H επίπτωση των μακροοικονομικών μεταβλητών στις συναλλαγματικές ισοτιμίες: μια εμπειρική διερεύνηση

Ορούτση, Ρομάριο Φ.

2023

Η διπλωματική εργασία διερευνά τον αντίκτυπο κρίσιμων μακροοικονομικών μεταβλητών στις συναλλαγματικές ισοτιμίες 24 εθνικών οικονομιών με δεδομένα που καλύπτουν την περίοδο 2002-2021. Οι μακροοικονομικές μεταβλητές που εξετάζονται είναι ο πληθωρισμός, το ύψος του ονομαστικού βραχυχρόνιου επιτοκίου, τα πλεονάσματα ή ελλείματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η ποσότητα χρήματος (μορφής M3) ως ποσοστό του ΑΕΠ, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το ύψος του συνολικού εξωτερικού χρέους. Μεθοδολογία: Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την οικονομετρική ανάλυση των δεδομένων είναι η τεχνική μοντελοποίησης Μερικών Ελαχίστων Τετραγώνων (Partial Least Squares) μέσω Μοντέλων Δομικών Εξισώσεων (Structural Equation Modeling, PLS-SEM). Οι χώρες της ανάλυση είναι τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης την περίοδο 2002-2021, δηλαδή η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Λετονία, η Λιθουανία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Φινλανδία. Επιπλέον, συμπεριλαμβάνονται και η Δανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Σουηδία. Αποτελέσματα και συνεισφορά: Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι θεμελιώδεις μακροοικονομικοί παράγοντες ευθύνονται για το 12,9% της διακύμανσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών των εθνικών νομισμάτων έναντι του δολαρίου στο σύνολο των χωρών που αναλύθηκαν. Ως εκ τούτου, για την καλύτερη πρόβλεψη και διαχείριση του συναλλαγματικού κινδύνου, τα εμπειρικά μας αποτελέσματα τονίζουν καταρχήν την αναγκαιότητα θεωρητικής αναδιάρθρωσης για την παραγωγή ενός πιο ισχυρού μοντέλου που συνδυάζει σημαντικά μακροοικονομικά δεδομένα με άλλες μεταβλητές. Επιπλέον, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι διαχειριστές επιχειρήσεων που επιδιώκουν να τονώσουν την οικονομική μεγέθυνση ή να επιτύχουν άλλους οικονομικούς στόχους, όπως η μεγιστοποίηση των κερδών για τους μετόχους, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι η αύξηση της προσφοράς χρήματος (μορφής Μ3) ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τα αυξανόμενα επίπεδα εξωτερικού χρέους συμβάλλουν στην υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με το δολάριο, ενώ ο πληθωρισμός και τα επιτόκια προκαλούν την ανατίμησή του. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στο σύνολο των υπό μελέτη χωρών ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν βρίσκεται να έχει μια στατιστικά σημαντική επίδραση στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Download PDF

View in repository

Browse all collections