Το ριζικό κακό, το διαβολικό κακό και η ελευθερία της προαίρεσης στον Kant: μια σχέση αντινομίας
Ημερομηνία έκδοσης
2025-10-31
Συγγραφείς
Επιβλέπων/ουσα
Μέλη εξεταστικής επιτροπής
Τίτλος Εφημερίδας
Περιοδικό ISSN
Τίτλος τόμου
Εκδότης
Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Περίληψη
Μία επίδικη έννοια της καντιανής ηθικής φιλοσοφίας είναι εκείνη της ροπής προς το κακό που αναπτύσσεται στο πρώτο μέρος της Θρησκείας (1793). Ο κύριος στόχος του Kant στο εν λόγω μέρους του έργου είναι να υποστηρίξει την ρηξικέλευθη για την εποχή θεωρία ότι το κακό είναι ριζικό, δηλαδή ριζωμένο ως εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, ενώ ταυτόχρονα τα υποκείμενα μπορούν να το επιλέξουν ελεύθερα και γι’ αυτό καθίστανται ηθικώς υπεύθυνα για την απόκτησή του. Συνεπώς, η ροπή στο κακό έχει μία διφυή και αντιφατική υπόσταση: αφενός χαρακτηρίζεται από τον Kant ως φυσική ροπή, διότι προϋποτίθεται ως υποκειμενικώς αναγκαία για το ανθρώπινο γένος ταυτίζοντάς την με το προπατορικό αμάρτημα· αφετέρου χαρακτηρίζεται ως ηθική ροπή, καθώς είναι αποτέλεσμα της αντικειμενικής τυχαιότητας της επιλογής της από όλα τα υποκείμενα μέσω της ελευθερίας της προαίρεσης, οπότε γίνεται λόγος για ένα παράγωγο αμάρτημα. Τα βασικά ερωτήματα που θέτει η σύγχρονη βιβλιογραφία στην καντιανή θεωρία περί κακού είναι δύο: πρώτον, κατά πόσον ο Kant μπορεί να συμβιβάσει την παραπάνω αντινομία της ροπής στο κακό, γεγονός που αποδίδεται με τον όρο συμβατισμός· δεύτερον, εάν η εν λόγω θεωρία, που περιγράφει ένα ευρύ φάσμα της ηθικής κατάστασης του ανθρώπινου γένους, μπορεί να περιλάβει και να εξηγήσει τις ακραίες περιπτώσεις του απόλυτου ηθικού καλού και κακού. Για την απάντηση αυτών των ερωτημάτων έχουν αναπτυχθεί τέσσερις ερμηνευτικές προσεγγίσεις της καντιανής θεωρίας του κακού: η υπερβατολογική, η εμπειρική-ανθρωπολογική, εκείνη των αρνητών της υπερβατολογικής ερμηνείας και η οιονεί υπερβατολογική. Η παρούσα διπλωματική εργασία αποσκοπεί στην απάντηση των παραπάνω ερωτημάτων υποστηρίζοντας την οιονεί υπερβατολογική ερμηνεία. Προς κατάδειξη αυτού, η εργασία χωρίζεται σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο αφορά στην ανάλυση των βασικών εννοιών του Kant, δηλαδή της ελευθερίας της προαίρεσης, της σχέσης της υπερβατολογικής με την εμπειρική ελευθερία, και της ιεραρχικής δομής των γνωμόνων, μέσω της οποίας διαχωρίζεται η δυνατότητα από την πραγμάτωση του ανθρώπινου κακού. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στην απόδειξη του συμβατισμού της ροπής μέσω της οιονεί υπερβατολογικής ερμηνείας. Το τρίτο κεφάλαιο αφορά στη δυνατότητα της πραγμάτωσης ενός άγιου φρονήματος, οπότε πραγματεύεται το ζήτημα του απόλυτου καλού μέσω της έννοιας του ύψιστου αγαθού. Τέλος, στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται η δυνατότητα πραγμάτωσης του διαβολικού κακού από τους ανθρώπους μέσω του σχολιασμού αποσπασμάτων της ΜτΗ, όπου ο Kant δίνει νέα στοιχεία για το διαβολικό φρόνημα οπότε εξηγείται μέσω της αναλογίας του με το άγιο φρόνημα.One of the most contested concepts in Kantian moral philosophy is that of the propensity to evil, developed in the first part of Religion within the Bounds of Mere Reason (1793). Kant’s main aim in this part of the work is to defend the radical claim that evil is rooted in human nature as an inherent characteristic, while remaining the result of free choice, for which human agents are therefore morally responsible. Consequently, the propensity to evil has a dual and apparently contradictory status: it is described as a natural propensity, presupposed as subjectively necessary for the human species and identified with original sin, and at the same time as a moral propensity, insofar as it arises from the objective contingent free choice of all rational agents, thus constituting a derivative form of sin. The contemporary literature raises two main questions regarding Kant’s theory of evil. First, whether Kant can reconcile this antinomy of the propensity to evil, an issue commonly discussed under the notion of compatibilism. Second, whether this theory, which accounts for the general moral condition of the human species, can also explain the extreme cases of absolute moral good and absolute moral evil. In response to these questions, four main interpretative approaches have emerged: the transcendental, the empirical–anthropological, the anti-transcendental, and the quasi-transcendental approach. This thesis aims to answer the above questions by defending the quasi-transcendental interpretation. To this end, the thesis is structured into four chapters. The first chapter examines Kant’s fundamental concepts, including freedom of choice, the relation between transcendental and empirical freedom, and the hierarchical structure of maxims, through which the distinction between the possibility and the actualization of human evil is established. The second chapter argues for the compatibilism of the propensity to evil on the basis of the quasi-transcendental approach. The third chapter explores the possibility of actualizing a holy disposition and addresses the notion of absolute moral good through the concept of the highest good. Finally, the fourth chapter investigates the possibility of diabolical evil in human beings by analyzing relevant passages from the Metaphysics of Morals, where he offers further insights into the concept of a diabolical disposition, thereby explaining its analogy with the holy disposition.
Περιγραφή
Λέξεις-κλειδιά
ριζικό κακό, διαβολικό κακό, ύψιστο αγαθό, φρόνημα, προαίρεση, radical evil, diabolical evil, highest good, disposition, power of choice
Παραπομπή
Άδεια Creative Commons
Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 International
Παραπομπή ως
Γκουτζούνη, Ε. (2025). Το ριζικό κακό, το διαβολικό κακό και η ελευθερία της προαίρεσης στον Kant: μια σχέση αντινομίας. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/24494
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς
