«Πώς να επανασυνδέσεις το νήμα που κόπηκε πριν 30 χρόνια;». Ο επαναπατρισμός των ελλήνων πολιτικών προσφύγων 1974 – 1989

Παπαγεωργάκης, Παναγιώτης (Άγης) Δ.

2023

Το τέλος του εμφυλίου οδήγησε χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στον εκπατρι-σμό. Η πολυπληθής κοινότητα των ελλήνων παρτιζάνων έζησε για δεκαετίες στις σο-σιαλιστικές χώρες, καθώς το κόμμα το οποίο την εκπροσωπούσε πλειοψηφικά υπήρξε για πολύ καιρό, όπως και άλλα κομμουνιστικά κόμματα, κόμμα εξόριστων. Όταν το 1974 εξέλειψαν οι πολιτικοί λόγοι του εκπατρισμού, η κοινότητα των ελλήνων παρτι-ζάνων και των απογόνων της αποφάσισε, πλειοψηφικά, να επαναπατριστεί. Η από-φαση για επιστροφή, βέβαια, δεν ήταν πάντα εύκολη, ειδικά για τις νεότερες γενιές, οι οποίες επέστρεφαν σε μια χώρα που είτε θυμούνταν αμυδρά, είτε δεν είχαν γνωρίσει ποτέ. Ζητήματα ιθαγένειας, στεγαστικής, ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής απο-κατάστασης αλλά και εργασιακής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής προσαρ-μογής απασχόλησαν καθολικά το σύνολο των 45.000 πολιτικών προσφύγων που επέ-στρεψαν στην Ελλάδα από την ΕΣΣΔ και το ανατολικό μπλοκ. Όπως συνέβη στη φά-ση του εκπατρισμού, της εγκατάστασης και της παραμονής στις χώρες φιλοξενίας, έτσι και στη φάση του επαναπατρισμού η κοινότητα των επαναπατρισθέντων ανακί-νησε εργαλεία και στρατηγικές επιβίωσης για να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα. Χα-ρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι σύλλογοι των επαναπατρισθέντων. Προκει-μένου να κατανοήσουμε τη δράση αυτών των συλλόγων, την πολιτική φυσιογνωμία και την ανθρώπινη γεωγραφία τους, θα πρέπει να εξετάσουμε ταυτόχρονα τόσο την εμβρυακή και εφηβική τους μορφή στα χρόνια της εξορίας, όσο και την ενήλικη και ώριμη εκδοχή τους, τοποθετημένη στο ζωηρό και διεκδικητικό περιβάλλον της μετα-πολιτευτικής Ελλάδας. Όσον αφορά το ελληνικό κράτος, η έλευση χιλιάδων ελλήνων πολιτών δημιουργούσε την ανάγκη ανακίνησης μεθόδων περίθαλψης, αποκατάστα-σης, πρόνοιας και ενσωμάτωσης, μεθόδους που η Ελλάδα είχε να χρησιμοποιήσει από το 1922. Μπροστά σ’ αυτές τις προκλήσεις η στάση του ελληνικού κράτους κινούταν μεταξύ αμηχανίας και αδυναμίας, καθώς η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής πληθυσμών. Αυτό άλλωστε αποδείχθηκε και τα επόμε-να χρόνια, όταν χιλιάδες Βαλκάνιοι και πολίτες των πρώην ανατολικών κρατών ξα-νασυναντούσαν τους επαναπατρισθέντες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ελλάδα όχι ως οικοδεσπότες αλλά ως φιλοξενούμενοι μετανάστες. Όσον αφορά τους ίδιους τους ε-παναπατρισθέντες πολιτικούς πρόσφυγες και την κοινότητά τους, προκύπτουν ορι-σμένα ερωτήματα, όπως: αποτέλεσαν άραγε οι επαναπατρισθέντες μια συμπαγή ομά-δα; Η ηλικία, η χώρα παραμονής, το επάγγελμα, η μόρφωση, το φύλο, η γλώσσα, η ιδεολογία αποτελούσαν δευτερεύουσες πτυχές της ισχυρής ταυτότητας των «γκρέκι παρτιζάνι» ή έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δυνατότητα, στην απόφαση και στο χρό-νο επιστροφής καθώς και στο βαθμό προσαρμογής μετά τον επαναπατρισμό; Γιατί άραγε δεκάδες χιλιάδες έκπτωτοι του ελληνικού αστικού κράτους επιθυμούσαν να επιστρέψουν; Υπερίσχυσαν κίνητρα πολιτικά και συναισθηματικά ή οικονομικά; Μή-πως ήταν ένας συνδυασμός των παραπάνω κινήτρων; Όποιος λόγος και αν επικράτη-σε, οι έλληνες παρτιζάνοι, τα παιδιά και τα εγγόνια τους προσδοκούσαν, όπως και κάθε μετακινούμενη ομάδα, να ζήσουν καλύτερα μετά τον επαναπατρισμό τους. Α-σχέτως αν οι προσδοκίες αυτές, σε πολλές περιπτώσεις, διαψεύστηκαν, οι επαναπα-τρισθέντες αποκαταστάθηκαν εν τέλει ηθικά και υλικά και προσαρμόστηκαν στην ελληνική κοινωνία. Αποφασιστικός παράγοντας αυτών των εξελίξεων υπήρξε η επι-μονή, το πείσμα και οι αγώνες των ίδιων των επαναπατρισθέντων. Άλλωστε πολλοί απ’ αυτούς, ιδίως η μεγαλύτερη γενιά, είχε μάθει να λειτουργεί μ’ αυτόν τον τρόπο ήδη από τη δεκαετία του ’40.

Download PDF

View in repository

Browse all collections