στα κράτη-μέλη της Ε.Ε., αξιοποιώντας πόρους του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού της περιόδου 2021-2027 (7,5 δισ. ευρώ) και του πακέτου ανάκαμψης από τον κορωνοϊό (10 δισ. ευρώ). Η κατανομή των πόρων ανάμεσα στα κράτη-μέλη τελεί ακόμη υπό διαπραγμάτευση, η οποία έχει εισέλθει σε ένα κρίσιμο στάδιο. Μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο μερίδιο των πόρων προορίζεται για κράτη-μέλη που δεν έχουν αναλάβει φιλόδοξες δεσμεύσεις, όπως η Ελλάδα, πράγμα που οφείλεται στην επιλογή προβληματικών κριτηρίων κατανομής των πόρων του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης τα οποία δεν λαμβάνουν υπόψη ούτε την ταχύτητα με την οποία έχουν δεσμευθεί τα κράτη-μέλη ότι θα αποδεσμευθούν από τον λιγνίτη και τον λιθάνθρακα, ούτε τον βαθμό εξάρτησης των τοπικών οικονομιών από τις δραστηριότητες εξόρυξης και καύσης λιγνίτη και λιθάνθρακα. Εν κατακλείδι, η επιτυχία της δίκαιης μετάβασης προϋποθέτει μια ολιστική προσέγγιση και, κυρίως, συνεργασία και ενεργό συμμετοχή των άμεσα ενδιαφερομένων και των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες θα επηρεαστούν περισσότερο από τις επερχόμενες αλλαγές. Μόνο αν υπάρξει κοινωνική και πολιτική συναίνεση, η δίκαιη μετάβαση θα έχει ελπίδες για μια επιτυχημένη υλοποίηση.
Download PDF
View in repository
Browse all collections