Αναθεωρώντας την ακρόαση φωνών: ανθρωπολογικές όψεις και κριτικές προσεγγίσεις στη μονοφωνία της σκέψης και της συνοχής του εαυτού

Φόρτωση...
Μικρογραφία εικόνας

Ημερομηνία έκδοσης

2024

Επιβλέπων/ουσα

Μέλη εξεταστικής επιτροπής

Τίτλος Εφημερίδας

Περιοδικό ISSN

Τίτλος τόμου

Εκδότης

Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη

Σε αυτή την εργασία, θα επιχειρηθεί μια κριτική εξέταση της ακρόασης φωνών για την ανάδειξη προοπτικών, που έρχονται να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία μιας μονολιθικής, «ψυχικά υγιούς» θεσιακότητας και συγχρόνως να αναδείξουν την αποικιακή της διάρθρωση ως συγκαλυμμένη βάση της δόμησης κυρίαρχων τρόπων κατανόησης αναφορικά με την «δομή της σκέψης», την «αντίληψη», το «συναίσθημα» και τους κοινωνικά παραδεδεγμένους τρόπους επικοινωνίας. Σε αυτή τη θεωρητική βάση, θα αναδειχθεί η αποικιοκρατική λειτουργία των ψυχολογικών πρακτικών, που θεμελιώνουν την ιδέα ενός υπερπολιτισμικού/εσωτερικά ενιαίου ψυχισμού, στην γνωσιοκτονία θεωρήσεων, που προσλαμβάνονται ως «τοπικές», «μερικές» και ασύμβατες με αξιώσεις «γενικής αλήθειας» και «επιστημονικότητας». Από αυτή τη προοπτική, η κυρίαρχη αντίληψη για τα άτομα που ακούνε φωνές (ότι επινοούν εξωτερικούς συνομιλητές) και ο υποβιβασμός των φωνών σε «ψευδαισθήσεις» θα επανα-συγκειμενοποιηθεί στο πλαίσιο επενέργειας κυρίαρχων δυτικών αντιλήψεων, που θέλουν την σκέψη να είναι μονοφωνική. Θεωρείται λοιπόν ότι υπάρχει ένα αδιαίρετο υποκείμενο, που κυριαρχεί επί της σκέψης του και δεν μιλούν «άλλοι» μέσα από αυτήν. Κεντρικό ερώτημα παραμένει το ποια είναι τα αθέατα όρια και οι αποκλεισμοί, που συνέχουν την επίφαση «οικουμενικότητας» αυτού του ψυχολογικοποιημένου υποκειμένου, που «σκέφτεται» και παράγει γνώση για τον «Άλλο». Κατά αυτή την άποψη, η παθολογικοποίηση της ακρόασης φωνών θα αναδειχτεί ως ένα είδος επιστημικής βίας, που συνίσταται σε διεργασίες συγκάλυψης ηγεμονικών θεσιακοτήτων, η παραγόμενη διαφάνεια των οποίων, φυσικοποιεί και θεμελιώνει την κανονιστική εμβέλεια της ανθρωπιστικής ενότητας του υποκειμένου (Braidotti, 2013, Spivak, 2018) (βλ. λευκού, ψυχικά υγιούς, αρρενωπού, που συμπλέει με νεοφιλελεύθερα ιδανικά αυτοδυναμίας/αυτοτέλειας, ορθολογισμού και γνωσιακής αξιοπιστίας). Ωστόσο, θα υποστηριχτεί ότι η ακρόαση μιας φωνής, που δεν προσλαμβάνεται ως «δική μας», εκθέτει και αναταράσσει τους αποκλεισμούς που ενέχονται σε μια μονοφωνική πρόσληψη του εαυτού, που δεν αναγνωρίζει την συγκρότησή του στην βάση της σύνδεσης με ό, τι ορίζει ως «εξωτερικό». Σε αυτό το πλαίσιο, τα όρια του «εαυτού» και του «Άλλου» αποσταθεροποιούνται και η παραγόμενη ομοιογένεια και συνοχή αντιληπτικών ικανοτήτων και νοητικών μορφών υπονομεύεται από δυναμικές εκτροπής και μορφές σκέψης/ακρόασης, που εκπίπτουν της κανονικοποίησής τους. Μέσα από ανθρωπολογικές μελέτες διαφαίνεται ότι η οριοθέτηση της «πραγματικότητας» και o προσδιορισμός της «απώλειας της αίσθησής της» διαρθρώνεται στη βάση συγκεκριμένων πολιτισμικών συγκειμένων, που χαράσσουν τομές ανάμεσα στην εξιδανικευμένη κανονικότητα και την δυσλειτουργική της απόκλιση. Κατ’ επέκταση, το «περιεχόμενο των φωνών» και τα αποδιδόμενα νοήματα ποικίλουν σημαντικά (Luhrmann et al., 2015, Larøi et al., 2014). Στην εν λόγω εργασία, η αντίσταση στην επιστημική βία συνίσταται σε ένα εγχείρημα ανασυγκρότησης του νοήματος, εντός ενός παθολογικοποιητικού πλαισίου, που το αποσυνθέτει. Από αυτό το πρίσμα, η εκφυγή ορισμένων μορφών σκέψης/ακρόασης από τις διεργασίες κανονικοποίησης και αφομοίωσής τους, δεν αποτελεί μια περιστασιοποιημένη δυσλειτουργία, που αντίκειται σε μια εύτακτη κανόνικότητα, αλλά εκθέτει την βία των κανονικοποιητικών πειθαρχήσεων και τα όρια που διαμεσολαβούν την αίσθηση του «ανήκειν». Στόχος καθίσταται λοιπόν η από-φυσικοποίηση της σύνδεσης της ακρόασης φωνών με την «ψυχική οδύνη», καθώς η τελευταία είναι ριζικά εγγεγραμμένη στην βία μιας επιστημονικής μετάφρασης, που συνδέεται με την αποσιώπηση της διάχυτης κανονικοποιητικής βίας. Ακόμη, η οδύνη δεν μπορεί να αποσπαστεί από την βαναυσότητα μιας αισιοδοξίας, που έγκειται στο αίτημα για ενσωμάτωση μιας «ελπίδας» για μια επικείμενη εξάλειψη/θεραπεία των φωνών (Berlant, 2011). Ορισμένα ερωτήματα που προκύπτουν είναι τα εξής: Πώς υποστασιοποιούνται οι φωνές στον λόγο των ατόμων που τις ακούνε; Πώς μπορεί να ανασυντεθεί το νόημα των φωνών εντός των θεωρήσεων, που τις υποβιβάζουν σε κενούς δείκτες μιας υποβόσκουσας παθολογίας; Πώς τα υποκείμενα που «αναλύονται» και «περιγράφονται» εντός των βιοϊατρικών θεωρήσεων διαπραγματεύονται τις λογοθετικές τοποθετήσεις απ’ τις οποίες καλούνται να υποκειμενοποιηθούν και πώς επανοικειοποιούνται την δυνατότητα παραγωγής γνώσης για τον εαυτό τους; Ποιες είναι οι αλληλοδιαπλοκές του βιοϊατρικού λόγου περί σχιζοφρένειας με «εναλλακτικές θεωρήσεις», που εγγράφουν την ακρόαση φωνών σε θρησκευτικές, πολιτισμικές κ.α. διαστάσεις;
In this paper, a critical examination of hearing voices will be attempted in order to highlight perspectives that challenge the primacy of a monolithic, 'psychologically healthy' divinity and at the same time highlight its colonial structure as a covert basis for the construction of dominant modes of understanding regarding 'structure of thought', 'perception', 'emotion' and socially accepted modes of communication. On this theoretical basis, the colonialist function of psychological practices, which establish the idea of a transcultural/intrinsically unified psyche, will be highlighted in the epistemic function of theories perceived as 'local', 'partial' and incompatible with claims of 'general truth' and 'scientificity'. From this perspective, the dominant notion of voice hearers (that they are inventing external interlocutors) and the reduction of voices to 'illusions' will be re-contextualised in the context of dominant Western concepts that construct thought as monophonic. It is thus assumed that there is an indivisible subject, which is in control of its thought and no "others" speak through it. The central question remains what are the unseen boundaries and exclusions that constitute the pretense of 'universality' of this psychologized subject, which 'thinks' and produces knowledge about the 'Other'. In this view, the pathologization of hearing voices will emerge as a kind of epistemic violence, consisting of processes of masking hegemonic positionalities, the produced transparency of which, naturalizes and grounds the normative scope of the subject's humanistic unity (Braidotti, 2013; Spivak, 2018) (cf. white, mentally healthy, masculine, which meshes with neoliberal ideals of self-reliance/autonomy, rationality and cognitive reliability). However, it will be argued that listening to a voice that is not perceived as 'ours' exposes and disrupts the exclusions inherent in a monophonic reception of the self that does not acknowledge its constitution on the basis of connection to what it defines as 'external'. In this context, the boundaries of "self" and "Other" are destabilized and the resulting homogeneity and coherence of perceptual capacities and mental forms are undermined by deviant dynamics and forms of thinking/listening that fall outside their normalization. Through anthropological studies, it becomes apparent that the delimitation of 'reality' and the determination of the 'loss of its sense' is structured on the basis of specific cultural contexts, which carve out intersections between idealized normality and its dysfunctional deviation. By extension, the 'content of voices' and the attributed meanings vary considerably (Luhrmann et al., 2015; Larøi et al., 2014). In this paper, resistance to epistemic violence consists of a project of reconstructing meaning within a pathologizing context that dismantles it. From this perspective, the evasion of certain forms of thinking/listening from their processes of normalization and assimilation is not a circumstantial dysfunction, contrary to an orderly canonicity, but exposes the violence of normalizing disciplines and the boundaries that mediate the sense of belonging. The aim therefore becomes to de-naturalize the association of listening to voices with "psychic suffering", as the latter is radically inscribed in the violence of a scientific translation, associated with the silencing of pervasive normalizing violence. Furthermore, suffering cannot be detached from the cruelty of optimism, which lies in the demand to embody a 'hope' for an imminent elimination/treatment of voices (Berlant, 2011). Some questions that arise are: How are voices substituted in the speech of the people who hear them? How can the meaning of voices be reconstructed within the considerations that reduce them to empty indicators of an underlying pathology? How do the subjects 'analysed' and 'described' within biomedical theories negotiate the discursive positions from which they are called upon to subjectify themselves and how do they reappropriate the possibility of producing knowledge about themselves? What are the interrelationships of biomedical discourses of schizophrenia with 'alternative theories' that inscribe hearing voices in religious, cultural, etc. dimensions?

Περιγραφή

Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, ΠΜΣ "Κοινωνική και Πολιτισμική Ανθρωπολογία", 2024
Βιβλιογραφία: σ. 49-52

Λέξεις-κλειδιά

φωνή, ακρόαση φωνών, ψύχωση, σχιζοφρένεια, ψευδαίσθηση, πολυφωνικότητα, επιστημική βία, τραύμα, voice, hearing voices, psychosis, schizophrenia, hallucinations, polyphony, epistemic violence, trauma

Παραπομπή

Άδεια Creative Commons

Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0

Παραπομπή ως

Βέικου, Α. Α. (2024). Αναθεωρώντας την ακρόαση φωνών: ανθρωπολογικές όψεις και κριτικές προσεγγίσεις στη μονοφωνία της σκέψης και της συνοχής του εαυτού. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/12643
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς