Η υψηλή στρατηγική της Κίνας στο ζήτημα της Ταϊβάν
Παπακαλοδούκας, Φραγκίσκος Ν.
2024
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η ανάλυση των σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν υπό το πρίσμα της υψηλής στρατηγικής του Πεκίνου στο ζήτημα της Ταϊβάν καθώς και της ανάδειξης της Κίνας ως περιφερειακής δύναμης στον χώρο της Ανατολικής Ασίας. Η Κίνα θεωρεί πως η Ταϊβάν, που ακολουθεί τον δικό της ανεξάρτητο δρόμο από το τέλος του κινεζικού εμφυλίου πολέμου το 1949, αποτελεί επαρχία της. Η Κίνα είναι αποφασισμένη να αποτρέψει την ανεξαρτησία της Ταϊβάν και τελικά να εξασφαλίσει την ένωσή της με την ηπειρωτική χώρα. Σε κινέζικα στρατιωτικά εγχειρίδια, μάλιστα, έχει γραφτεί πως η ενσωμάτωση της Ταιβάν θα τερματίσει εντελώς την στρατιωτική αντιπαράθεση στα στενά της Ταϊβάν. Ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής της Κίνας παραμένει η «Αρχή της Μίας Κίνας». Για την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας, η ενσωμάτωση της Ταϊβάν έχει το χαρακτήρα ενός καθήκοντος που πρέπει να εκπληρωθεί. Η προτιμητέα στρατηγική παραμένει η ειρηνική ενοποίηση. Δηλαδή η Ταϊβάν να συναινέσει στην ενσωμάτωσή της με την Κίνα, με βάση την αρχή «μία χώρα, δύο συστήματα». Αν και οι Κινέζοι ηγέτες τονίζουν την αποφασιστικότητά τους να επιλύσουν ειρηνικά τις διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών στα Στενά της Ταϊβάν, το Πεκίνο ποτέ δεν απέκλεισε τη χρήση βίας κατά της Ταϊβάν. Αυτό διαμηνύει το Πεκίνο προς τους υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της νήσου, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να τους αφήσει «κανένα περιθώριο κινήσεων». Δεν είναι λίγες οι φορές που οι κάτοικοι της Ταιβάν έχουν ζητήσει αυτονόμηση από την Κίνα. Καθώς όμως το Πεκίνο λαμβάνει κατασταλτικά μέτρα στο Χονγκ Κονγκ και ευρύτερα σε ολόκληρη τη Κίνα, οι κάτοικοι του νησιού θεωρούν τους εαυτούς τους αποκλειστικά Ταϊβανέζους και η συντριπτική πλειοψηφία τους, απορρίπτει το μοντέλο «μία χώρα, δύο συστήματα». Φυσικά αυτό δεν θα μπορούσε να περάσει αναπάντητο από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, το οποίο επανειλημμένως έχει δηλώσει ότι κάτι τέτοιο ούτε λίγο ούτε πολύ θα σήμαινε πόλεμο. Καθώς η Κίνα γίνεται ισχυρότερη οικονομικά και στρατιωτικά, και αναδεικνύεται σε σημαντική περιφερειακή και παγκόσμια δύναμη, ορισμένοι παρατηρητές ανησυχούν ότι το Πεκίνο μπορεί να επιλέξει να επιδείξει αποφασιστικότητα με τρόπο που θα διαταράξει την ευαίσθητη ισορροπία του Στενού της Ταϊβάν. Οποιαδήποτε στρατιωτική δραστηριότητα μεταξύ Κίνας-Ταϊβάν θα διαταράξει την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού, δημιουργώντας κρίση στη διεθνή σκηνή καθώς το Στενό είναι ένας από τους σημαντικότερους παγκόσμιους εμπορικούς δρόμους. Την ίδια στιγμή το Πεκίνο δεν αγνοεί το οικονομικό κόστος και τις συνέπειές μιας πολεμικής επιχείρησης εναντίον της Ταϊβάν. Μία τέτοια ενέργεια εγκυμονεί τον κίνδυνό να επιβληθούν στην Κίνα ισχυρές οικονομικές και πολιτικές κυρώσεις καθώς και τον κίνδυνο αποκλεισμού της από τις διεθνείς αγορές. Σε όλα αυτά προστίθεται και το ενδεχόμενο της στρατιωτικής εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) υπέρ της Ταϊβάν. Επισήμως, η Ουάσιγκτον υποστηρίζει την «Πολιτική της Μίας Κίνας», αναγνωρίζοντας μόνο την κυβέρνηση του Πεκίνου ενώ δεν έχει επίσημους δεσμούς με την Ταϊπέι. Αν και οι ΗΠΑ δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, έχουν μια ισχυρή ανεπίσημη σχέση. Επιπλέον οι ΗΠΑ έχουν δεσμευτεί να προμηθεύουν την Ταϊβάν με «αμυντικά» όπλα. Το Πεκίνο έχει επανειλημμένα προτρέψει την Ουάσιγκτον να σταματήσει την πώληση όπλων και τις επαφές με την Ταϊπέι. Η Ουάσιγκτον έχοντας υιοθετήσει την πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας», παραμένει σταθερά αντίθετη σε οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια, από οποιαδήποτε πλευρά, για αλλαγή του status quo, που κατά τον ορισμό της Ουάσιγκτον είναι η διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά. Αυτό το διττό μήνυμα σημαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν θα ανεχτούν τη χρήση βίας από το Πεκίνο, ούτε θα επιτρέψουν στην Ταϊβάν να ακολουθήσει προκλητικές πολιτικές που θα έχουν αποσταθεροποιητικές συνέπειες.
Download PDF
View in repository
Browse all collections