Επιδράσεις της κοινωνικής διδασκαλίας της Kαθολικής Eκκλησίας σε δημόσιους θεσμούς

Δίελλας, Γεώργιος Λ.

2014/02/06

Το θεωρητικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται το αντικείμενο της διατριβής, είναι αυτό των επιστημών οργάνωσης και λειτουργίας της πολιτείας. Ειδικότερα, η βασική προβληματική της διατριβής αφορά την εξέλιξη και διαμόρφωση της πολιτικής και κοινωνικής διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς και την επίδραση που αυτή είχε στη διαμόρφωση της δημόσιας (κρατικής) εξουσίας, πολιτικής και διοίκησης. Ειδικότερα ζητήματα αποτελούν η ανάπτυξη μιας θεωρίας του κράτους, η διάκριση κράτους και κοινωνίας, οι σχέσεις οικονομικής και πολιτικής εξουσίας, η θέσπιση και ο σκοπός της πολιτικής κοινωνίας, το εύρος και οι περιορισμοί των αρμοδιοτήτων της πολιτικής εξουσίας, η υπόδειξη ή η υπονόμευση συγκεκριμένων δημόσιων πολιτικών, η κριτική του δημοκρατικού συστήματος, η αυτονόμηση της κοινωνίας των πολιτών και οι σχέσεις της προς την κρατική εξουσία, η θεμελιώδης αρχή του ¨κοινού καλού¨, η διατύπωση των αρχών της ¨αλληλεγγύης¨ και της ¨επικουρικότητας¨, καθώς και η συμβολή στην ανάπτυξη και οργάνωση της διεθνούς κοινότητας. Μέχρι σήμερα το κύριο βάρος της σχετικής έρευνας έχει δοθεί στη μελέτη της ανάπτυξης πολιτειολογικών θεωριών από σημαντικούς συγγραφείς όπως ο Αυγουστίνος ή ο Θωμάς Ακινάτης, στα αίτια και τις επιπτώσεις του περί περιβολής (de investiture) αγώνα ή σε εξειδικευμένες περιπτώσεις, στη διατύπωση πολιτικών – διοικητικών απόψεων μέσω των specula principum των μεσαιωνικών, χριστιανικών κατά κύριο λόγο, κατόπτρων των ηγεμόνων. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της τάσης ήταν το βάρος να δίνεται πολύ περισσότερο στο regimen regale (τη βασιλική διακυβέρνηση) και τη σχέση της προς το regimen animarum (τη διακυβέρνηση ψυχών) και λιγότερο στο regimen politicum την πολιτική διακυβέρνηση, που αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της έρευνας, στο πλαίσιο της υποβαλλόμενης διδακτορικής διατριβής. Η διατριβή διακρίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο, διακρίνεται σε δύο επιμέρους κεφάλαια, το πρώτο των οποίων αναφέρεται στα ιστορικά προλεγόμενα και περιλαμβάνει την ιστορική εξέλιξη και διαμόρφωση του ιστορικού πλαισίου, με αφετηρία τις πρώιμες απόψεις της Εκκλησίας για την εξουσία και την πολιτειακή συγκρότηση. Ακολούθως εξετάζονται διακεκριμένοι στοχαστές που επηρέασαν καθοριστικά τη σχετική προβληματική, όπως ο Αυγουστίνος, ο Γρηγόριος Α΄ ο Μέγας, ο Γρηγόριος Ζ΄, ο Ιννοκέντιος Γ΄ και ο Θωμάς Ακινάτης. Το δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους προσεγγίζει τη συνάντηση των πολιτειακών απόψεων που διαμορφώθηκαν στο ανωτέρω ιστορικό πλαίσιο με το νεότερο κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται η ιδέα της αντίστασης στην αυθεντία της Εκκλησίας, η θεωρία του Συνοδισμού (conciliarismus), οι επιδράσεις της Μεταρρύθμισης αλλά και της Αντιμεταρρύθμισης. Επίσης προσεγγίζεται η εξέλιξη των σχετικών απόψεων της Εκκλησίας υπό το πρίσμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης και αναλύεται ειδικότερα η περίοδος του 19ου αιώνα και οι πολιτικές προϋποθέσεις ανάπτυξης της κοινωνικής διδασκαλίας. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με ειδικότερη αναφορά στον Πίο Θ΄ και τη διδασκαλία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της Α΄ Συνόδου του Βατικανού. Ως χρονική αφετηρία του δεύτερου μέρους της διατριβής τίθεται η έκδοση της θεμελιώδους κοινωνικής εγκυκλίου Rerum Novarum (περί του εργατικού ζητήματος) του Πάπα Λέοντα ΙΓ΄ το 1891 και πέρας, η εγκύκλιος Caritas in Veritate (περί της ολοκληρωμένης προόδου του ανθρώπου) του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ το 2009. Η εγκύκλιος Rerum Novarum, ακολουθεί την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού (1869 – 1870) και την έκδοση των εγκυκλίων Diuturnum το 1881 (περί των αρχών της κρατικής εξουσίας), Immortale Dei το 1885 (περί του συντονισμού της συνεργασίας Κράτους και Εκκλησίας), Sapientiae Christianae το 1890 (περί των βασικών υποχρεώσεων του χριστιανού πολίτη) και Libertas το 1888 (περί της ελευθερίας του ανθρώπου). Η εγκύκλιος αυτή, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες που αναφέρονται σ’ αυτή την παράγραφο, αποτελεί τη βάση της σύγχρονης Καθολικής κοινωνικής διδασκαλίας και αποδεικνύεται ότι επηρέασε όσο λίγα κείμενα το υπό διερεύνηση ζήτημα. Ακολούθως, εξετάζονται η εγκύκλιος Quadragesimo anno το 1931 (περί του κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος) από τον Πάπα Πίο ΙΑ΄ και οι εγκύκλιοι Mit brennender Sorge το 1937 (περί της καταστάσεως της Καθολικής Εκκλησίας στη ναζιστική Γερμανία) και Divini Redemptoris επίσης το 1937 (περί του άθεου κομμουνισμού). Με τη μελέτη των πηγών αυτών, ολοκληρώνεται η περίοδος της έρευνας που καλύπτει το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Ακολούθως εξετάζονται οι εγκύκλιοι Mater et Magistra το 1961 (περί των νεωτέρων εξελίξεων του κοινωνικού προβλήματος) και Pacem in Terris το 1963 (περί της ειρήνης όλων των εθνών) του Πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, τα πορίσματα (δογματικές και ποιμαντικές διατάξεις και μηνύματα) της Β΄ Συνόδου του Βατικανού 1962 - 1965, οι εγκύκλιοι Populorum Progressio το 1967 (περί της ανάπτυξης των λαών) και Octogesima Adveniens το 1971 (για τα ογδόντα χρόνια από την εγκύκλιο Rerum Novarum) του Πάπα Παύλου Στ΄ και οι εγκύκλιοι Laborem exercens το 1981 (περί της ανθρώπινης εργασίας) και Sollicitudo rei socialis το 1987 (περί της κοινωνικής μέριμνας) του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄. Η περίοδος αυτή καλύπτει το χρονικό διάστημα του ψυχρού πολέμου που ακολουθεί τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και ολοκληρώνεται συμβολικά με την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989. Στη συνέχεια μελετώνται οι εγκύκλιοι Centesimus annus το 1991 (περί του εργατικού ζητήματος) και Socialium Scientiarum το 1994 περί της ίδρυσης ποντιφικής ακαδημίας κοινωνικών επιστημών) του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β΄ και οι εγκύκλιοι Deus Caritas est το 2005 (περί της χριστιανικής αγάπης) και Caritas in Veritate το 2009 (περί της ολοκληρωμένης προόδου του ανθρώπου) του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄. Την περίοδο αυτή μελετάται επίσης η αποστολική διάταξη Fidei Depositum το 1992 (για τη δημοσίευση της Κατήχησης της Καθολικής Εκκλησίας) του Ιωάννη Παύλου Β΄ και η συνοπτική της εκδοχή που δημοσιεύθηκε με ιδιόβουλο του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ το 2005. Σημαντικά ζητήματα που ερευνώνται παράλληλα και που αν και χρονικά εντάσσονται στις ανωτέρω περιόδους, εντούτοις έχουν οριζόντια επίδραση στον πυρήνα της έρευνας, αποτελούν: η εμφάνιση και λειτουργία της χριστιανοδημοκρατίας σε πολλές αστικές κοινωνίες, η οργάνωση δυναμικών κινήσεων της κοινωνίας των πολιτών (π.χ. Action Catholique) και η ιστορική εξέλιξή και επίδρασή τους στο υπό μελέτη ζήτημα, η ίδρυση του κράτους του Βατικανού το 1929 και η επίδραση της διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Αγίας Έδρας (π.χ. υπογραφή κονκορδάτων κ.λπ.), η πολιτική οργάνωση αυτού του κράτους, το οργανωτικό - διοικητικό μοντέλο της Καθολικής Εκκλησίας και η συγκριτική του ανάλυση στο πλαίσιο των διοικητικών συστημάτων, το φαινόμενο του χριστιανικού κοινωνισμού, η σταδιακή ανάπτυξη της ¨θεολογίας της απελευθέρωσης¨ και η επίδρασή της τόσο επί της καθόλου κοινωνικής διδασκαλίας όσο και ειδικότερα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, η πτώση του ανατολικού συνασπισμού, η συμβολή της Καθολικής Εκκλησίας στην ίδρυση διεθνών οργανισμών, κ.α. Η διατριβή περιλαμβάνει δύο excursus, το πρώτο των οποίων αναφέρεται στην έννοια της εργασίας στην κοινωνική διδασκαλία και το δεύτερο στη σχέση της κοινωνικής διδασκαλίας με την παγκόσμια οικονομική κρίση. Ακολουθούν τα συμπεράσματα και η αναλυτική παράθεση των πηγών και της σχετικής βιβλιογραφίας. Η διατριβή ολοκληρώνεται με ένα εκτενές παράρτημα στο οποίο δημοσιεύεται για πρώτη φορά η μόνη αντίστοιχη (από μεθοδολογικής απόψεως) προσέγγιση των ζητημάτων που τίθενται στο πλαίσιο της κοινωνικής διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας, εκ μέρους της Ανατολικής Εκκλησίας και ειδικότερα οι αρχές του κοινωνικού δόγματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο βασικός προβληματισμός και οι υποθέσεις εργασίας της έρευνας, που ακολουθεί την περιγραφική – ιστορική προσέγγιση, υπήρξαν αφ’ ενός η ανάδειξη και κωδικοποίηση των θεμελιωδών πτυχών της καθολικής κοινωνικής διδασκαλίας και η επιβεβαίωση της συγκρότησης μιας συγκεκριμένης πολιτειολογικής πρότασης εκ μέρους της και αφ’ ετέρου η διερεύνηση της θεωρητικής – ιδεολογικής αλλά και πρακτικής επίδρασής της στην δυτική πολιτειολογία. Η σημασία των αποτελεσμάτων έγκειται στην κάλυψη του κενού που υφίσταται σήμερα σε επίπεδο βιβλιογραφίας γύρω από το ζήτημα και η ανάδειξη επιμέρους θεμάτων που εντάσσονται στα επιστημονικά πεδία της ιστορίας των θεσμών, της συγκριτικής ανάλυσης διοικητικών συστημάτων, και της δημόσιας διοίκησης και πολιτικής. Η μεθοδολογία της έρευνας βασίστηκε πρωτίστως στην μελέτη των πρωτογενών πηγών (εγκύκλιοι, αδημοσίευτα κείμενα, κ.α.), στην ιστορική τους εξέλιξη, συνδυαστικά με τη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας.

Download PDF

View in repository

Browse all collections