Οι 100 μέρες του Πρώτου Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών (Δικαστήριο Δωσιλόγων Πρωθυπουργών και Υπουργών) - (21/02/1945 - 31/05/1945)

Μικρογραφία εικόνας

Ημερομηνία έκδοσης

2025-10-29

Επιβλέπων/ουσα

Μέλη εξεταστικής επιτροπής

Τίτλος Εφημερίδας

Περιοδικό ISSN

Τίτλος τόμου

Εκδότης

Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη

Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τη σημασία της δίκης των τριών πρωθυπουργών και υπουργών των κατοχικών κυβερνήσεων, Γεωργίου Τσολάκογλου, Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και Ιωάννη Ράλλη, η οποία διεξήχθη σε εκατό συνεχείς συνεδριάσεις από τις 21 Φεβρουαρίου έως τις 31 Μαΐου 1945 από το Α΄ Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Αθηνών. Η μελέτη εντάσσει τη δίκη στο ευρύτερο πλαίσιο της μεταπολεμικής «κάθαρσης» και διερευνά τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος και η πολιτική τάξη επιχείρησαν να διαχειριστούν, σε θεσμικό επίπεδο, την κοινωνική απαίτηση για παραδειγματική τιμωρία των συνεργατών των δυνάμεων Κατοχής. Αφετηρία της έρευνας αποτελεί η θεσμική άρθρωση αυτού του αιτήματος ήδη από την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Μάρτιος 1944) και η επανεπιβεβαίωσή του στη Διάσκεψη του Λιβάνου, καθώς και το κανονιστικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τις Συντακτικές Πράξεις 1/1944 και 6/1945 της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου. Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζονται η εισαγωγή και η εφαρμογή της έννοιας της «εθνικής αναξιότητας», το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου (σχηματισμός κυβέρνησης με τη συναίνεση του εχθρού, διευκόλυνση του έργου του, προπαγάνδα υπέρ των κατοχικών αρχών κ.ά.) και ο τρόπος με τον οποίο οι νομικές κατηγορίες διασταυρώθηκαν με τις πολιτικές σκοπιμότητες της περιόδου. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι η δίκη διεξήχθη σε κλίμα οξείας πολιτικής πόλωσης, αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, με χαρακτηριστική την απουσία εκπροσώπων του ΕΑΜ από τη δικαστική διαδικασία. Σε επίπεδο πηγών, η εργασία αντιμετωπίζει το πρόβλημα της απουσίας των επίσημων πρακτικών του Δικαστηρίου, τα οποία, κατά πάσα πιθανότητα, καταστράφηκαν, χωρίς όμως να σώζονται τεκμήρια για το πώς και γιατί. Για την υπέρβαση αυτού του κενού, αξιοποιήθηκε η σωζόμενη απόφαση του, η καθημερινή αθηναϊκή εφημεριδογραφία με τη μεγαλύτερη κυκλοφορία εκείνης της περιόδου, καθώς και τα απομνημονεύματα κεντρικών πρωταγωνιστών. Η μεθοδολογική προσέγγιση στηρίζεται σε μια προσωπογραφική ανάλυση των βασικών δρώντων –δικαστών, κατηγορουμένων, συνηγόρων και μαρτύρων– με στόχο την ανασύσταση του ανθρώπινου και θεσμικού τοπίου της δίκης, πέρα από το επίσημο νομικό της περίβλημα. Μέσα από αυτή την οπτική, η εργασία φωτίζει σχέσεις έντασης, σύγκρουσης, αλλά και στιγμές διαπραγμάτευσης και προσαρμογής, που αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα της μεταπολεμικής δικαιοσύνης. Παράλληλα, παρουσιάζονται και οι κυριότερες ιστορικοπολιτικές συζητήσεις που εκτυλίχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως η στρατιωτική συνθηκολόγηση του 1941, η συγκρότηση και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι μορφές οικονομικής συνεργασίας με τον κατακτητή και η στάση των κατοχικών κυβερνήσεων απέναντι στο αντιστασιακό κίνημα. Η αξιοποίηση της χρονικής απόστασης επιτρέπει την εκ νέου αποτίμηση αυτών των ζητημάτων, σε συνάρτηση τόσο με τη μεταπολεμική πολιτική εξέλιξη όσο και με τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης για την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η συγκεκριμένη δίκη λειτούργησε όχι μόνο ως μηχανισμός ποινικής λογοδοσίας, αλλά και ως θεσμικό πεδίο στο οποίο συμπυκνώθηκαν οι αντιφάσεις της μεταπολεμικής «κάθαρσης». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αναδεικνύονται η συνέχεια σημαντικών τμημάτων των προπολεμικών και κατοχικών ελίτ, η επιλεκτικότητα της απονομής δικαιοσύνης και ο τρόπος με τον οποίο ο δημόσιος λόγος για την Κατοχή αναδομήθηκε στις δεκαετίες που ακολούθησαν, διαμορφώνοντας σταθερές γραμμές ερμηνείας και σιωπής στην ελληνική ιστοριογραφία και πολιτική κουλτούρα.
The present thesis examines the establishment, operation, and significance of the trial of the three prime ministers and ministers of the collaborationist governments, Georgios Tsolakoglou, Konstantinos Logothetopoulos, and Ioannis Rallis, which was conducted in one hundred consecutive hearings from 21 February to 31 May 1945 by the First Special Court for Collaborators in Athens. The study situates the trial within the broader framework of the post war “purge” and investigates how the Greek state and the political class sought, at an institutional level, to respond to society’s demand for the exemplary punishment of those who had collaborated with the Occupying Powers. The starting point of the research is the institutional articulation of this demand by the Political Committee of National Liberation (March 1944) and its reaffirmation at the Lebanon Conference, as well as the normative framework shaped by Constituent Acts 1/1944 and 6/1945 of Georgios Papandreou’s Government of National Unity. Within this context, the thesis examines the introduction and application of the notion of “national indignity”, the content of the indictment (formation of a government with the enemy’s consent, facilitation of its work, propaganda in favour of the occupation authorities, etc.), and the ways in which legal categories intersected with the political calculations of the period. Particular emphasis is placed on the fact that the trial took place in a climate of acute political polarization, immediately after the December events and the Varkiza Agreement, with the conspicuous absence of EAM representatives from the courtroom. At the level of sources, the thesis confronts the problem posed by the absence of the court’s official transcripts, which were in all likelihood destroyed, although no evidence survives as to how or why this occurred. To overcome this gap, it makes use of the surviving judgment of the Court, the leading Athenian daily newspapers with the highest circulation at the time, as well as the memoirs of key actors. The methodological approach rests on a prosopographical analysis of the main protagonists – judges, defendants, defence counsel, and witnesses – with the aim of reconstructing the human and institutional landscape of the trial beyond its formal legal framework. Through this lens, the study sheds light on relations of tension and conflict, but also on moments of negotiation and accommodation, which highlight the complexity of post war justice. In parallel, the thesis discusses the principal historical and political debates that unfolded before the Court, such as the 1941 military capitulation, the formation and activity of the Security Battalions, the various forms of economic collaboration with the occupier, and the stance of the collaborationist governments towards the Resistance movement. The temporal distance allows these issues to be reassessed in connection both with post war political developments and with the construction of collective memory regarding the Occupation and the Civil War. The trial in question functioned not only as a mechanism of criminal accountability but also as an institutional arena in which the contradictions of the post war “purge” were condensed. Through this process, the thesis brings to the fore the continuity of substantial segments of the pre war and occupation era elites, the selectivity of the administration of justice, and the ways in which public discourse on the Occupation was reconstructed in the following decades, shaping enduring patterns of interpretation and silence in Greek historiography and political culture.

Περιγραφή

Λέξεις-κλειδιά

Συνθηκολόγηση, Δωσίλογοι, Κατοχικές κυβερνήσεις, Ειδικό Δικαστήριο, Κατοχή, 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, Capitulation, Collaborators, Collaborationist governments, Special Court for Collaborators, Axis Occupation of Greece, World War II

Παραπομπή

Άδεια Creative Commons

Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως CC0 1.0 Universal

Παραπομπή ως

Φριτάκη, Α. (2025). Οι 100 μέρες του Πρώτου Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών (Δικαστήριο Δωσιλόγων Πρωθυπουργών και Υπουργών) - (21/02/1945 - 31/05/1945). Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/24690
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς