Οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας στις σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών
Παπακυριάκου, Παναγιώτα
2011
Με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας μέσα από τη συχνή αναφορά τους σε διατάξεις και με το προσαρτημένο στη Συνθήκη Πρωτόκολλο σχετικά με την εφαρμογή των αρχών. Αυτό δεν είναι τυχαίο αν αναλογιστεί κανείς το ρυθμό αύξησης του όγκου των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί και συνεχίζουν να ανατίθενται -ρητά ή και σιωπηρά- στην Ένωση στον μισό και πλέον αιώνα του βίου της. Μέσα σε μια ΕΕ η οποία τα τελευταία χρόνια έχει έρθει αντιμέτωπη με το διογκούμενο πρόβλημα του δημοκρατικού ελλείμματος, οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας καλούνται να επιφέρουν την πολυπόθητη ισορροπία στην κατανομή των αρμοδιοτήτων και στα μέσα άσκησής τους μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών.Στο πρώτο μέρος της παρούσας εργασίας παρουσιάζονται τα βασικότερα σημεία της εφαρμογής και του ελέγχου των αρχών τόσο από τα ενωσιακά θεσμικά όργανα και το Δικαστήριο, όσο και από τα εθνικά κοινοβούλια. Ειδικότερα, σε επίπεδο προληπτικού ελέγχου, ο έλεγχος εφαρμογής των αρχών ανατίθεται στην Επιτροπή, η οποία όμως είναι ταυτόχρονα κρινόμενος και κριτής και έχει επομένως το κίνητρο να προβεί σε περιορισμένη εφαρμογή των αρχών. Στην προνομοθετική φάση ωστόσο εμπλέκονται πλέον και τα εθνικά κοινοβούλια τα οποία αναλαμβάνουν το ρόλο του θεματοφύλακα των αρχών μέσα από το σύστημα «έγκαιρης προειδοποίησης» που εισάγει το Πρωτόκολλο για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Όσον αφορά το ρόλο του ΔΕΚ αναλύονται τα βασικότερα χαρακτηριστικά της νομολογίας του Δικαστηρίου σε σχέση με τις εν λόγω αρχές, καθώς και το εύρος που δύναται να λάβει ο έλεγχος της εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας με βάση το Πρωτόκολλο της Λισσαβώνας.Στο δεύτερο μέρος εντοπίζονται μέσα από τις διατάξεις των Συνθηκών οι αρχές και οι διαδικασίες οι οποίες δρουν προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, λειτουργώντας ως αντίβαρο στο έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης της ΕΕ. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται οι διατάξεις που προβλέπουν την αύξηση της ροής πληροφοριών προς τα εθνικά κοινοβούλια, την ενδυνάμωση του ρόλου των τελευταίων στις διαδικασίες αναθεώρησης των συνθηκών, το να λαμβάνεται υπόψη η περιφερειακή και τοπική διάσταση κάθε δράσης, καθώς και η αρχή του σεβασμού των εθνικών ταυτοτήτων των κρατών μελών. Στον αντίποδα βρίσκονται οι δράσεις που ενδέχεται να δημιουργήσουν προσκόμματα στην εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας και συνδέονται με την «υφέρπουσα» αρμοδιότητα της ΕΕ, όπως είναι οι δυνατότητα που έχει η τελευταία να αναλαμβάνει σε ορισμένους τομείς υποστηρικτικές, συντονιστικές και συμπληρωματικές δράσεις, η λειτουργία της ρήτρας ευελιξίας του άρθρου 308 ΣΕΚ και, υπό προϋποθέσεις, οι νέες μέθοδοι διακυβέρνησης. Λαμβανομένου υπόψη λοιπόν του γεγονότος ότι η αρχή της επικουρικότητας συνιστά κατά κύριο λόγο πολιτική αρχή και εφόσον τα εργαλεία υπάρχουν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του ρόλου των κρατών μελών είτε προς την αντίθετη κατεύθυνση, αυτό που μένει να διαπιστώσει κανείς είναι πως θα διαμορφωθεί η κυρίαρχη πολιτική βούληση στην ΕΕ αναφορικά με την κατανομή και άσκηση των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο εθνικό και το υπερεθνικό επίπεδο.
Download PDF
View in repository
Browse all collections