Η επιρροή της εξαρτημένης μεταβλητής της θρησκείας στην εξωτερική πολιτική του Ιράν

Μαρμάρου, Χριστόδουλος Θ.

2014

Από το 1925 με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Παχλαβί στη χώρα και μέχρι την Ιρανική επανάσταση του 1979, το Ιράν αποτελούσε μια εξωστρεφή σε γενικές γραμμές χώρα, με την ηγεσία του να αναπτύσσει δεσμούς με το δυτικό κόσμο. Άλλωστε η χώρα αυτή αποτελούσε πεδίο συμφερόντων από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα για την Αγγλία, τη Ρωσία και λίγο πριν το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις ΗΠΑ. Μετά την έλευση του Χομεϊνί, την ανάληψη των καθηκόντων του ανώτατου ηγέτη από τον ίδιο, την εφαρμογή ισλαμικής διακυβέρνησης μέσω ενός συντάγματος το οποίο βασίστηκε εν πολλοίς στο βιβλίο του και τη δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων τα οποία στελεχώθηκαν από τον κλήρο, η μορφή του συγκεκριμένου κράτους και ο ρόλος του σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο μετασχηματίστηκε δραματικά. Επίσης, η κατάληψη της αμερικάνικης πρεσβείας στην Τεχεράνη και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το συγκεκριμένο γεγονός (το οποίο θα μπορούσε να μην είχε συμβεί και ποτέ) το θεοκρατικό καθεστώς, καθόρισε αποφασιστικά τις μετέπειτα σχέσεις του Ιράν με τις ΗΠΑ. Οι προβλέψεις του νέου συντάγματος εμπεριέχουν πολλά στοιχεία τα οποία φαντάζουν οικεία στον δυτικό τρόπο σκέψης, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία για ζητήματα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και δικαιωμάτων των πολιτών. Εάν όμως εξετάσουμε προσεκτικά τους θεσμούς του κράτους, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με τη λειτουργία του, θα διαπιστώσουμε ότι μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και στεγανούς μηχανισμούς όλα οδηγούν επί της ουσίας σε ένα σιιτικό ιερατείο και τελικά στον ίδιο τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη. Ακόμα και σε δημοκρατικές διαδικασίες όπως αυτή των εθνικών εκλογών για την ανάδειξη κοινοβουλίου και προέδρου της δημοκρατίας, η λογοκρισία είναι τόσο έντονη, ώστε να αποκλείεται κάθε διαφορετική φωνή και τάση. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα προερχόμενα από τον κλήρο τα οποία από την αρχή της εγκαθίδρυσης της ισλαμικής δημοκρατίας διαδραματίζουν ρόλους κλειδιά, τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στη χάραξη εξωτερικής πολιτικής. Και ενώ ο τρόπος λειτουργίας του θεοκρατικού καθεστώτος, όπως αδρά περιγράφηκε παραπάνω, είναι ο ίδιος τόσο κατά το χρονικό διάστημα που ο ανώτατος ηγέτης του κράτους ήταν ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, όσο και κατά τη διάρκεια που ανώτατος ηγέτης είναι ο Αλί Χαμενεϊ (από το θάνατο του Χομεϊνί και μέχρι σήμερα), σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά. Βέβαια όπως θα δούμε παρακάτω, η εξωτερική πολιτική του Ιράν κατά την διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του καθεστώτος, η οποία συμπίπτει και με τη θητεία του Χομεϊνί ως ανωτάτου ηγέτη, χαρακτηρίζεται λιγότερο από το πολιτικό καθεστώς και περισσότερο από έναν πολυετή πόλεμο με το Ιράκ, τα αποτελέσματα της κατάληψης της αμερικάνικης πρεσβείας και της ομηρίας του προσωπικού της και από τις εμμονές του Χομεϊνί σε ότι αφορά τη Δύση και τη Σοβιετική Ένωση. Με το θάνατο του Χομεϊνί και τη διαδοχή του από τον Αλί Χαμενεϊ, έχουμε μια σαφή στροφή προς τη μετριοπάθεια. Σε αυτή τη στροφή συνετέλεσαν τα αποτελέσματα μιας δεκαετίας, τα οποία τώρα το θεοκρατικό καθεστώς καλούνταν να διαχειριστεί. Πρώτα απ’ όλα το Ιράν έπρεπε να ορθοποδήσει οικονομικά και κοινωνικά μετά από έναν οκταετή πόλεμο με το Ιράκ, ο οποίος άφησε πίσω του εκατόμβες θυμάτων, κατεστραμμένες υποδομές και οικονομικό μαρασμό. Την κατάσταση έκανε περισσότερο δραματική ο απομονωτισμός τον οποίο είχε επιλέξει ο Χομεϊνί και το οικονομικό εμπάργκο της δύσης. Στη «συνείδηση» της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής το Ιράν είχε εντυπωθεί ως μια χώρα τρομοκράτης. Στο δε εσωτερικό της χώρας οι φωνές διαμαρτυρίας απέναντι στο καθεστώς πλήθαιναν παρά την αποτελεσματικότητα της λογοκρισίας για τον αποκλεισμό τους από κάθε δημοκρατική διαδικασία. Συνεπεία των ανωτέρω, άρχισε δειλά δειλά να γίνεται λόγος για την ανάγκη υιοθέτησης τεχνοκρατικών αντιλήψεων, για την αναγκαιότητα του ιδιωτικού τομέα, για την παγκόσμια αγορά χρήματος, στοιχεία τα οποία θα έφερναν στο προσκήνιο την ανάγκη ενός εξορθολογισμού σε ότι αφορά το εσωτερικό και μιας realpolitik σε ότι αφορά την εξωτερική πολιτική της χώρας. Οι επιταγές του θεοκρατικού καθεστώτος είτε παραμερίστηκαν είτε επανερμηνεύτηκαν, χωρίς ωστόσο να αποκλειστούν ως παράγοντες επιρροής επί της ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής. Έτσι, εμφανίστηκαν φαινόμενα και καταστάσεις οι οποίες με την πρώτη ματιά ίσως να χαρακτηρίζονταν και ως οξύμωρες, όπως η στήριξη των χριστιανών Αρμενίων έναντι των μουσουλμάνων Αζέρων, η ανάπτυξη σχέσεων με τη σουνιτική Τουρκία λόγω των επιπτώσεων του εμπάργκο, η στήριξη του Άσαντ έναντι των Αδελφών Μουσουλμάνων και πολλά άλλα τα οποία θα αναλύσουμε περεταίρω. Τέλος ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις τάσεις επανακαθορισμού των σχέσεων του με τη Δύση. Βέβαια το καθεστώς έχει ήδη τριανταπέντε έτη ιστορίας κατά τη διάρκεια της οποίας έχει επιβάλλει τους δικούς του όρους και έχει δημιουργήσει κατεστημένες αντιλήψεις θέτοντας εν αμφιβόλω τη δυνατότητα εξεύρεσης ενός σημείου ισορροπίας μεταξύ των όποιων μεταρρυθμίσεων σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής και των θεοκρατικών επιταγών του. Η μελέτη του Ισλάμ, η σιιτική εκδοχή του ως σημείο αναφοράς για την εγκαθίδρυση ενός θεοκρατικού καθεστώτος στο Ιράν, το πολιτικό υπόβαθρο επί του οποίου αναπτύχθηκε και η μετουσίωσή του σε άσκηση εξωτερικής πολιτικής, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε σε πλήρη έκταση την επιρροή του.

Download PDF

View in repository

Browse all collections