Μια συζήτηση για το safe space: διαπραγματεύσεις και αντιστάσεις

Μικρογραφία εικόνας

Ημερομηνία έκδοσης

2024

Συγγραφείς

Επιβλέπων/ουσα

Μέλη εξεταστικής επιτροπής

Τίτλος Εφημερίδας

Περιοδικό ISSN

Τίτλος τόμου

Εκδότης

Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Περίληψη

Μια γενεαλογία της έννοιας του «ασφαλούς χώρου» (safe space) εντοπίζεται αρχικά στον queer και φεμινιστικό λόγο της δεκαετίας του 1960 (Kenney, 2001), όπως και στη φεμινιστική γεωγραφία των δεκαετιών 1980 και 1990 που εστίασε στην κοινωνική εμπειρία έκθεσης, επισφάλειας και φόβου στη χρήση του (πατριαρχικά δομημένου) δημόσιου χώρου εκ μέρους γυναικών και άλλων έμφυλων υποκειμένων (Pain, 2001· The Combahee river collective, 2014). Σταδιακά, η έννοια ενσωματώνεται σε κυρίαρχους λόγους περί δημόσιας ασφάλειας, σε ευθυγράμμιση με ιδεολογίες «αστυνόμευσης και ιδιωτικοποίησης» (Hanhardt, 2013). Εκκινώντας από αυτή τη γενεαλογία, η εργασία επιχειρεί να προβληματοποιήσει τις εκφορές του όρου που συναρθρώνονται με νεοφιλελεύθερα προτάγματα και πρακτικές, οι οποίες «ψυχολογικοποιούν την πολιτική διαφορά και συγκαλύπτουν δομικά ελλείμματα» (Halberstam, 2017). Με έμφαση στις αμφισημίες που διέπουν αυτή την έννοια, ως αναλυτική κατηγορία και ως κοινωνικοπολιτικό διακύβευμα, παρουσιάζονται όψεις της έντασης μεταξύ κλειστότητας και ανοιχτότητας των ασφαλών χώρων, η οποία αρθρώνεται ως πολιτικό δίλημμα στα συμφραζόμενα που εξετάζει η συγκεκριμένη έρευνα. Η χρήση του προσδιορισμού «ασφαλής» αναθεωρείται, περιπλέκεται και ενίοτε περιορίζεται καθώς αντικαθίσταται από άλλους όρους: οι αναθεωρήσεις αυτές υποδηλώνουν μια μη τελεολογική εννοιολόγηση του ασφαλούς χώρου, σύμφωνα με την οποία η «ασφάλεια» ορίζεται ως διαρκώς υπό παραγωγή και αίρεση, διαρκώς ελευσόμενη, ποτέ πλήρως και ταυτοχρόνως εφικτή για όλα τα υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτή, ακριβώς αφού ο δημόσιος χώρος, στην πληθυντικότητα του, διέπεται από πολύμορφες σχέσεις εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των έμφυλων, φυλετικών και ταξικών ιεραρχιών. Σε τέτοιου είδους ερωτήματα εντοπίζεται το ερευνητικό πεδίο της παρούσας εργασίας. Θέτοντας στο επίκεντρο την αναλυτική κατηγορία της ασφάλειας, αναρωτιέμαι, μαζί με τις συνομιλή(τρι)ες και τους συνομιλητές μου, σε ποια ασφάλεια αναφέρονται οι διαφορετικές κοινωνικές επιτελέσεις του ασφαλούς χώρου, και πώς αυτές διαπερνιούνται από, ή αντιστέκονται σε, ηγεμονικά καθεστώτα λόγου; Τίθεται, επιπλέον, το ζήτημα της αντιπαραθετικής λειτουργίας κλειστότητας / ανοιχτότητας των ασφαλών χώρων: πώς οι ασφαλείς χώροι παράγονται από τις συναντήσεις μεταξύ υποκειμένων με διαφορετικό ταυτοτικό αυτοπροσδιορισμό και διαφορετική θέση στο φάσμα της επισφάλειας ή, με ποιους όρους, η συνύπαρξη οδηγεί σε αναδίπλωση στην ιδιώτευση; Η εργασία επιχειρεί να καταδείξει πώς, τελικά, ο χώρος είναι υπό διαρκή κοινωνική συγκρότηση και πραγματώνεται μέσα από ενσώματες, γλωσσικές, και συναισθηματικές ή συντροφικές σχέσεις και πρακτικές των υποκειμένων που τον ενοικούν σε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες πολύμορφης επισφάλειας.
A genealogy of the concept of «safe space» can be traced initially within queer and feminist discourses of the 1960s (Kenney, 2001), as well as in feminist geography of the 1980s and 1990s, which focused on the social experience of exposure, precariousness and fear in the use of the (patriarchally structured) public space by women and other gendered subjects (Pain, 2001· The Combahee River Collective, 2014). Gradually, the concept became a constitutive part of dominant discourses of public safety, in alignment with ideologies of policing and privatisation (Hanhardt, 2013). Starting from this genealogy, this thesis attempts to problematize the articulations of the term with neoliberal imperatives and practices that «psychologise political differences and mask structural deficits» (Halberstam, 2017). With emphasis on the ambiguities underlying this concept, as an analytical category and as a sociopolitical stake, the dissertation presents aspects of the tension between the closure and opening of safe spaces, which is expressed as a political dilemma in the contexts examined in this research. The use of the term «safe» is revised by various social agents and suggests a nonteleological conceptualisation of safe space, whereby «safety» is defined as constantly under social construction and subject to ongoing reconsideration, constantly negotiable, and never fully and evenly achievable for each of the subjects involved in it. It is within these questions that the scope of this research is situated. By placing the analytical category of security at the centre, I ask, together with my interlocutors: what frames of security do different social performances of safe space refer to, and in what different ways they are permeated by, or resist, hegemonic discourse regimes. It further raises the question of the counterpositional closure/openness function of safe spaces: How are safe spaces produced by encounters between subjects with different identity self-definitions and different positions on the spectrum of precarity or, under what conditions does coexistence lead to a reversion to privatization? The thesis attempts to demonstrate how, ultimately, space is under constant constitution and actualized through embodied, discursive, affective relations and practices of the subjects who embody and inhabit it in socio-political conditions of multimodal precarity.

Περιγραφή

Διπλωματική εργασία - Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, ΠΜΣ "Κοινωνική και Πολιτισμική Ανθρωπολογία", 2024
Βιβλιογραφία: σ. 46-54

Λέξεις-κλειδιά

Safe space, ασφάλεια, συλλογικότητα, νεοφιλελευθερισμός, δημόσιος χώρος, Safe space, security, safety, collective, neoliberalism, public space

Παραπομπή

Άδεια Creative Commons

Εκτός εάν σημειώνεται διαφορετικά, η άδεια αυτού του αντικειμένου περιγράφεται ως Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0

Παραπομπή ως

Κονδύλη, Μ. Α. (2024). Μια συζήτηση για το safe space: διαπραγματεύσεις και αντιστάσεις. Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. https://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/12632
Προσοχή! Οι παραπομπές μπορεί να μην είναι πλήρως ακριβείς