Η απαγόρευση των διακρίσεων κατά το προσυμβατικό στάδιο της πρόσληψης
Ημερομηνία έκδοσης
2026-03-19
Συγγραφείς
Επιβλέπων/ουσα
Μέλη εξεταστικής επιτροπής
Τίτλος Εφημερίδας
Περιοδικό ISSN
Τίτλος τόμου
Εκδότης
Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Περίληψη
Η έννοια της απαγόρευσης των διακρίσεων αποτελεί μία από τις πλέον θεμελιώδεις κατακτήσεις του σύγχρονου κράτους δικαίου και συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την πραγματική κατοχύρωση της αρχής της ισότητας. Η προστασία από τις διακρίσεις δεν περιορίζεται στην τυπική ισότητα ενώπιον του νόμου, αλλά επεκτείνεται και στην ουσιαστική εξασφάλιση ίσων ευκαιριών, ιδιαίτερα στον ευαίσθητο χώρο της απασχόλησης. Η εργασία, άλλωστε, δεν συνιστά απλώς μέσο βιοπορισμού· συνδέεται με την κοινωνική ένταξη, την προσωπική αξιοπρέπεια και την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Κατά συνέπεια, η αποτροπή κάθε μορφής αποκλεισμού από την πρόσβαση στην αγορά εργασίας είναι άρρηκτα δεμένη με την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας και την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής.
Το προσυμβατικό στάδιο της πρόσληψης, δηλαδή η διαδικασία αναζήτησης, επιλογής και αξιολόγησης των υποψηφίων πριν τη σύναψη της σύμβασης εργασίας, αποτελεί κρίσιμο σημείο για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Σε αυτό το στάδιο, ο εργοδότης έχει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, καθώς καλείται να επιλέξει το προσωπικό που θεωρεί κατάλληλο για τις ανάγκες του. Ωστόσο, η διακριτική αυτή ευχέρεια δεν είναι απεριόριστη· αντιθέτως, οριοθετείται από την απαγόρευση των διακρίσεων και από την υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ίσης μεταχείρισης όλων των υποψηφίων. Η ένταση ανάμεσα στην ελευθερία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και στην ανάγκη για αποτελεσματική προστασία από τις διακρίσεις αποτελεί ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σχετικής συζήτησης.
Το ισχύον νομικό πλαίσιο, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, έχει αναπτύξει πλέγμα διατάξεων που απαγορεύει τις διακρίσεις σε βάρος υποψηφίων εργαζομένων για λόγους όπως το φύλο, η ηλικία, η φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις, η αναπηρία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και άλλα προστατευόμενα χαρακτηριστικά. Η κατοχύρωση αυτή αντλείται από το Σύνταγμα, ιδίως από τα άρθρα 4 και 22 που θεμελιώνουν την αρχή της ισότητας και το δικαίωμα στην εργασία, αλλά και από διεθνείς συμβάσεις όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οι πράξεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή του ενωσιακού δικαίου, με κομβικές τις Οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο και συγκροτούν σήμερα το βασικό πλαίσιο για την απαγόρευση των διακρίσεων στον χώρο της εργασίας.
Παρά τις νομοθετικές προβλέψεις, η πρακτική εφαρμογή της απαγόρευσης των διακρίσεων στο στάδιο πριν από την πρόσληψη παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες. Συχνά οι διακρίσεις εκδηλώνονται με έμμεσο τρόπο, μέσα από κριτήρια επιλογής που δεν είναι ουσιωδώς συνδεδεμένα με την άσκηση της συγκεκριμένης εργασίας, όπως, για παράδειγμα, η απαίτηση ηλικιακών ορίων, η προτίμηση συγκεκριμένου φύλου ή η προβολή στερεοτυπικών αντιλήψεων. Εξίσου προβληματικό είναι το ζήτημα της απόδειξης, καθώς οι απορριφθέντες υποψήφιοι δύσκολα μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση στα πραγματικά κριτήρια που οδήγησαν στην απόρριψή τους. Στο πλαίσιο αυτό, η νομολογία σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση κανόνων και ερμηνευτικών εργαλείων που περιορίζουν τις αδικαιολόγητες αποκλίσεις.
Στις μέρες μας, οι προκλήσεις εντείνονται από τις νέες μορφές προσλήψεων και την αυξανόμενη χρήση ψηφιακών εργαλείων και αυτοματοποιημένων συστημάτων επιλογής προσωπικού. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλγόριθμοι, αν και υπόσχονται αντικειμενικότητα και ταχύτητα, ενδέχεται να ενσωματώνουν ή να αναπαράγουν προϋπάρχουσες κοινωνικές προκαταλήψεις, δημιουργώντας νέες μορφές διακριτικής μεταχείρισης. Έτσι, το ζήτημα της απαγόρευσης των διακρίσεων κατά το προσυμβατικό στάδιο παραμένει δυναμικό και εξελισσόμενο, αντανακλώντας τις κοινωνικές, τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις.
Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να μελετήσει σφαιρικά το φαινόμενο των διακρίσεων στο προσυμβατικό στάδιο της πρόσληψης. Μέσα από τη συστηματική ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου, την κριτική επεξεργασία της θεωρίας και τη διερεύνηση της σχετικής νομολογίας, θα επιχειρηθεί να αναδειχθούν τα κεντρικά ζητήματα που εγείρονται. Στόχος είναι να καταδειχθεί ότι η ουσιαστική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο προσυμβατικό στάδιο δεν αποτελεί μόνο νομική υποχρέωση, αλλά και προϋπόθεση για μια δίκαιη και βιώσιμη αγορά εργασίας, που αναγνωρίζει και αξιοποιεί το ανθρώπινο δυναμικό χωρίς αποκλεισμούς.The concept of the prohibition of discrimination constitutes one of the most fundamental achievements of the modern rule of law and represents a necessary prerequisite for the effective realization of the principle of equality. Protection against discrimination is not limited to formal equality before the law, but extends to the substantive assurance of equal opportunities, particularly in the sensitive field of employment. Work, moreover, does not merely constitute a means of livelihood; it is closely linked to social integration, personal dignity, and the exercise of fundamental individual rights. Consequently, preventing any form of exclusion from access to the labor market is intrinsically connected to the very functioning of the democratic state and the pursuit of social cohesion.
The pre-contractual stage of hiring, namely the process of searching for, selecting, and evaluating candidates prior to the conclusion of an employment contract—constitutes a critical point for the application of the principle of equal treatment. At this stage, the employer enjoys a broad margin of discretion, as they are called upon to select the personnel, they consider suitable for their needs. However, this discretionary power is not unlimited; on the contrary, it is bounded by the prohibition of discrimination and the obligation to respect human dignity and ensure equal treatment of all candidates. The tension between the freedom of entrepreneurial activity and the need for effective protection against discrimination constitutes one of the central issues in the relevant discourse.
The applicable legal framework, at both national and international and European Union levels, has developed a network of provisions prohibiting discrimination against job applicants on grounds such as gender, age, racial or ethnic origin, religion or beliefs, disability, sexual orientation, and other protected characteristics. This protection derives from the Constitution, particularly Articles 4 and 22, which establish the principle of equality and the right to work—as well as from international conventions such as the European Convention on Human Rights and the instruments of the International Labour Organization. The contribution of EU law is also significant, with key instruments being Directives 2000/43/EC and 2000/78/EC, which have been incorporated into national law and now form the core framework for prohibiting discrimination in employment.
Despite legislative provisions, the practical application of the prohibition of discrimination at the pre-employment stage presents particular difficulties. Discrimination often manifests indirectly, through selection criteria that are not substantially related to the performance of the specific job, such as age limits, preference for a particular gender, or the perpetuation of stereotypical perceptions. Equally problematic is the issue of proof, as rejected candidates often find it difficult to gain access to the actual criteria that led to their rejection. In this context, case law at both national and European levels plays a crucial role in shaping rules and interpretative tools that limit unjustified deviations.
Today, challenges are intensified by new forms of recruitment and the increasing use of digital tools and automated systems for personnel selection. Artificial intelligence and algorithms, although promising objectivity and efficiency, may incorporate or reproduce pre-existing social biases, thereby creating new forms of discriminatory treatment. Thus, the issue of prohibiting discrimination at the pre-contractual stage remains dynamic and evolving, reflecting social, technological, and economic developments.
This paper aims to examine comprehensively the phenomenon of discrimination at the pre-contractual stage of hiring. Through a systematic analysis of the legislative framework, a critical engagement with theory, and an exploration of relevant case law, it seeks to highlight the key issues that arise. The objective is to demonstrate that the substantive application of the principle of equal treatment at the pre-contractual stage is not only a legal obligation, but also a prerequisite for a fair and sustainable labor market that recognizes and utilizes human resources without exclusion.
Περιγραφή
Λέξεις-κλειδιά
Απαγόρευση των διακρίσεων, Άμεση διάκριση, Έμμεση διάκριση, Ίση μεταχείριση, Προστατευόμενα χαρακτηριστικά, Φύλο, Ηλικία, Καταγωγή, Θρησκευτικές πεποιθήσεις, Επαγγελματική απαίτηση, Αναλογικότητα, Δημόσιο συμφέρον, Αποδεικτικές διευκολύνσεις, Βάρος απόδειξης, Πιθανολόγηση, Αιτιώδης συνάφεια, Υπαιτιότητα, Σύγκριση, Θύμα, Αποζημίωση, Κατάρτιση σύμβασης, Οικονομική ανάλυση του δικαίου, Αγορά, Υποψήφιος εργαζόμενος, Πρόσληψη, Prohibition of discrimination, Direct discrimination, Indirect discrimination, Principle of equal treatment, Protective grounds, Gender, Age, Origin, Religius beliefs, Businnes necessity, Proportionality, Public interest, Evidential accommodation, Burden of proof, Prima facie case, Casual connection, Liability, Comparison, Affected person, Compensation, Conclusion of contract, Economic analysis of law, Market, Prospective employee, Recruitment
Παραπομπή
Άδεια Creative Commons
Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως CC0 1.0 Universal
Παραπομπή ως
Ιωαννίδου, Α. (2026). Η απαγόρευση των διακρίσεων κατά το προσυμβατικό στάδιο της πρόσληψης. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/24730
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς
