Κράτος δικαίου και προϋπολογισμός της Ε.Ε.
Ημερομηνία έκδοσης
2024
Συγγραφείς
Επιβλέπων/ουσα
Μέλη εξεταστικής επιτροπής
Τίτλος Εφημερίδας
Περιοδικό ISSN
Τίτλος τόμου
Εκδότης
Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
Περίληψη
Το κράτος δικαίου (rule of law), όπως κατοχυρώνεται στις Συνθήκες της ΕΕ και περαιτέρω ερμηνεύεται στην νομολογία του ΔΕΕ, συνιστά μια οικουμενική αρχή διακυβέρνησης και προϋπόθεση για την προστασία όλων των άλλων θεμελιωδών αξιών της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Η οικουμενικότητα του χαρακτήρα του, καταφαίνεται στο γεγονός ότι συμπεριλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές του ΟΗΕ και η ΕΕ, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέλος της διεθνούς κοινότητας, σέβεται την οικουμενικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές του διεθνούς δικαίου όπως περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με τους διακηρυγμένους στόχους των Συνθηκών της ΕΕ, εν προκειμένω την ΣΕΕ (Συνθήκη για την ΕΕ), η δημοκρατία, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελευθερία, η ισότητα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το κράτος δικαίου αποτελούν τις θεμελιώδεις αρχές της συγκρότησής της και συνεπώς, κοινές αξίες της Ένωσης τις οποίες τα κράτη μέλη οφείλουν να διαφυλάττουν (Άρθρο 2, ΣΕΕ). Στο πλαίσιο του κράτους δικαίου, όλες οι δημόσιες εξουσίες ενεργούν πάντοτε με βάση τους περιορισμούς που θέτει ο νόμος, σύμφωνα με τις αξίες της δημοκρατίας και τα θεμελιώδη δικαιώματα και υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστηρίων. Οι συνιστώσες αρχές του κράτους δικαίου είναι η αρχή της νομιμότητας, που προϋποθέτει μια διαφανή, υπεύθυνη, δημοκρατική και πλουραλιστική διαδικασία για τη θέσπιση νόμων, η ασφάλεια δικαίου, η απαγόρευση της αυθαίρετης άσκησης των εκτελεστικών εξουσιών, η πραγματική δικαστική προστασία από ανεξάρτητα και αμερόληπτα δικαστήρια, ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η διάκριση των εξουσιών, και η ισότητα έναντι του νόμου. Η προάσπιση του κράτους δικαίου εντάσσεται μεταξύ των προτεραιοτήτων της Ένωσης. Προς τούτο, το ζήτημα της ύπαρξης ενός μηχανισμού ο οποίος θα μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση που το κράτος δικαίου παραβιάζεται από ένα κράτος μέλος, απασχολούσε πάντα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Η ίδια η ΣΕΕ, στο άρθρο 7, προβλέπει, σε περίπτωση παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 από ένα κράτος μέλος, τη λήψη μέτρων κατά του κράτους αυτού. Όμως μέχρι το 2020, πέραν των εργαλείων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 7 της ΣΕΕ, ένας συγκεκριμένος και αποτελεσματικός μηχανισμός ο οποίος δύναται να αποτρέψει τέτοιου είδους παραβιάσεις απουσίαζε από την εργαλειοθήκη της ΕΕ, παρόλο ότι υπήρχε τέτοιος σχεδιασμός βάσει των Εκθέσεων της Επιτροπής. Στις 16/12/2020, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε ψήφισμά του, ενέκρινε τον Κανονισμό περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092, μετά από εντατικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ (Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και Κοινοβουλίου της ΕΕ). Ο Κανονισμός ετέθη σε ισχύ την 1/1/2021. Βάση των όσων προβλέπονται από τον Κανονισμό αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορεί να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα σε περίπτωση παραβιάσεων του κράτους δικαίου από ένα κράτος μέλος, μεταξύ των οποίων η αναστολή πληρωμών και δεσμεύσεων, η αναστολή της εκταμίευσης δόσεων ή η πρόωρη αποπληρωμή δανείων, η μείωση της χρηματοδότησης στο πλαίσιο υφιστάμενων δεσμεύσεων, προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος. To δίλημμα στο οποίο έπρεπε να δοθεί απάντηση ήταν εάν στόχος του Κανονισμού πρέπει να είναι η προστασία της αρχής του κράτους δικαίου, μέσω της προστασίας του προϋπολογισμού, ή η προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ μέσω της προστασίας του κράτους δικαίου. Η πρώτη προσέγγιση ήταν θέση του Κοινοβουλίου και αυτή ακριβώς τη θέση αντιπροσώπευε η Επιτροπή στην Πρότασή της προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Η δεύτερη προσέγγιση ήταν θέση του Συμβουλίου. Στην ουσία, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είχαν διαφορετικές στοχεύσεις. Το Κοινοβούλιο είχε τη θέση ότι ο μηχανισμός αιρεσιμότητας έπρεπε να έχει ένα διευρυμένο πεδίο εφαρμογής, ήτοι να εφαρμόζεται για τις εν γένει παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ το Συμβούλιο είχε μια περισσότερο περιοριστική προσέγγιση: ο μηχανισμός έπρεπε να έχει εφαρμογή μόνον στις παραβιάσεις του κράτους δικαίου που είχαν άμεσο αντίκτυπο στον προϋπολογισμό ή στα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Το κράτος δικαίου δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια αλλά μια νομικά δεσμευτική συνταγματική αρχή της ΕΕ, η εφαρμογή της οποίας είναι ουσιώδης στην ζωή των Ευρωπαίων πολιτών. Η συνταγματικότητά του κατοχυρώνεται από το πρωτογενές (Συνθήκες – άρθρο 2 της ΣΕΕ, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ) και στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ (Κανονισμοί - όπως ο Κανονισμός 2020/2092, καθώς και Οδηγίες και Αποφάσεις της ΕΕ που αναφέρονται στο κράτος δικαίου). Ο σεβασμός του κράτους δικαίου είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη λειτουργία της ΕE, περιλαμβανομένης της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, της συγκρότησης του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δίχως εσωτερικά σύνορα, της προστασίας των πολιτών, της διασφάλισης της αµοιβαίας εµπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, της εύρυθµης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, της διατήρησης ενός περιβάλλοντος φιλικού προς τις επενδύσεις, της διασφάλιση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της Ένωσης κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της. Συγχρόνως αποτελεί γνώμονα της εξωτερικής δράσης της Ένωσης. Η προαγωγή του κράτους δικαίου διεθνώς είναι μια βασική πολιτική της ΕΕ κυρίως όσον αφορά την παροχή εξωτερικής βοήθειας προς χώρες του τρίτου κόσμου, αλλά και της εξωτερικής πολιτικής γενικότερα. Το κράτος δικαίου είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Αυτό καταδεικνύει η επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισιόν) για έκδοση Κανονισμών σχετικά με την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης σε περίπτωση παραβιάσεων ή ελλείψεων του κράτους δικαίου εκ μέρους των κρατών μελών. Εν προκειμένω, ο Κανονισμός 2020/2092 με τον οποίο υιοθετήθηκε ο μηχανισμός αιρεσιμότητας σε περίπτωση παραβιάσεων του κράτους δικαίου εκ μέρους ενός κράτους μέλους, αποτελεί ουσιαστικά το προϊόν αυτής της επιδίωξης εκ μέρους της Επιτροπής. Η ΕΕ συνδέει το κράτος δικαίου με την προστασία του προϋπολογισμού μέσω της χρηματοδότησης «υπό όρους». Μια τέτοια πολιτική πραγματοποιείται μέσω μηχανισμών οι οποίοι συνδέουν την εκταμίευση των κονδυλίων της ΕΕ με την εκπλήρωση όρων που στοχεύουν στην επιδίωξη οριζόντιων στόχων πολιτικής, όπως η νομισματική και δημοσιονομική σύγκλιση. Ένας τέτοιος μηχανισμός λειτουργεί και ως εργαλείο άσκησης μόχλευσης στη συμπεριφορά κρατών μελών των οποίων οι δημοσιονομικοί στόχοι αποκλίνουν από αυτούς της Ένωσης. Ο μηχανισμός ενεργοποιείται, αναστέλλοντας ή μειώνοντας την παροχή κονδυλίων προς τα κράτη μέλη, των οποίων η συμπεριφορά παρουσιάζει «γενικευμένες ελλείψεις του κράτους δικαίου» που επηρεάζουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, Η δημιουργία μηχανισμών για την προστασία και προώθηση των αρχών του κράτους δικαίου προέκυψε ως αντίδραση της Ένωσης, όχι μόνον απέναντι σε καταστάσεις που ευθέως απειλούν το κράτους δικαίου, αλλά και σε μια ευρύτερη κρίση της δημοκρατίας και των θεσμών της εντός της ΕΕ, μετά κυρίως τη διεύρυνσή της με την είσοδο κρατών από την Ανατολική Ευρώπη. Η κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητή τη δεκαετία 2010-2020 (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις κρατών μελών όπως η Ουγγαρία και Πολωνία), αν και υπήρξαν κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις κρίσεων και προηγουμένως. Η κρίση του κράτους δικαίου ασφαλώς συνιστά, και χαρακτηρίζεται με τον όρο, «οπισθοδρόμηση» στον τομέα του κράτους δικαίου. Βεβαίως, και πριν την έγκριση του Κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 για τον νέο μηχανισμό αιρεσιμότητας η Ένωση είχε στη διάθεσή της εργαλεία για την προστασία του κράτους δικαίου. Όπως: 1. Οι διαδικασίες του άρθρου 7 της ΣΕΕ. Οι διατάξεις του άρθρου 7 της ΣΕΕ προβλέπουν μια σειρά διαδικασιών για την αντιμετώπιση του κινδύνου σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των θεμελιωδών αξιών της ΕΕ, μεταξύ αυτών και του κράτους δικαίου (όπως εμπεριέχονται στο άρθρο 2 της ΣΕΕ). 2. Οι Εκθέσεις για το κράτος δικαίου. Οι Εκθέσεις για το κράτος δικαίου αποτελούν μηχανισμό πρόληψης που γίνονται ετησίως για την παρακολούθηση της προόδου και τις εξελίξεις, θετικών ή αρνητικών, αναφορικά με την κατάσταση του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη. Καλύπτουν τέσσερις τομείς, οι οποίοι αποκαλούνται «πυλώνες»: Πρώτον, τα συστήματα απονομής δικαιοσύνης. Δεύτερον, το πλαίσιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Τρίτον, την πολυφωνία και την ελευθερία των μέσων επικοινωνίας. Τέταρτον, άλλα θεσμικά ζητήματα σχετικά με το σύστημα ελέγχων και ισορροπιών, τα οποία έχουν σημασία για ένα αποτελεσματικό σύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης. 3. Υποθέσεις ενώπιον της OLAF και της EPPO Οι εργασίες της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) αποσκοπούν στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η OLAF διερευνά περιπτώσεις απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ, διαφθοράς και άλλων σοβαρών παραπτωμάτων στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Οι δράσεις των συγκεκριμένων οργάνων, οπωσδήποτε, συνδέονται με το κράτος δικαίου καθόσον συμβάλλουν θετικά στην προστασία του. • Ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία του προϋπολογισμού και των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Ο σεβασμός στο κράτος δικαίου, η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση και η δημοσιονομική πειθαρχία, αποτελούν σημεία αναφοράς στη διαχείριση των δαπανών στο πλαίσιο του δημοσιονομικού προγραμματισμού ο οποίος είναι αναγκαίος στην κατάρτιση του προϋπολογισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, ο νέος μηχανισμός αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ από παραβιάσεις του κράτους δικαίου, συνιστούσε μία από τις προϋποθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ώστε αυτό να δώσει την έγκρισή του για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2021-2027 (στο οποίο περιλαμβάνεται και το πρόσθετο μέσο ανάκαμψης NGEU – ΕΝ ΤΖΙ Ι ΓΙΟΥ, για τη στήριξη της πράσινης ανάπτυξης και ψηφιακής μετάβασης). Πρέπει να πούμε ότι, η χρήση της «αιρεσιμότητας» εκ μέρους της ΕΕ, ως μέσου για την επίτευξη των πολιτικών και οικονομικών της σκοπών, δεν αφορά μόνον στην περίπτωση της «υπό όρους» χρηματοδότησης των κρατών μελών αλλά και στην περίπτωση της «υπό όρους» ένταξης στην Ένωση υποψηφίων κρατών μελών. Γι’ αυτό δημιουργία ή η ενεργοποίηση μηχανισμών αιρεσιμότητας δεν προτείνεται μόνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά υπάρχει ως στρατηγική της Ένωσης από τη δεκαετία του 1980. Όλο αυτό το διάστημα χρησιμοποιήθηκε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις εξωτερικές της σχέσεις, στο πλαίσιο σύναψης αναπτυξιακών συμφωνιών καθώς και στο πλαίσιο ένταξης υποψηφίων κρατών μελών. Οι εμπορικές συμφωνίες, οι συμφωνίες συνεργασίας και σύνδεσης, η χρηματοπιστωτική βοήθεια, η διπλωματική αναγνώριση και η ενδεχόμενη ένταξη στην ΕΕ, είχαν ως προϋπόθεση τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών από τους εταίρους της Ένωσης και τα υποψήφια προς ένταξη κράτη μέλη. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Ένωση προφανώς διαδραμάτισε έναν «κανονιστικό» ρόλο χρησιμοποιώντας τα οικονομικά και διπλωματικά μέσα για να προωθήσει τις αξίες της, όπως τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κράτος δικαίου, τον σεβασμό στις αρχές της δημοκρατίας. Υπάρχουν διάφοροι μηχανισμοί, οι οποίοι δημιουργήθηκαν από την Επιτροπή, στο πλαίσιο του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) της περιόδου 2014-2020, μεταξύ αυτών Μηχανισμός Εταιρικής Σχέσης για τη συνεργασία με τρίτες χώρες (PI) και ο Μηχανισμός Προενταξιακής Βοήθειας (ΜΠΒ II). Όλοι οι ανωτέρω μηχανισμοί υπόκεινται στις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 236/2014. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός καθορίζει σαφώς, για όλους τους ανωτέρω μηχανισμούς, κοινούς κανόνες και διαδικασίες, μεταξύ των οποίων είναι και η «υπό όρους» χρηματοδότηση των υποψηφίων κρατών μελών. Νομοθετική βάση της «αιρεσιμότητας» αυτών των μηχανισμών αποτελεί το άρθρο 21 της ΣΕΕ. Τούτου δοθέντος, ο εν λόγω Κανονισμός προβλέπει ότι στο πλαίσιο υλοποίησης ενός εκ των ανωτέρω μηχανισμών, τα υφιστάμενα χρηματοπιστωτικά προγράμματα τελούν υπό το καθεστώς της αιρεσιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι τα προγράμματα αυτά μπορούν να τροποποιηθούν από την Επιτροπή, με συνέπεια η εκταμίευση κονδυλίων να αναβληθεί ή να μειωθεί, στην περίπτωση που η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα του ανθρώπου και οι θεμελιώδεις ελευθερίες τελούν υπό κρίση ή άμεση απειλή, στα υπό ένταξη κράτη ή τα κράτη με τα οποία συνεργάζεται η ΕΕ. Ο Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης Βασική ιδέα της λειτουργίας του μηχανισμού είναι ότι η χρηματοδότηση των κρατών μελών τελεί υπό την αίρεση της προσήλωσή τους στις θεμελιώδεις αξίες της και ειδικότερα στην αρχή του κράτους δικαίου. Βεβαίως, δεδηλωμένος σκοπός του εν λόγω μηχανισμού είναι να προστατεύσει τον προϋπολογισμό από τις αρνητικές συνέπειες των παραβιάσεων του κράτους δικαίου και αυτό δηλώνεται και στον τίτλο του παρόντος Κανονισμού, όπου αναφέρεται ως μηχανισμός αιρεσιμότητας, γενικού μάλιστα καθεστώτος, για την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτό δηλώνεται ρητά και στο άρθρο 1 του Κανονισμού, το οποίο καθορίζει και το αντικείμενό του: «Ο παρών κανονισμός ορίζει τους κανόνες που είναι απαραίτητοι για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη». Ο μηχανισμός αιρεσιμότητας, έχει προληπτικό χαρακτήρα, αποσκοπώντας στο να αποθαρρύνει τα κράτη μέλη από την υιοθέτηση μέτρων που θέτουν σε κίνδυνο το κράτος δικαίου, και ως εκ τούτου, έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Συνεπώς, για να εφαρμοστεί ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, να υπάρχουν παραβιάσεις του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος και δεύτερον, αυτές οι παραβιάσεις να θέτουν σε κίνδυνο τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού και να απειλούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης κατά τρόπο «επαρκώς άμεσο». Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον Κανονισμό, οι παραβιάσεις θα προσδιορίζονται κατόπιν μιας «ενδελεχούς και ποιοτικής αξιολόγησης» εκ μέρους της Επιτροπής, μιας αξιολόγησης «αμερόληπτης, δίκαιης και αντικειμενικής». Οι πληροφορίες και τα στοιχεία για την αξιολόγηση θα συλλέγονται από πηγές θεσμικών φορέων όπως οι εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι αποφάσεις του ΔΕΕ, η ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το κράτος δικαίου, οι εκθέσεις της OLAF και EPPO, οι συστάσεις διεθνών οργανισμών και δικτύων, όπως μεταξύ άλλων τα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης (Επιτροπή της Βενετίας, Συμβούλιο της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς κλπ. Είναι επίσης σημαντικό ότι όπως προβλέπεται από τον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να γνωστοποιεί στα κράτη μέλη τα οποία ελέγχονται για παραβιάσεις του κράτους δικαίου τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υπάρχουν παραβιάσεις. Παράλληλα, πρέπει να ενημερώνει το Συμβούλιο της ΕΕ, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το κράτος μέλος έχει δικαίωμα να υποβάλλει παρατηρήσεις και η Επιτροπή οφείλει να τις λάβει υπόψη. Το Συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τη λήψη της τελικής απόφασης, δηλαδή τη θέσπιση των μέτρων που κρίνονται κατάλληλα για την περίπτωση, απόφαση η οποία έχει εκτελεστική ισχύ. Μετά την εφαρμογή των μέτρων, τα οποία αφορούν στην αναστολή ή την τροποποίηση της χρηματοδότησης του κράτους μέλους, η Επιτροπή παρακολουθεί τακτικά τις εξελίξεις στο ελεγχόμενο κράτος μέλος όσον αφορά τη συμμόρφωσή του ως προς τις απαιτούμενες αλλαγές, ή άλλως διορθωτικά μέτρα τα οποία είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί το κράτος δικαίου. Η Επιτροπή θα επαναξιολογήσει την κατάσταση το πολύ εντός ενός έτους από τη θέσπιση των μέτρων. Εάν κρίνει ότι η κατάσταση η οποία οδήγησε στη λήψη των μέτρων έχει επανορθωθεί, τότε η Επιτροπή θα υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το οποίο είναι υπεύθυνο για την άρση των μέτρων. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, όπως προβλέπεται από τον Κανονισμό, δε θίγονται τα νόμιμα συμφέροντα των τελικών αποδεκτών και δικαιούχων των κονδυλίων της Ένωσης (επιχειρήσεις, οργανισμοί κλπ) οι οποίοι συνεχίζουν να λαμβάνουν τις πληρωμές τους, απευθείας, από τα οικεία κράτη μέλη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή του Κανονισμού δημοσίευσε επίσης τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με το γενικό καθεστώς αιρεσιμότητας, το οποίο έχει ως στόχο την προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου. Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι αναγκαίες για την ορθή εφαρμογή του Κανονισμού αλλά και την ενημέρωση όλων των ενδιαφερομένων. Η Επιτροπή είναι επίσης υπεύθυνη για την σύνταξη και διαχείριση των ετήσιων Εκθέσεων σχετικά με την κατάσταση του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 έχει ως νομική βάση τις διατάξεις του άρθρου 322 της ΣΛΕΕ και ειδικότερα την παρ.1, σύμφωνα με την οποία Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ελεγκτικό Συνέδριο, θεσπίζουν δημοσιονομικούς κανονισμούς που ρυθμίζουν τα ζητήματα κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης. (το άρθρο 322 ΣΛΕΕ ως νομική βάση του Κανονισμού αιρεσιμότητας κατοχυρώθηκε νομολογιακά, όπως θα αναφέρουμε κατωτέρω, από το ΔΕΕ). Κριτική που ασκήθηκε στον Κανονισμό: • Ο εν λόγω Κανονισμός, αν και για πολλούς είναι κατώτερος των προσδοκιών όσον αφορά την ευρύτητα του πεδίου εφαρμογής του για την προστασία του κράτους δικαίου, αφού περιορίζεται στις παραβιάσεις του κράτους δικαίου που επηρεάζουν ή απειλούν να επηρεάσουν αρνητικά τον προϋπολογισμό και τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ • Το ερώτημα που τίθεται από όσους ασκούν κριτική επί του Κανονισμού και της στόχευσής του είναι εάν ο νέος μηχανισμός αιρεσιμότητας αποσκοπεί στην προστασία του κράτους δικαίου ή στην προστασία του προϋπολογισμού και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Η επιβολή κυρώσεων έχει ως στόχο την αντιμετώπιση των παραβιάσεων του κράτους δικαίου ή την προστασία του προϋπολογισμού από τις επιπτώσεις που απορρέουν «κατά τρόπο επαρκώς άμεσο» από τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου; • Είναι γεγονός ότι τα προβλήματα ερμηνείας δημιουργήθηκαν ευθύς εξαρχής, καθόσον ο μηχανισμός αιρεσιμότητας υπήρξε προϊόν συμβιβασμού μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (Συμβούλιο και Κοινοβούλιο) τα οποία άλλωστε συννομοθέτησαν και ενέκριναν τον Κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 • .Αν και ο ίδιος ο τίτλος του Κανονισμού «περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης» δηλώνει τον κύριο σκοπό του, ήτοι την προστασία του προϋπολογισμού, εντούτοις, τόσο οι αντιδράσεις των μελών του Ευρωκοινοβουλίου μετά την ψήφιση του συγκεκριμένου Κανονισμού, όσο και η έμφαση και η σημασία που αποδίδεται στο κράτος δικαίου ως αξιακής αρχής της Ένωσης, μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο και η ρητορική των διατάξεων του Κανονισμού, εγείρουν ερωτηματικά ως προς τους πραγματικούς σκοπούς όσων συνετέλεσαν και ενήργησαν για τη δημιουργία του μηχανισμού. Γι’ αυτό, πολλοί θεωρούν, ότι οι συντάκτες του Κανονισμού είχαν ως κίνητρο περισσότερο την υπεράσπιση του κράτους δικαίου μέσω του προϋπολογισμού παρά για την προστασία του προϋπολογισμού μέσω του κράτους δικαίου. • Συγχρόνως, η γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου, η οποία δεν δημοσιεύτηκε, ήταν αρνητική ως προς την πρόταση της Επιτροπής για έναν Κανονισμό μηχανισμού αιρεσιμότητας, καθόσον αυτός δεν πρέπει να έχει τον ίδιο στόχο με τη διαδικασία του άρθρου 7 της ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει τη λήψη μέτρων, σε περίπτωση παραβίασης των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης (άρθρο 2, ΣΕΕ) από ένα κράτος μέλος. Την ανωτέρω γνωμοδότηση χρησιμοποίησαν στα επιχειρήματα τους η Ουγγαρία και η Πολωνία στην προσφυγή τους στο ΔΕΕ με την οποία αιτήθηκαν την ακύρωση του εν λόγω Κανονισμού. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά τους και ουσιαστικά κατοχύρωσε νομολογιακά τον Κανονισμό. • Η Νομική Υπηρεσία θεωρούσε ότι τόσο ο μηχανισμός αιρεσιμότητας, όπως αυτόν που πρότεινε η Επιτροπή, και το άρθρο 7 της ΣΕΕ, οδηγούνται στο ίδιο αποτέλεσμα και τις ίδιες συνέπειες. Κατά συνέπεια, ένας μηχανισμός αιρεσιμότητας σε αυτή την περίπτωση δεν χρειάζεται, καθόσον το άρθρο 7 της ΣΕΕ, ο μόνος διαθέσιμος μηχανισμός βάσει των Συνθηκών παρέχει μια πλήρη και περιεκτική διαδικασία και τίποτα επιπλέον δεν μπορεί να προστεθεί. Μάλιστα, επειδή το παράγωγο δίκαιο της ΕΕ (όπως είναι ο Κανονισμός) δεν μπορεί να τροποποιεί, να συμπληρώνει ή να έχει ως αποτέλεσμα την παράκαμψη της διαδικασίας που προ βλέπεται στο άρθρο 7 ΣΕΕ, δεν μπορεί και να γίνει χρήση οποιουδήποτε άλλου μηχανισμού επιβολής κυρώσεων στην περίπτωση παραβιάσεων του κράτους δικαίου. Τελικά, το κείμενο του Κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092, το οποίο ψηφίστηκε κα τέθηκε σε ισχύ, διαμορφώθηκε μέσα από αλλαγές σε όρους και περιεχόμενο, οι οποίες άφησαν ικανοποιημένα και τα δύο μέρη (Κοινοβούλιο και Επιτροπή από την μία, κράτη μέλη και Συμβούλιο από την άλλη). Η πλέον σημαντική είναι ότι αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του μηχανισμού είναι οι επιπτώσεις, ένεκα των παραβιάσεων του κράτους δικαίου, να επηρεάζουν ή να απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν κατά τρόπο «επαρκώς άμεσο» τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Μια παρατήρηση από τα ανωτέρω είναι ότι το Κοινοβούλιο εμφανίζεται ως υπέρμαχος της θέσης ότι ο σεβασμός και η προαγωγή των θεμελιωδών αξιών της Ένωσης αποτελεί πρωταρχικό στόχο και πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, γεγονός βέβαια που καταδεικνύει ότι η θέση του Κοινοβουλίου ταυτίζεται περισσότερο με το όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης κοινών αξιών, μιας πολιτικής και, όχι μόνον, οικονομικής Ένωσης. Αντίθετα, το Συμβούλιο, εστιάζει στην προστασία του προϋπολογισμού και των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης έναντι των αρχών του κράτους δικαίου. • Ένας τόσο ισχυρός μηχανισμός αιρεσιμότητας, έχοντας πλέον πλήρη νομοθετική κατοχύρωση από την νομολογία του ΔΕΕ, καθιστά την αιρεσιμότητα, τουλάχιστον για τους υπέρμαχους αυτής εντός της ΕΕ, μια «εύκολη λύση», μια «ελκυστική επιλογή» στην οποία μπορεί να καταφύγουν τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όταν αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις οι οποίες φαίνεται ότι μπορεί να ελεγχθούν μέσω τέτοιων μηχανισμών. Η κριτική βεβαίως που ασκείται στην ανωτέρω προσέγγιση είναι ότι η συνεχής επέκταση της αιρεσιμότητας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπου κύρια επιδίωξη είναι η προστασία της αξιακής ταυτότητας της ΕΕ, αναγκαίας για την πολιτική και οικονομική Ένωση, μπορεί να δημιουργήσει ζητήματα όσον αφορά την αρχή της ισότητας των κρατών μελών. Νομολογία του ΔΕΕ Η Ουγγαρία και Πολωνία, δύο χώρες οι οποίες απασχόλησαν την ΕΕ για παραβιάσεις του κράτους δικαίου, προσέφυγαν στο ΔΕΕ με σκοπό την ακύρωση του Κανονισμού αιρεσιμότητας. Και στις δύο υποθέσεις C-156/21 (προσφυγή Ουγγαρίας) και C-157/21 τα προσφεύγοντα κράτη μέλη αιτήθηκαν την ακύρωση του Κανονισμού βάσει αρκετών λόγων με κυριότερους, αυτόν τον οποίο πρόβαλε και στην (αναφέρθηκε ανωτέρω) στη μη δημοσιευθείσα γνωμοδότησή του η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου περί καταστρατήγησης του άρθρου 7 της ΣΕΕ και επίσης ότι ο εν λόγω Κανονισμός στερείται προσήκουσας νομικής βάσης του εν λόγω Κανονισμού. Το ΔΕΕ με την απόφασή του (16/2/2022) στις υποθέσεις C-156/21 και C-156/21, απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως στο σύνολό τους. • Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (στο βασικό επιχείρημα) μπορεί μεν οι διατάξεις του άρθρου 322, παρ.1 α΄, να παρέχουν στο νομοθέτη (Συμβούλιο, Κοινοβούλιο) την εξουσία να θεσπίζει δημοσιονομικούς κανονισμούς κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού, πλην όμως, «οι ως άνω δημοσιονομικοί κανονισμοί αποσκοπούν στη ρύθμιση όλων των πτυχών οι οποίες συνδέονται με την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης και οι οποίες καλύπτονται από τον επιγραφόμενο «Δημοσιονομικές διατάξεις» τίτλο ΙΙ του έκτου μέρους της ΣΛΕΕ, το οποίο αφορά «θεσμικές και δημοσιονομικές διατάξεις», και, ως εκ τούτου, στη ρύθμιση της εν λόγω εκτέλεσης υπό ευρεία έννοια. Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι ως άνω δημοσιονομικοί κανονισμοί καλύπτουν όχι μόνον τους κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται οι εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό δαπάνες, αλλά επίσης αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της τήρησης, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και από τα κράτη μέλη. Το ΔΕΕ, ούτως, συνδέει του δημοσιονομικούς κανονισμούς με την τήρηση της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, η οποία συνδέεται άμεσα με το κράτος δικαίου. Κατά αυτόν τον τρόπο οι δημοσιονομικοί κανονισμοί του άρθρου 322 ΣΛΕΕ συνδέονται εμμέσως με την προστασία του κράτους δικαίου. Δέκα μήνες μετά την ανωτέρω ετυμηγορία το Συμβούλιο της Ευρώπης, με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/2506, εφάρμοσε για πρώτη φορά τον Κανονισμό 2020/2092, αποφασίζοντας τη λήψη μιας σειράς μέτρων για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην περίπτωση της Ουγγαρίας. ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ: Ο νέος μηχανισμός αιρεσιμότητας, μέρος πλέον της ενωσιακής συνταγματικής τάξης, ο οποίος είναι άμεσα εκτελεστός, αντιμετωπίζει αποτελεσματικά, πολύ περισσότερο από άλλα εργαλεία της Ένωσης, τις παραβιάσεις ή τις επαπειλούμενες παραβιάσεις κατά του κράτους δικαίου, έστω και αν αυτές αφορούν μόνον στις περιπτώσεις που συνδέονται κατά τρόπο «επαρκώς άμεσο» με την προστασία του προϋπολογισμού ή των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Έτσι αν και φαίνεται κατ’αρχάς ότι το κέντρο βάρους, μετατοπίζεται από μια Ευρώπη των κοινών αξιών σε μια Ευρώπη των οικονομικών συμφερόντων, μένει να αποδειχθεί εάν η υιοθέτησή του αποτελεί ένα μικρό αλλά γενναίο βήμα για την προστασία των θεμελιωδών αξιών και εν τέλει της αξιακής ταυτότητας της ίδιας της Ένωσης.The rule of law, as enshrined in the EU Treaties and further interpreted in the case law of the Court of Justice of the European Union (CJEU), constitutes a universal principle of governance and a prerequisite for the protection of all other fundamental values of the Union, including fundamental human rights and democracy. Its universality is evident in its inclusion among the fundamental principles of the United Nations (UN). The EU, as an integral part of the international community, respects the universality of human rights and freedoms, as well as the fundamental values and principles of international law outlined in the UN Charter. According to the declared objectives of the EU Treaties, specifically the Treaty on European Union (TEU), democracy, respect for human rights, freedom, equality, human dignity, and the rule of law are fundamental principles of the Union's formation and, therefore, shared values that Member States are obliged to uphold (Article 2, TEU). Within the framework of the rule of law, all public authorities operate under legal constraints, consistent with democratic values and fundamental rights, and subject to oversight by independent and impartial courts. The principles underpinning the rule of law include the principle of legality (requiring transparent, accountable, democratic, and pluralistic law-making processes), legal certainty, prohibition of arbitrary executive powers, effective judicial protection by independent and impartial courts, judicial review, respect for fundamental rights, separation of powers, and equality before the law. Defending the rule of law is a priority for the Union. Consequently, the issue of a mechanism to be activated when the rule of law is violated by a Member State has long preoccupied EU institutions. Article 7 of the TEU provides for measures against a Member State in cases of violation of the values of Article 2. However, until 2020, apart from the tools provided under Article 7 TEU, there was no specific and effective mechanism to prevent such violations, despite plans for one as noted in the Commission's reports. On December 16, 2020, the European Parliament adopted Regulation (EU, Euratom) 2020/2092 on a general regime of conditionality for the protection of the Union's budget, following intense negotiations among EU institutions (European Commission, European Council, and European Parliament). The regulation came into effect on January 1, 2021. Under this conditionality regulation, the Union's institutions may take effective measures in cases of rule of law violations by a Member State, including suspension of payments, reduction of funding under existing commitments, or early repayment of loans. A key debate centered on whether the regulation's aim should be the protection of the rule of law through budget protection or the protection of the EU budget via the rule of law. The Parliament favored a broader scope for the mechanism, applying to all rule of law violations, while the Council took a more restrictive view, limiting its application to violations directly impacting the EU's budget or financial interests. The rule of law is not an abstract concept but a legally binding constitutional principle of the EU, essential to the lives of European citizens. Its constitutional status is secured by primary law (Treaties – Article 2 TEU, EU Charter of Fundamental Rights) and secondary EU law (e.g., Regulation 2020/2092, EU Directives, and Decisions referencing the rule of law). Respect for the rule of law is vital for the EU's functioning, including the effective implementation of EU law, the establishment of a European area of freedom, security, and justice without internal borders, the protection of citizens, mutual trust among Member States, the smooth functioning of the internal market, fostering an investment-friendly environment, and safeguarding sound financial management of EU funds.The creation of mechanisms to protect and promote the principles of the rule of law emerged as a response by the Union to situations directly threatening the rule of law and to a broader crisis of democracy and institutions within the EU, especially following its enlargement to include Eastern European states. The rule of law crisis became particularly pronounced between 2010-2020, notably in Member States such as Hungary and Poland, though isolated crises existed earlier. This crisis signifies a "backsliding" in the rule of law domain. Notably, even before the adoption of Regulation (EU, Euratom) 2020/2092, the Union had tools to safeguard the rule of law, including: Procedures under Article 7 TEU Article 7 provides a series of procedures to address the risk of serious and persistent breaches of the Union's fundamental values, including the rule of law (Article 2 TEU). Rule of Law Reports The annual Rule of Law Reports serve as a preventive mechanism, monitoring progress and developments—positive or negative—regarding the state of the rule of law in Member States. They cover four pillars: Justice systems Frameworks for combating corruption Media pluralism and freedom Institutional issues related to checks and balances essential for effective democratic governance. Cases before OLAF and EPPO The European Anti-Fraud Office (OLAF) and the European Public Prosecutor’s Office (EPPO) work to protect the Union’s financial interests. OLAF investigates fraud against the EU budget, corruption, and other serious misconduct within EU institutions. These agencies' activities are closely linked to the rule of law as they contribute positively to its protection. Respect for the rule of law is essential for safeguarding the EU budget and financial interests. The rule of law, sound financial management, and fiscal discipline are benchmarks in managing expenditures within the Union's fiscal programming. In this context, the new conditionality mechanism for protecting the EU budget against rule of law violations became one of the European Parliament’s conditions for approving the new Multiannual Financial Framework for 2021-2027, which includes the Next Generation EU (NGEU) instrument for green and digital transitions. The use of conditionality by the EU, as a means to achieve political and economic objectives, extends beyond Member State funding. It also applies to the conditional accession of candidate countries. For decades, conditionality has been a strategic EU policy in external relations, including development agreements and candidate country accession frameworks. Trade agreements, association agreements, financial aid, diplomatic recognition, and potential EU membership have all required adherence to human rights and democratic principles by EU partners and candidate countries. In this sense, the EU has played a "normative" role, leveraging economic and diplomatic tools to promote values such as human rights and the rule of law. Mechanisms like the Partnership Instrument (PI) and the Instrument for Pre-Accession Assistance (IPA II), created during the 2014-2020 Multiannual Financial Framework, exemplify this conditionality. These instruments, governed by Regulation (EU) 236/2014, establish common rules and procedures, including conditional funding for candidate countries. Their legal basis lies in Article 21 TEU, which mandates conditionality in financial programs when democracy, the rule of law, human rights, and fundamental freedoms are threatened or under review. Regulation (EU, Euratom) 2020/2092: A General Regime of Conditionality for Protecting the EU Budget The core idea of the mechanism is that funding to Member States is contingent on their adherence to the Union’s fundamental values, particularly the rule of law. The declared purpose of the mechanism is to protect the EU budget from the adverse effects of rule of law violations. This is explicitly stated in the regulation's title and Article 1: "This Regulation establishes the rules necessary for the protection of the Union budget in case of breaches of the principles of the rule of law in Member States." The mechanism is preventive, aiming to deter Member States from adopting measures that endanger the rule of law and negatively impact the EU budget. Two conditions must be met for the regulation to apply: Violations of the rule of law in a Member State. These violations must endanger sound financial management of the budget or threaten the Union’s financial interests in a "sufficiently direct" manner. The identification of violations requires an "in-depth and qualitative assessment" by the Commission, conducted in an "impartial, fair, and objective" manner. Sources for this evaluation include reports from institutional bodies like the European Court of Auditors, CJEU decisions, the Commission’s annual Rule of Law Report, OLAF and EPPO reports, and recommendations from international organizations and networks such as the Council of Europe. Moreover, the EU links rule of law protection with its budget through conditional funding mechanisms, which tie the disbursement of EU funds to compliance with conditions aimed at achieving overarching policy objectives. Such mechanisms also serve as leverage in influencing Member States' behavior when their budgetary goals deviate from those of the Union.It is also significant that, as provided in the regulation, the Commission is obligated to notify Member States under scrutiny for rule of law violations of the reasons why such breaches are considered to exist. Additionally, the Commission must inform the EU Council and the European Parliament. The Member State in question has the right to submit observations, which the Commission is required to consider. The Council is responsible for the final decision, establishing the appropriate measures for the case, and this decision carries binding effect. Following the implementation of measures, which may involve the suspension or adjustment of funding to the Member State, the Commission regularly monitors developments in the Member State concerning compliance with the required changes or corrective actions necessary to uphold the rule of law. The Commission will reassess the situation within one year of the measures being implemented. If the situation that led to the measures is deemed to have been rectified, the Commission will propose lifting the measures to the Council. Importantly, the regulation ensures that the legitimate interests of the final recipients and beneficiaries of EU funds (businesses, organizations, etc.) are not affected. They continue to receive payments directly from the relevant Member States. The European Commission, responsible for implementing the regulation, has also published guidelines regarding the general conditionality regime, aiming to protect the EU budget from rule of law breaches. These guidelines are essential for the proper application of the regulation and for informing all stakeholders. Additionally, the Commission is tasked with drafting and managing annual reports on the rule of law situation in Member States. The legal basis for Regulation (EU, Euratom) 2020/2092 is found in Article 322 of the Treaty on the Functioning of the European Union (TFEU), particularly paragraph 1, which authorizes the European Parliament and the Council, acting through the ordinary legislative procedure and following consultation with the Court of Auditors, to adopt financial regulations governing the establishment and execution of the Union's budget. This legal basis for the regulation was affirmed in the case law of the CJEU, as mentioned below. Criticism of the Regulation The regulation has faced criticism for falling short of expectations regarding its scope in protecting the rule of law. Critics argue that it is limited to violations of the rule of law that negatively impact or threaten to impact the EU budget and financial interests. The question posed by critics is whether the new conditionality mechanism aims to protect the rule of law itself or to safeguard the budget and financial interests of the Union. Is the imposition of sanctions meant to address rule of law breaches or to protect the budget from consequences that arise "in a sufficiently direct manner" from such breaches? The interpretative challenges arose early on, as the conditionality mechanism resulted from a compromise between the EU institutions (Council and Parliament), which co-legislated and approved Regulation (EU, Euratom) 2020/2092. While the regulation's title explicitly indicates its primary objective—the protection of the budget—the emphasis placed on the rule of law as a core EU value raises questions about the true intentions behind its creation. Many believe the regulation's drafters were more motivated by defending the rule of law through budgetary measures rather than the reverse. The Council's Legal Service expressed reservations about the Commission's proposal for a conditionality mechanism, arguing that it should not have the same objective as the Article 7 TEU procedure, which provides measures for breaches of the Union's fundamental values (Article 2 TEU) by a Member State. This opinion was used by Hungary and Poland in their appeal to the CJEU seeking annulment of the regulation. However, the Court dismissed their appeal, effectively confirming the regulation's legality.An observation from the above is that the European Parliament emerges as a strong advocate of the position that respect for and promotion of the Union’s fundamental values constitute a primary objective and core of European integration. This position aligns with the vision of a united Europe based on shared values—both political and economic. In contrast, the Council focuses more on protecting the budget and financial interests of the Union rather than emphasizing the rule of law principles. A robust conditionality mechanism, now fully enshrined in EU law through the CJEU’s case law, makes conditionality an "attractive option" for Member States and EU institutions when addressing serious challenges that can be tackled through such mechanisms. However, criticism of this approach argues that the continuous expansion of conditionality in European integration—where the primary goal is the protection of the EU’s value identity necessary for its political and economic union—may raise issues regarding the principle of equality among Member States. Case Law of the CJEU Hungary and Poland, two Member States scrutinized for rule of law violations, challenged the conditionality regulation before the CJEU, seeking its annulment. In cases C-156/21 (Hungary) and C-157/21 (Poland), the claimant Member States argued that the regulation infringed upon the procedures established in Article 7 TEU and lacked a proper legal basis. The CJEU, in its judgment on February 16, 2022, dismissed the actions in their entirety. According to the Court, while the provisions of Article 322(1)(a) TFEU allow the legislator (Council and Parliament) to establish financial regulations for the preparation and execution of the budget, these regulations are intended to govern all aspects connected to the execution of the EU budget. This includes ensuring adherence to the principle of sound financial management, which is closely linked to the rule of law. Therefore, Article 322 TFEU indirectly supports the protection of the rule of law through financial regulations. The CJEU emphasized that financial regulations under Article 322 TFEU extend not only to defining how budgetary expenses are executed but also aim to ensure compliance with sound financial management during budget execution by Member States. Implementation of the Regulation Ten months after the CJEU’s ruling, the Council of the European Union, through Implementing Decision (EU) 2022/2506, applied the regulation for the first time. It imposed measures to protect the Union’s budget from rule of law violations in Hungary. Conclusion The new conditionality mechanism, now part of the EU’s constitutional framework and directly enforceable, effectively addresses rule of law breaches or threats thereof, provided they are "sufficiently direct" in relation to the EU budget or financial interests. Although it might appear that the focus has shifted from a Europe of shared values to a Europe of financial interests, it remains to be seen whether its adoption marks a small but courageous step toward safeguarding the fundamental values and, ultimately, the value identity of the Union itself. The Legal Service contended that the conditionality mechanism proposed by the Commission and the Article 7 TEU procedure lead to the same outcome and consequences. Therefore, an additional mechanism was unnecessary, as Article 7 TEU provides a comprehensive process, and derivative EU law (such as the regulation) cannot modify, supplement, or circumvent the procedures established in the treaties. Ultimately, the regulation's final text, which was adopted and entered into force, was shaped by compromises that satisfied both sides (Parliament and Commission on one side, Member States and Council on the other). The key compromise is that the mechanism's activation requires the impact of rule of law violations to affect or threaten to affect the EU budget in a "sufficiently direct" manner.
Περιγραφή
Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, ΠΜΣ, κατεύθυνση Δίκαιο και Πολιτικές της Ε.Ε., 2024
Βιβλιογραφία: σ. 130-137
Βιβλιογραφία: σ. 130-137
Λέξεις-κλειδιά
Κράτος Δικαίου, Αιρεσιμότητα, Προϋπολογισμός, Ε.Ε., Rule of Law, Secession, Budget, EU
Παραπομπή
Άδεια Creative Commons
Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0
Παραπομπή ως
Καλεντάκης, Ε. Ι. (2024). Κράτος δικαίου και προϋπολογισμός της Ε.Ε. Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/12655
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς
