Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ στην οικονομική κρίση: η εξέλιξη της οικονομίας και του βιοτικού επιπέδου των πολιτών στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1992–2008
Καραϊσκάκης, Χρήστος Γ.
2020
Η παρούσα εργασία έχει στόχο να μελετήσει τα στοιχεία της οικονομικής μεγέθυνσης που επιτεύχθηκε κατά την περίοδο 1992 – 2008 σε συνδυασμό με την πορεία του βιοτικού επιπέδου στη χώρα κατά την ίδια περίοδο. Το κύριο ζητούμενο είναι το αν και κατά πόσο η μεγέθυνση της οικονομίας επέδρασε στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών, με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να κάνουμε λόγο για ανάπτυξη της κοινωνίας. Από την έρευνα προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δε συνέβη. Επιβεβαιώνεται δηλαδή η άποψη στην βιβλιογραφία, σύμφωνα με την οποία η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), από μόνη της δε συνεπάγεται και τη βελτίωση των όρων ζωής των πολιτών. Ιδιαίτερα αν ορίζουμε ως βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και τη μείωση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων, στοιχείο το οποίο θεωρούμε θεμελιώδες και αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης. Από τη μελέτη των στοιχείων της ελληνικής οικονομίας, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια τυπική περίπτωση καπιταλιστικής μεγέθυνσης της οικονομίας μιας χώρας που βρίσκεται σε ενδιάμεση και εξαρτημένη θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η εξάρτηση αυτή βάθυνε ακόμα περισσότερο κατά την περίοδο αναφοράς ως αποτέλεσμα της ένταξης της χώρας στην ΕΕ και στην ΟΝΕ. Δίπλα λοιπόν στην αύξηση του ΑΕΠ συνυπήρχαν χαρακτηριστικά της οικονομίας, όπως για παράδειγμα το ισοζύγιο πληρωμών, που μαρτυρούν τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και την κατάσταση τόσο του πρωτογενούς όσο και του δευτερογενούς τομέα παραγωγής. Παράλληλα και παρά την αύξηση του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος της χώρας αυξανόταν σε απόλυτα μεγέθη και παρέμενε σταθερό, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ το τραπεζικό σύστημα προχώρησε σε κινήσεις που υποθήκευσαν τη δυνατότητα εγγύησης της απρόσκοπτης λειτουργίας του στο μέλλον. Αντίστοιχη είναι η εικόνα των δημοσιονομικών δεικτών με τα δημόσια έσοδα να αποτελούν ένα από τα βασικά προβλήματα της οικονομίας. Το φορολογικό σύστημα στη χώρα προσανατολίστηκε στην άντληση εσόδων μέσω έμμεσων φόρων, στην αύξηση των βαρών για τους μισθωτούς και στη μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις και τα κέρδη. Σε ότι αφορά στην κατανομή του πλούτου που παράχθηκε διαπιστώνουμε την αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων, αφού το μερίδιο των κερδών ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε σε σχέση με εκείνο των μισθών. Με αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις καρπώθηκαν σχεδόν το σύνολο της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας η οποία ενισχύθηκε σημαντικά την συγκεκριμένη περίοδο. Στην προσπάθεια μας να ερευνήσουμε το αν και κατά πόσο η μεγέθυνση που επιτεύχθηκε μπορεί να μεταφραστεί σε ανάπτυξη, μελετήσαμε την εξέλιξη κρίσιμων – κατά την άποψη μας – πεδίων της κοινωνικής πραγματικότητας τα οποία προσδιορίζουν σε σημαντικό βαθμό το βιοτικό επίπεδο. Τα πεδία αυτά είναι: η φτώχεια και οι οικονομικές ανισότητες, οι εργασιακές σχέσεις, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση και η παιδεία. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι δεν υπήρχε θετική επίδραση της οικονομικής μεγέθυνσης σε αυτά τα πεδία. Ακριβέστερα, σε κάποια από αυτά επικρατεί στασιμότητα ενώ σε άλλα εντοπίζουμε επιδείνωση. Πιο συγκεκριμένα οι δείκτες φτώχειας δε φαίνεται να επηρεάζονται από την αύξηση του ΑΕΠ, ενώ η ψαλίδα των ανισοτήτων δείχνει να μεγαλώνει. Το πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων μεταβάλλεται προς το δυσμενέστερο για τους εργαζόμενους, χειροτερεύοντας με αυτό τον τρόπο τους όρους και τις συνθήκες εργασίας. Η αύξηση των δαπανών για την υγεία - αποτέλεσμα και της οικονομικής μεγέθυνσης – δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως βελτίωση του επιπέδου των υπηρεσιών υγείας, επειδή κατά βάση προέρχεται από τη σημαντική αύξηση των ιδιωτικών δαπανών στον χώρο αυτό, μετατρέποντας έτσι την υγεία από κοινωνικό δικαίωμα σε εμπόρευμα. Στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, η περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιδείνωση των κοινωνικό – ασφαλιστικών δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας μέσω της μείωσης των συντάξιμων αποδοχών και της αύξησης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Τέλος, στην εκπαίδευση, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1997 μάλλον αυξάνει τους ταξικούς φραγμούς στην πρόσβαση σ’ όλες τις βαθμίδες, ενώ είναι λανθασμένη η ερμηνεία της αύξησης των εισακτέων στα Πανεπιστήμια ως ενίσχυση της ισότητας των ευκαιριών, αφού αφενός η αύξηση αυτή είναι ετεροβαρής για τα φτωχότερα στρώματα και αφετέρου υπάρχει σοβαρό ζήτημα ανισοκατανομής του φοιτητικού πληθυσμού, με τους φοιτητές που προέρχονται από τα πλουσιότερα οικονομικά στρώματα να στελεχώνουν κατά μεγάλη πλειοψηφία τα ιδρύματα υψηλού κύρους και μεγάλης ζήτησης. Με βάση τα παραπάνω, η–ομολογουμένως- σημαντική μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας, κατά την περίοδο 1992-2008, δεν συνοδεύτηκε από εκείνα τα χαρακτηριστικά τόσο στο οικονομικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο, ώστε να κάνουμε λόγο για ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας.
Download PDF
View in repository
Browse all collections