Τουρκία: από την ουδετερότητα στην επιδίωξη περιφερειακής ηγεμονίας. Η εξέλιξη της Τουρκικής υψηλής στρατηγικής από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα
Ημερομηνία έκδοσης
2026
Συγγραφείς
Επιβλέπων/ουσα
Μέλη εξεταστικής επιτροπής
Τίτλος Εφημερίδας
Περιοδικό ISSN
Τίτλος τόμου
Εκδότης
Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Περίληψη
Η παρούσα Διπλωματική Εργασία εξετάζει την εξέλιξη της τουρκικής υψηλής στρατηγικής από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας έως τη σύγχρονη περίοδο, αναδεικνύοντας τόσο τις στρατηγικές συνέχειες όσο και τις κρίσιμες μετατοπίσεις που διαμόρφωσαν τη συμπεριφορά της Άγκυρας στο διεθνές σύστημα. Κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης αποτελεί η διαπίστωση ότι η τουρκική υψηλή στρατηγική χαρακτηρίζεται διαχρονικά από πραγματισμό, ευελιξία και προσαρμοστικότητα στις εκάστοτε δομικές συνθήκες του διεθνούς περιβάλλοντος, παρά από ιδεολογική ακαμψία αλλά ταυτοχρόνως και περιστασιακά σφάλματα.
Κατά τον Μεσοπόλεμο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Τουρκία υιοθέτησε μια στρατηγική ενεργής ουδετερότητας, η οποία δεν αποσκοπούσε μόνο στην αποφυγή πολεμικής εμπλοκής, αλλά και στην εξασφάλιση κερδών. Η περιορισμένη στρατιωτική ισχύς και η ιστορική εμπειρία της οθωμανικής παρακμής οδήγησαν την τουρκική ηγεσία στη συνδυαστική χρήση στρατηγικών αντιστάθμισης, μετακύλισης κόστους και, όταν οι συνθήκες το επέβαλαν, πρόσδεσης στον ισχυρό, στοχεύοντας κυρίως στην ομαλή ένταξη της χώρας στη μεταπολεμική διεθνή τάξη.
Η διπολική δομή του Ψυχρού Πολέμου περιόρισε δραστικά τα στρατηγικά περιθώρια της Τουρκίας. Η Σοβιετική Ένωση αναδείχθηκε σε υπαρξιακή απειλή, οδηγώντας την Άγκυρα σε πλήρη και αυστηρότερη πρόσδεση στο δυτικό στρατόπεδο και ένταξη στο ΝΑΤΟ. Παρότι η επιλογή αυτή παρείχε κρίσιμες εγγυήσεις ασφάλειας, συνοδεύτηκε από περιορισμό της στρατηγικής αυτονομίας και από την ενίσχυση του πολιτικού ρόλου των ενόπλων δυνάμεων. Κρίσεις όπως αυτή των Πυραύλων, το Κυπριακό Ζήτημα και το αμερικανικό εμπάργκο όπλων ανέδειξαν τα όρια της στρατηγικής εξάρτησης.
Η ύφεση της πόλωσης και τελικά η λήξη του Ψυχρού Πολέμου αλλά πρωτίστως η σχετική υποχώρηση της ρωσικής ισχύος διεύρυναν τα περιθώρια δράσης της Άγκυρας. Η Τουρκία την περίοδο της διακυβέρνησης Özal επιχείρησε να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο, αξιοποιώντας εργαλεία ήπιας ισχύος και επανεντάσσοντας τη θρησκευτική ταυτότητα ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής και εξωτερικής προβολής, χωρίς να απομακρυνθεί από τον δυτικό προσανατολισμό της.
Η περίοδος Erdoğan σηματοδότησε μια ποιοτική μετατόπιση. Υπό συνθήκες αυξανόμενης πολύ-πολικότητας του διεθνούς συστήματος, η στρατηγική αυτονομία αναδείχθηκε σε κεντρικό στόχο, συνοδευόμενη από ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, αποδυνάμωση των θεσμικών αντιβάρων και εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής προοπτικής. Παράλληλα, η τουρκική στρατηγική μετατοπίστηκε από την έμφαση στην ήπια ισχύ προς μια περισσότερο προσανατολισμένη στην ασφάλεια και στη στρατιωτική ισχύ προσέγγιση, με αυξανόμενη εμπλοκή σε περιφερειακές συγκρούσεις.
Ωστόσο, η στρατιωτικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής και η αναθεωρητική στάση έχουν δημιουργήσει αντί-συσπειρώσεις και έχουν αναδείξει το υψηλό κόστος μιας στρατηγικής που βασίζεται υπέρμετρα στη σκληρή ισχύ. Παρά τη φαινομενική απομάκρυνση από τη Δύση, η Τουρκία παραμένει οικονομικά και θεσμικά συνδεδεμένη με αυτήν, υιοθετώντας όμως μια πιο συναλλακτική προσέγγιση στις σχέσεις της με αυτήν αλλά και με τους υπόλοιπου δρώντες του διεθνούς συστήματος.
Συνολικά, η εργασία ευελπιστεί να αποδείξει ότι η σύγχρονη τουρκική υψηλή στρατηγική αποτελεί επιτάχυνση προϋπάρχουσων τάσεων και όχι ριζική τομή, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια πολυπαραγοντική προσέγγιση για την κατανόησή της, υπό το πρίσμα των κινδύνων για την περιφερειακή σταθερότητα που πολλές φορές συνεπάγεται η σημερινή υψηλή στρατηγική της Άγκυρας.The present Master thesis examines the evolution of Turkish high strategy from the founding of the Republic of Turkey to the contemporary period, highlighting both the strategic continuities and the critical shifts that have shaped Ankara’s behavior within the international system. A central conclusion of the analysis is the observation that Turkish high strategy has been characterized over time by pragmatism, flexibility, and adaptability to the prevailing structural conditions of the international environment, rather than by ideological rigidity, while at the same time exhibiting occasional miscalculations.
During the interwar period and the Second World War, Turkey adopted a strategy of active neutrality, which aimed not only at avoiding military involvement but also at securing gains. Limited military capabilities and the historical experience of Ottoman decline led the Turkish leadership to employ a combined use of hedging strategies, cost-shifting, and, when conditions required, band-wagoning, primarily with the objective of ensuring the country’s smooth integration into the postwar international order.
The bipolar structure of the Cold War drastically constrained Turkey’s strategic options. The Soviet Union emerged as an existential threat, driving Ankara toward a complete and stricter alignment with the Western bloc and accession to NATO. Although this choice provided crucial security guarantees, it was accompanied by a reduction in strategic autonomy and by the strengthening of the political role of the armed forces. Crises such as the Missile Crisis, the Cyprus issue, and the U.S. arms embargo highlighted the limits of strategic dependence.
The easing of polarization and ultimately the end of the Cold War, and above all the relative decline of Russian power, expanded Ankara’s room for maneuver. During the Özal period, Turkey sought to upgrade its regional role by employing instruments of soft power and reintegrating religious identity as a factor of social cohesion and external projection, without departing from its Western orientation.
The Erdoğan period marked a qualitative shift. Under conditions of increasing multipolarity in the international system, strategic autonomy emerged as a central objective, accompanied by the strengthening of executive power, the weakening of institutional checks and balances, and the abandonment of the European perspective. At the same time, Turkish strategy shifted from an emphasis on soft power toward an approach more strongly oriented toward security and military power, with growing involvement in regional conflicts.
However, the militarization of foreign policy and Turkey’s revisionist posture have generated counter-alignments and have underscored the high costs of a strategy that relies excessively on hard power. Despite its apparent distancing from the West, Turkey remains economically and institutionally connected to it, while adopting a more transactional approach in its relations both with Western actors and with other actors in the international system.
Overall, the study seeks to demonstrate that contemporary Turkish high strategy represents an acceleration of pre-existing trends rather than a radical rupture, a conclusion that necessitates a multi-factor analytical approach to its understanding, particularly in light of the risks to regional stability that Turkey’s current high strategy often entails.
Περιγραφή
Λέξεις-κλειδιά
Τουρκική υψηλή στρατηγική, Στρατηγική αυτονομία, Στρατηγική αντιστάθμισης, Ασφαλειοποίηση, Turkish grand strategy, Strategic autonomy, Strategic hedging, Securitization
Παραπομπή
Άδεια Creative Commons
Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International
Παραπομπή ως
Βικάτος, Γ.-Β. (2026). Τουρκία: από την ουδετερότητα στην επιδίωξη περιφερειακής ηγεμονίας. Η εξέλιξη της Τουρκικής υψηλής στρατηγικής από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/24714
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς
