Διδακτορικές διατριβές
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/15
Περιήγηση
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Ψυχολογικοί παράγοντες της εξάρτησης από χρηματιστηριακές συναλλαγές και τυχερά παιχνίδιαΠιπεροπούλου, Αναστασία-Νατάσσα; Σακαλάκη, Μαρία; Σταλίκας, Αναστάσιος, 1960-2023; Γιαννίτσας, Νικόλαος Δ.; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010)Στην παρούσα μελέτη διερευνήθηκαν σημαντικά χαρακτηριστικά των ιδιωτών επενδυτών και των στοιχηματιών αναφορικά με τον βαθμό εξάρτησής τους από το «παιχνίδι» με τις μετοχές ή, αντίστοιχα, με το τζόγο. Εξετάστηκε η βάση εκτίμησης του οικονομικού ρίσκου των συναλλασσόμενων με το χρηματιστήριο και των παικτών τυχερών παιχνιδιών και οι συσχετισμοί της παρορμητικότητας με τον εθισμό, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα και την αγάπη για το οικονομικό ρίσκο. Επιπλέον, διερευνήθηκε ο ρόλος του οπορτουνισμού και των δημογραφικών χαρακτηριστικών στην επιλογή ενός ατόμου να ασχοληθεί με τα τυχερά παιχνίδια ή να παίξει στο χρηματιστήριο, καθώς επίσης και η επίδραση των μεταβλητών της προσωπικότητας στην πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Τέλος, διερευνήθηκε η επίδραση του οπορτουνισμού στην πιθανότητα υπο-ουδικής και παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα ήταν 404 στα οποία περιλαμβάνονται χρηματιστηριακοί επενδυτές, στοιχηματίες και η ομάδα ελέγχου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ενασχόληση στο χρηματιστήριο είναι εθισμός διαχρονικά, ανεξαρτήτως του επιπέδου του χρηματιστηριακού δείκτη των Αθηνών. Επίσης, δείχθηκε ότι οι συναλλασσόμενοι με το χρηματιστήριο αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο της επένδυσης στο χρηματιστήριο σε εσφαλμένη «υποκειμενική» βάση, δηλαδή τον υποτιμούν, σε σύγκριση με τους στοιχηματίες που αντιλαμβάνονται πλήρως τον κίνδυνο (ρίσκο) που έχει η ενασχόλησή τους με τα τυχερά παιχνίδια. Τρίτον, δείχθηκε ότι για τους άντρες που συναλλάσσονται στο χρηματιστήριο η παρορμητικότητα συσχετίζεται θετικά με τον εθισμό στο χρηματιστήριο, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα και την αγάπη για το οικονομικό ρίσκο. Επίσης, δείχθηκε ότι η μεγαλύτερη ηλικία και το ανδρικό φύλο αυξάνουν την πιθανότητα να ενασχολείται κάποιος με το χρηματιστήριο και τα τυχερά παιχνίδια. Η χαμηλή εξωστρέφεια και η χαμηλή ευσυνειδησία αυξάνουν την πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από το χρηματιστήριο και η χαμηλή προσήνεια και ο υψηλός νευρωτισμός αυξάνουν την πιθανότητα παθολογικής εξάρτησης από τα τυχερά παιχνίδια. Τέλος, ο οπορτουνισμός επιδρά στην πιθανότητα ενασχόλησης μόνο με τα τυχερά παιχνίδια, ενώ ο οπορτουνισμός επιδρά θετικά στην πιθανότητα κάποιος που ενασχολείται με το χρηματιστήριο ή με τα τυχερά παιχνίδια να παρουσιάσει κάποια μορφή εξάρτησης (έστω και υπο-ουδική).Τεκμήριο Κινητή τηλεφωνία : το νέο μέσο επικοινωνίας και η επίδρασή του στις διαπροσωπικές σχέσεις του νεοέλληναΕκμεκτζιάν, Ελισάβετ; Κορωναίου, Αλεξάνδρα, 1954-; Χρηστάκης, Νικόλας Λ., 1958-; Σακαλάκη, Μαρία; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010)Το κινητό τηλέφωνο και οι υπηρεσίες που προσφέρει στους χρήστες του, αποτελεί το πιο χρήσιμο και απαραίτητο προσωπικό εργαλείο επικοινωνίας που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαρκώς μαζί του, όπου και αν βρίσκεται. Η ραγδαία εξάπλωσή του, καθώς και η διαρκής εξέλιξή του, αποτελούν τις ισχυρότερες ενδείξεις οι οποίες επιβεβαιώνουν τη σημασία που έχει προσδώσει στο συγκεκριμένο αντικείμενο ο σύγχρονος άνθρωπος. Η σημασία αυτή αποτελεί και το κεντρικό θέμα της παρούσας έρευνας, όπως τη βιώνουν και επιλέγουν να την περιγράφουν οι ίδιοι οι έφηβοι και νέοι χρήστες των κινητών τηλεφώνων. Μέσω αυτής αναδύονται ενδιαφέροντα θέματα σχετικά με τη επίδραση των νέων μέσων επικοινωνίας τόσο στη ρύθμιση και τον προγραμματισμό της βιωμένης καθημερινότητας των σύγχρονων υποκειμένων, όσο και στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων και επακολούθως στη συγκρότηση της αυτοεικόνας και της κοινωνικής ταυτότητας των μετανεωτερικών υποκειμένων. Η προσέγγιση της συγκεκριμένης καθημερινής πρακτικής μέσω του βιωμένου νοήματος που έχει για τους ίδιους τους κοινωνικά δρώντες, οδηγεί στη διατύπωση συμπερασμάτων σχετικά με τρόπο που οι τελευταίοι σχετίζονται τόσο με τον εαυτό τους όσο και με τους άλλους. Ο έλεγχος και η ελευθερία αποτελούν τα δύο μετανεωτερικά άκρα μεταξύ των οποίων προσπαθεί να ισορροπήσει το κοινωνικό υποκείμενο και το κινητό τηλέφωνο αποτελεί τον από μηχανής θεό σε αυτή του την προσπάθεια.Τεκμήριο Παράγοντες διαμόρφωσης της θεραπευτικής σχέσης: η αντίσταση του θεραπευόμενου στη ψυχοθεραπεία και η σχέση προσκόλλησης με τον θεραπευτήΓιωτσίδη, Βασιλική; Σταλίκας, Αναστάσιος, 1960-2023; Stalikas, Anastassios; Καλαντζή-Αζίζι, Αναστασία; Συνοδινού, Κλαίρη; kalantzi-azizi, Anastasia; Psychology (2011)Στόχος της παρούσας εργασίας αποτελεί η διερεύνηση της αντίστασης του θεραπευόμενου στην ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με τη σχέση προσκόλλησης με τον θεραπευτή. Οι δύο αυτές βασικές μεταβλητές συνεξετάζονται με μια σειρά από επιμέρους ενδοπροσωπικές (π.χ. αντιδραστικότητα, μεταβίβαση), καθώς και διαπροσωπικές (π.χ. θεραπευτική συμμαχία) παραμέτρους, την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών της θεραπείας. Μία από τις βασικές υποθέσεις της μελέτης είναι ότι η αντίσταση του θεραπευόμενου συσχετίζεται με ανασφαλείς τύπους σχέσης προσκόλλησης με τον θεραπευτή, και αντίθετα ότι η ασφαλής θεραπευτική σχέση συνδέεται με μειωμένα επίπεδα αντίστασης. Ένα επιπλέον ερευνητικό ερώτημα αφορά κατά πόσον οι δύο βασικές μεταβλητές της μελέτης, καθώς και η μεταξύ τους σχέση, μεταβάλλονται την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών της θεραπείας, συγκριτικά με ένα χρονικό σημείο σταθερών συνεδριών, και παράλληλα, από ποιους παράγοντες επηρεάζεται αυτή η μεταβολή. Η μελέτη βασίστηκε σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις με ανώνυμα ερωτηματολόγια, σε δείγμα 46 θεραπευόμενων σε ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική, συστημική, ανθρωπιστική-πελατοκεντρική και γνωσιακή θεραπεία, με ελάχιστο διάστημα θεραπείας τις 8-12 συνεδρίες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η αντίσταση συσχετίζεται θετικά με ανασφαλείς τύπους σχέσης προσκόλλησης με τον θεραπευτή και αρνητικά με τον ασφαλή τύπο θεραπευτικής σχέσης. Εντούτοις, οι συσχετίσεις αυτές μεταβάλλονται την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών της θεραπείας. Από την ανάλυση παλινδρόμησης διαπιστώθηκε, επίσης, ότι οι θεραπευόμενοι με διαφορετικό τύπο σχέσης προσκόλλησης αντιδρούν διαφορετικά την περίοδο των καλοκαιρινών διακοπών της θεραπείας, εκφράζοντας διαφορετικούς τύπους αντίστασης. Οι διαφορές αυτές επηρεάζονται από μια σειρά από επιμέρους παραμέτρους (π.χ. προηγούμενος χρόνος θεραπείας, αρνητική μεταβίβαση, θεραπευτική προσέγγιση, θεραπευτικό πλαίσιο, θεραπευτική συμμαχία), εύρημα που καταδεικνύει την πολυπαραγοντικότητα του φαινομένου της αντίστασης στην ψυχοθεραπεία. Τα αποτελέσματα της μελέτης προβάλλουν την ανάγκη πολυμερούς τρόπου κατανόησης και ερμηνείας των αντιστάσεων, ενώ παράλληλα παρέχουν εμπειρική τεκμηρίωση για το ρόλο της ασφάλειας και της απώλειας στη θεραπευτική σχέση. Συζητώνται οι μεθοδολογικοί περιορισμοί της παρούσας μελέτης και προτείνονται περαιτέρω πεδία για τη συνέχιση της σχετικής έρευνας.Τεκμήριο Συγκριτική μελέτη του νομικού πλαισίου άσκησης του επαγγέλματος του ψυχολόγουΚαροτσιέρης, Σέργιος; Ποταμιάνος, Γρηγόρης Α.; Σπυρόπουλος, Φίλιππος Κ., 1952-; Αναγνωστόπουλος, Φώτιος; Anagnostopoulos, Fotios; Psychology (2010)Αντικείμενο της παρούσας διατριβής αποτελεί η επισταμένη μελέτη των κανονιστικών δομών που διέπουν την επαγγελματική άσκηση της ψυχολογίας. Πρόκειται για μία συγκριτική μελέτη η οποία αποσκοπεί εντέλει στην κριτική αποτίμηση του ημεδαπού νομικού πλαισίου μέσα από την παρατήρηση αλλοδαπών προτύπων. Στον πυρήνα της ως άνω αντίστιξης βρίσκονται οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος, σηματοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο το χαρακτήρα της εργασίας που δεν είναι άλλος από τη θεώρηση της ψυχολογίας ως νομικώς προστατευόμενο και κατοχυρωμένο επάγγελμα. Στο πρώτο κεφάλαιο της διατριβής περιγράφεται αναλυτικώς το νομικό πλαίσιο του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην ελληνική έννομη τάξη. Για λόγους σκοπιμότητας το κεφάλαιο αυτό καλύπτει όχι μόνο τα ημεδαπά νομοθετήματα αλλά και το κοινοτικό δίκαιο. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύονται τα νομικά συστήματα τριών χωρών αναφορικά με το επάγγελμα του ψυχολόγου. Πρόκειται για το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Η επιλογή αυτή έγινε προκειμένου να συμπεριληφθούν τόσο νομικά συστήματα που ανήκουν στο χώρο του ηπειρωτικού δικαίου, όσο και νομικά συστήματα του common law. Στο τελευταίο κεφάλαιο επιχειρείται πλέον μία δημιουργική προσέγγιση στο ζήτημα του νομικού πλαισίου του επαγγέλματος του ψυχολόγου. Υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών συγκρίσεων εξετάζονται εν προκειμένω οι δυνατότητες σύγκλισης ανάμεσα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή νομοθεσία. Κατ’ αρχάς επιχειρείται μια εις βάθος διείσδυση στο περιεχόμενο της έννοιας του νομικώς προστατευόμενου επαγγέλματος. Αυτή η απόπειρα έχει σαν αποτέλεσμα την ανάδυση δύο παραγόντων: της δέσμης προϋποθέσεων των οποίων η πλήρωση είναι αναγκαία για την άσκηση του επαγγέλματος και του εποπτικού φορέα ο οποίος ελέγχει τον επαγγελματικό κλάδο. Με την ολοκλήρωση της ανάλυσης των προοπτικών σύγκλισης περατώνεται και η διττή αποστολή της παρούσας διατριβής. Αφενός ολοκληρώνεται η σύνταξη ενός συνεκτικού χάρτη των νομικών ρυθμίσεων που διέπουν τον επαγγελματικό κλάδο της ψυχολογίας κατά τρόπο που να επιτρέπει την κριτική ανάλυση. Αφετέρου επιχειρείται μια δημιουργική προσέγγιση στο ζήτημα, μέσω σαφών μεταρρυθμιστικών προτάσεων.Τεκμήριο Στρεβλώσεις διομαδικού χαρακτήρα έναντι της κοινωνικής απειλής από το aids και από τους ανθρώπους που ζουν με αυτόΠαυλοπούλου, Ιωάννα; Τσαλίκογλου, Φωτεινή; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Κορδούτης, Παναγιώτης Σ.; Papastamou, Stamos; Kordoutis, Panos; Psychology (2002)Στην παρούσα έρευνα, μελετάται το AIDS υπό το πρίσμα των διομαδικών σχέσεων. Ερευνάται η επίδραση των δηλωτικών ομάδας πληροφοριών στις εξαρτημένες μεταβλητές: εκτίμηση κινδύνου, απόδοση αιτίου, ψυχολογιοποίηση και κοινωνικό αποκλεισμό (στην νοηματική του κοινωνικού αποκλεισμού συμπεριλαμβάνονται τα δικαιώματα, η άρση ή μη του απορρήτου, η συναναστροφή και η συμπαράσταση). Σε πείραμα μεταξύ ατόμων (ν=480, ετεροφυλόφιλοι/ες άνδρες, γυναίκες), χρησιμοποιήθηκε σχέδιο 3 x 2 x 2 με ανεξάρτητες μεταβλητές την ευδιάκριτη πληροφορία του σεξουαλικού προσανατολισμού (επίπεδα: ετεροφυλόφιλος, ομοφυλόφιλος, αμφιφυλόφιλος), καθώς και τη διακριτική πληροφορία του φύλου του ήρωα (άνδρας - γυναίκα) και του φύλου του απαντώντος. Ο σεξουαλικός προσανατολισμός του HIV+ ατόμου, επέδρασε στην εκτίμηση κινδύνου, στην κοινωνική απόδοση αιτίου, στη ψυχολογιοποίηση και στη συμπαράσταση. Το φύλο του απαντώντος επέδρασε σε όλες ανεξαιρέτως τις εξαρτημένες μεταβλητές. Το φύλο του ήρωα του σεναρίου επέδρασε μόνο στο απόρρητο. Τα ευρήματά μας προτείνουν ότι: 1. Εξαιτίας των διομαδικών ερεθισμάτων παρήχθησαν διαφορετικού χαρακτήρα, για τα δύο φύλα, στρεβλώσεις (αμυντικές διομαδικές στρεβλώσεις στους άνδρες και φοβικές στρεβλώσεις στις γυναίκες), που δύναται να οδηγήσουν τα υποκείμενα στην ανάσχεση των συμπεριφορών προφύλαξης (μέσω της εκτίμησης μεγαλύτερου κινδύνου για τον αμφιφυλόφιλο, με την παράλληλη μείωση του κινδύνου για τις άλλες ομάδες) και στον συμβολικό ή πραγματικό αποκλεισμό των προσβεβλημένων με τρόπους άμεσους (στην περίπτωση των αμφιφυλόφιλων) ή έμμεσους και συγκαλυμμένους (στην περίπτωση των ομοφυλοφίλων) και, 2. Έχει μετατοπισθεί ο στόχος των στρεβλώσεων που ενεργοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της απειλής του AIDS και των προσβεβλημένων ατόμων (από τους ομοφυλόφιλους στους αμφιφυλόφιλους). Εκτιμάται ότι, οι κοινωνικά και ιδεολογικά φορτισμένες στρεβλώσεις που παρήχθησαν είναι παρακολουθητικές της ΚΑ του AIDS, που φαίνεται ότι μεταβάλλεται μαζί με την ΚΑ της ομοφυλοφιλίας, ενώ αναδύεται η ΚΑ της αμφιφυλοφιλίας.Τεκμήριο Οικογένεια και μαθησιακές δυσκολίεςΣακκάς, Βασίλειος; Σακαλάκη, Μαρία; sakalaki, maria; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Papastamou, Stamos; Μπεχράκης, Θεόδωρος Ε.; Psychology (2001)Τεκμήριο Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις και οι αιτιακές αποδόσεις της ομοφυλοφιλίας στη σύγχρονη ΕλλάδαΤζαμαλούκα, Γεωργία; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Papastamou, Stamos; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Φαρσεδάκης, Ιάκωβος Ι.; Katerelos, Ioannis; Psychology (2002)Τεκμήριο Ψυχοπαθολογία μητέρων των οποίων το παιδί τους έχει υποστεί σεξουαλική παραβίαση στο στενό και στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλονΒασιλιάς, Ανδρέας; Τσαλίκογλου, Φωτεινή; Τζαβάρας, Θανάσης; Psychology (1998)Τεκμήριο Αξιοποίηση αφήγησης ζωής σε υπό απεξάρτηση άτομαΚαταγής, Βασίλειος; Κορδούτης, Παναγιώτης Σ.; Kordoutis, Panos; Μαντόγλου, Άννα, 1961-; Γιωτσίδη, Βασιλική; MADOGLOU, ANNA; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Κύριο αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η εφαρμογή, η καταγραφή και η αξιολόγηση του κατά πόσο η μέθοδος της Αφήγησης Ζωής μπορεί να αποτελέσει μια επιπλέον θεραπευτική παρέμβαση, η οποία συμβάλλει θετικά στη θεραπεία ψυχικής απεξάρτησης ατόμων από ψυχοδραστικές ουσίες. Πραγματοποιείται εκτενής αναφορά στον ορισμό της εξάρτησης από ψυχοτρόπες ουσίες και στις επιβαρυντικές συνθήκες που οδηγούν σε αυτή, με έμφαση στην Ψυχοκοινωνική Προσέγγιση. Η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί το θεωρητικό πλαίσιο μέσω του οποίου τα υπό απεξάρτηση άτομα αποκωδικοποιούν τους λόγους της εμπλοκής τους με τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται ο ρόλος της προσωπικότητας, των οικογενειακών εμπειριών, της εκπαιδευτικής πορείας, των σχέσεων με ομότιμους και της επίδρασης του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Αναλύονται οι θεραπευτικές προσεγγίσεις αντιμετώπισης της εξάρτησης από ψυχοτρόπες ουσίες, με εστίαση στις θεματικές σχετικές με την παρούσα έρευνα: τις Θεραπευτικές Κοινότητες Ψυχικής Απεξάρτησης Διαμονής, τα Θεραπευτικά Προγράμματα Εξωτερικής Παρακολούθησης και τα Προγράμματα Ψυχικής Απεξάρτησης εντός σωφρονιστικών καταστημάτων. Η αναφορά στις συγκεκριμένες δομές καθίσταται αναγκαία, καθώς η μέθοδος της Αφήγησης Ζωής εφαρμόστηκε σε αντίστοιχες μονάδες του θεραπευτικού προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ. Πραγματοποιήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση της εθνογραφικού τύπου προσέγγισης των προσωπικών διαδρομών (pathways), η οποία υποστηρίζει θεωρητικά τη χρήση της Αφήγησης Ζωής ως θεραπευτικής μεθόδου στην ψυχική απεξάρτηση. Παρουσιάζεται η Αφηγηματική Μέθοδος, με εστίαση στους βασικούς άξονες της θεραπευτικής διαδικασίας. Η έρευνα συνδύασε ποιοτικές και ποσοτικές μεθόδους, καθώς και την εφαρμογή της παρέμβασης σε διαφορετικές ομάδες ατόμων. Τα ποιοτικά δεδομένα προέκυψαν από τις αφηγήσεις των συμμετεχόντων και τη διερεύνηση της βιωμένης εμπειρίας τους. Διενεργήθηκε ποιοτική ανάλυση ημιδομημένων συνεντεύξεων από είκοσι μία (21) συμμετέχουσες/οντες και αξιοποιήθηκαν τα ημερολόγια που τηρούσαν κατά τη διάρκεια της παρέμβασης. Στο ποσοτικό σκέλος χρησιμοποιήθηκαν αποτελέσματα από πέντε ερωτηματολόγια, τα οποία διερεύνησαν παράγοντες σχετικούς με την αποτελεσματικότητα της θεραπείας: την αυτό-αποτελεσματικότητα (self-efficacy), την προσδοκία (expectation) για τα αποτελέσματα της θεραπείας, την κλινική εικόνα, την εκτίμηση των θετικών και αρνητικών συναισθημάτων και την αντίληψη του νοήματος ζωής, σε τρεις διακριτές χρονικές φάσεις. Η ανάλυση των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων επέτρεψε τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της μεθόδου σε σχέση με τους ερευνητικούς στόχους. Τα θετικά αποτελέσματα της ποιοτικής ανάλυσης των συνεντεύξεων, σε συνδυασμό με τα ποσοτικά δεδομένα από τα πέντε ερωτηματολόγια –τα οποία κατέδειξαν σημαντική βελτίωση μεταξύ των τριών μετρήσεων σε όλους τους εξεταζόμενους δείκτες, καθώς και υψηλά ποσοστά παραμονής στη θεραπεία– υποστηρίζουν ότι η Αφήγηση Ζωής μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική θεραπευτική μέθοδο που συμβάλλει θετικά στη διαδικασία της απεξάρτησης. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς η έρευνα διεξήχθη στο πλαίσιο θεραπευτικού προγράμματος που απευθύνεται αποκλειστικά σε κρατούμενους και αποφυλακισμένους χρήστες, γεγονός που περιορίζει τη γενικευσιμότητα των ευρημάτων. Επιπλέον, παρά το σχετικά μεγάλο δείγμα (Ν = 21) για ποιοτική ανάλυση ημιδομημένων συνεντεύξεων, χρησιμοποιήθηκε δείγμα ευκολίας και το ποσοτικό δείγμα ήταν επίσης περιορισμένο (Ν = 21). Σημειώνεται, ακόμη, η εμπλοκή του θεραπευτή καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Πιο σαφή συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου της Αφήγησης Ζωής σε υπό απεξάρτηση πληθυσμούς θα μπορούσαν να προκύψουν μέσω εφαρμογής της σε δομές με διαφορετικά θεραπευτικά μοντέλα και σε άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά, καθώς και με την παρουσία εξωτερικού παρατηρητή, ώστε να παραχθούν δεδομένα συγκρίσιμα με τα ήδη υπάρχοντα και να αναδειχθούν νέες προοπτικές αξιοποίησης της μεθόδου.Τεκμήριο Εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του Απαρτιωτικού Ψυχολογικού Θεραπευτικού Προγράμματος (Integrated Psychological Therapy - Ι.Ρ.Τ) για τη σχιζοφρένεια σε χρόνιους μέσης ηλικίας ενδονοσοκομειακούς ασθενείςΠούλου Αικατερίνη; Αναγνωστόπουλος, Φώτης; Anagnostopoulos, Fotios; Μέλλον, Ρόμπερτ; Βατάκη, Αργυρώ; Αλεξιάς, Γεώργιος; Γιωτσίδη, Βασιλική; Καρακασίδου, Ειρήνη; Γιαννούση, Ζωή; Mellon, Robert; ALEXIAS, GEORGE; KARAKASIDOU, EIRINI; Giannousi, Zoe; Psychology (2025-05-29)Η σχιζοφρένεια θεωρείται η πλέον εξέχουσα και αινιγματική ψυχιατρική διαταραχή που επηρεάζει τον άνθρωπο. Αυτή η ευρεία κατηγορία περιλαμβάνει ένα φάσμα ψυχοπαθολογικών φαινομένων που χαρακτηρίζονται από διαταραχές στις γνωστικές διεργασίες, τη συναισθηματική ρύθμιση και τα πρότυπα συμπεριφοράς. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι η γνωστική αποκατάσταση είναι απαραίτητη για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, καθώς βελτιώνει τη λειτουργικότητα. Επιπλέον, οι κοινωνικές γνωστικές λειτουργίες και τα αρνητικά συμπτώματα μεσολαβούν σε αυτές τις συσχετίσεις. Το Απαρτιωτικό Ψυχολογικό Θεραπευτικό Πρόγραμμα (Integrated Psychological Therapy - IPT) για την σχιζοφρένεια αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση που συνδυάζει παρεμβάσεις στη νευρογνωσία, την κοινωνική γνωσία και τη λειτουργικότητα. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την αποτελεσματικότητα του IPT σε μέσης ηλικίας χρόνιους νοσηλευόμενους ασθενείς. Αυτή η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη περιλάμβανε 44 άτομα με σχιζοφρένεια εκ των οποίων το 54.5% (n = 24) ήταν άνδρες και το υπόλοιπο γυναίκες (n = 20). Κατά την έναρξη της μελέτης η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 60.95 έτη (ΤΑ = 5.54), η μέση διάρκεια της νόσου ήταν 32.93 έτη (ΤΑ = 8.29), ενώ η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν 7.57 έτη (ΤΑ = 4.31). Όσον αφορά τα έτη εκπαίδευσης, ο μέσος όρος ήταν 11.55 έτη (ΤΑ = 3.30), ενώ ο μέσος δείκτης νοημοσύνης (IQ) υπολογίστηκε σε 85.52 (ΤΑ = 6.58). Αναφορικά με τη φαρμακευτική αγωγή, το 34.1% (n = 15) των συμμετεχόντων λάμβανε μόνο τυπική φαρμακευτική αγωγή, το 13.6% (n = 6) μόνο άτυπη, ενώ το 52.3% (n = 23) λάμβανε συνδυασμό τυπικής και άτυπης φαρμακευτικής αγωγής. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν στην ομάδα παρέμβασης και ελέγχου και δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στα βασικά χαρακτηριστικά. Στους είκοσι ένα συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης εφαρμόστηκαν 50 συνεδρίες ΙΡΤ δύο φορές την εβδομάδα ενώ παράλληλα λάμβαναν ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή, ενώ στους είκοσι τρεις συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου εφαρμόστηκε η συνήθης θεραπεία/υποστηρικτική θεραπεία λαμβάνοντας επίσης την φαρμακευτική τους αγωγή. Η αξιολόγηση της νευρογνωσίας, της κοινωνικής αντίληψης, της ψυχοπαθολογίας και της λειτουργικότητας πραγματοποιήθηκε πριν και μετά την παρέμβαση, καθώς και σε επαναληπτικές μετρήσεις των 6 και 12 μηνών μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης. Για τις μετρήσεις χρησιμοποιήθηκαν η νευρογνωστική μπαταρία Matrics Consensus Cognitive Battery (MCCB), η Κλίμακα Κοινωνικής Αντίληψης (Social perception Scale - SPS), η Κλίμακα Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (Positive and Negative Symptoms Scale - PANSS) και η κλίμακα Σφαιρικής Εκτίμησης της Λειτουργικότητας (Global Assessment of Functioning - GAF). Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς η ταχύτητα επεξεργασίας (b=16.9, ΤΣ=3.96, p<.001), η προσοχή/εγρήγορση (b=5.25, ΤΣ=3.43, p<.01), η συνολική σύνθετη βαθμολογία (b=14.91, ΤΣ=3.05, p<.001) και η σύνθετη βαθμολογία στη νευρογνωσία (b=15.09, ΤΣ=2.9, p<.001) βελτιώθηκαν σημαντικά στην ομάδα IPT. Επιπλέον, η επίδοση της ομάδας ΙΡΤ στην Κλίμακα Κοινωνικής Αντίληψης βελτιώθηκε σε όλους τους τομείς μετά την παρέμβαση και διατηρήθηκε έως και την 6μήνη αξιολόγηση. Τα θετικά, αρνητικά και συνολικά συμπτώματα ψυχοπαθολογίας μειώθηκαν σημαντικά τόσο μετά την παρέμβαση όσο και στους 12 μήνες της επαναληπτικής μέτρησης, ενώ η λειτουργικότητα των συμμετεχόντων παρουσίασε εξίσου αξιοσημείωτη βελτίωση. Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι οι μεσήλικες χρόνιοι νοσηλευόμενοι ασθενείς με σχιζοφρένεια μπορούν να ωφεληθούν από το IPT σε τομείς όπως η νευρογνωσία, η κοινωνική αντίληψη, η ψυχοπαθολογία και η λειτουργικότητα. Αυτά τα οφέλη μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για την κοινωνική επανένταξη των ατόμων αυτών, προωθώντας την ενεργή συμμετοχή τους στην καθημερινότητα και τις απαιτήσεις της και ενισχύοντας τις δράσεις από-ασυλοποίησης. Περισσότερες έρευνες στο συγκεκριμένο πεδίο μελέτης μπορεί να φωτίσουν περαιτέρω τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.Τεκμήριο Ο αυτοπροσδιορισμός της ταυτότητας των εφήβων με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στα διάφορα περιβάλλονταΞανθοπούλου, Χρυσάνθη; Μαντόγλου, Άννα, 1961-; Παυλόπουλος, Βασίλης Γ.; Σαμαρτζή, Σταυρούλα, 1960-; Pavlopoulos, Vassilis; SAMARTZI, STAVROULA; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ταυτότητας των εφήβων με διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στα περιβάλλοντα του σχολείου, της οικογένειας και της παρέας των συνομηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθούν οι αναπαραστάσεις που έχουν οι έφηβοι για τον εαυτό τους στα διάφορα περιβάλλοντα, πώς δηλαδή αντικειμενικοποιούν τον Εαυτό τους στα κοινωνικά πλαίσια, τις δυσκολίες της διαταραχής τους αλλά και τις έννοιες του Ιδανικού, Δέοντος και Πραγματικού εαυτού. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, επιλέξαμε την ποιοτική μέθοδο των ημιδομημένων συνεντεύξεων σε εφήβους με διάγνωση ΔΕΠ-Υ. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 16 μαθητές και μαθήτριες 15-17 ετών, (Μ.Ο.=16 έτη) γενικών Γυμνασίων και Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μέσα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις αναγνωρίζοντας τα στοιχεία της διαταραχής τους (ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα,παρορμητικότητα) αλλά και θετικά στοιχεία (σεβασμός, χιούμορ, κατανόηση, βοήθεια). Αν και εμφανίζουν δυσκολία στην κοινωνικοποίηση τους στον τομέα των φιλικών σχέσεων -απουσία κολλητού φίλου-, ωστόσο στις σχέσεις με την οικογένεια αλλά και στο σχολείο αναφέρουν παρόμοιες δυσκολίες με τους νευροτυπικούς εφήβους. Όσον αφορά την ταυτότητα τους, οι απαντήσεις τους οδηγούν και στις τέσσερεις καταστάσεις ταυτότητας με βάση την ταξινόμηση του Μαρσία, αν και ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανήκει στο Μορατόριουμ και τη Δοτή ταυτότητα. Επιπλέον, αντιλαμβάνονται τις διαστάσεις του Ιδανικού, Δέοντος και Πραγματικού εαυτού αλλά διαφωνούν με την ιδέα του Ιδανικού, αποδέχονται όμως τις δυσκολίες τους στον Πραγματικό τους εαυτό, αναφέρουν την έννοια του Δέοντος στη συμπεριφορά τους και αναγνωρίζουν τον κοινωνικό τους εαυτό που αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες των σημαντικών άλλων στις διασπαστικές τους συμπεριφορές. Έγιναν φανερέςαυτοασυμφωνίες μεταξύ του Ιδανικού και του Δέοντος εαυτού, ως έφηβος/η, ως μαθητής/τρια και ως φίλος/η. Οι καταστάσεις αυτές δημιουργούν άγχος και αρνητικά συναισθήματα στους/στις εφήβους καθώς έχουν να διαχειριστούν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους με όλες τις δυσκολίες, τις υποχρεώσεις τους για κάθε ρόλο και τα όνειρα και τις επιδιώξεις για αυτόν. Τέλος, οι ίδιοι οι έφηβοι δήλωσαν ότι επιθυμούν αποδοχή, σεβασμό και κατανόηση από όλα τα περιβάλλοντα που κινούνται και αποτελούν το μικροσύστημά τους.Τεκμήριο Πολυσεξουαλικότητα και ταυτότητες φύλου: νέες πτυχές εστίασης και ο αντίκτυπος στην ψυχική υγεία και ευεξίαKassaras, Ilias; Κασσάρας, Ηλίας; Kordoutis, Panos; Κορδούτης, Παναγιώτης Σ.; MADOGLOU, ANNA; Tsakanikos, Elias; Pezirkianidis, Christos; KARAKASIDOU, EIRINI; Katerelos, Ioannis; Hantzi, Alexandra; Μαντόγλου, Άννα, 1961-; Τσακανίκος, Ηλίας; Πεζηρκιανίδης, Χρήστος; Καρακασίδου, Ειρήνη; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Χαντζή, Αλεξάνδρα; Psychology (2025-02)Η «πολυσεξουαλικότητα» αποτελεί έναν συμπεριληπτικό όρο που περιγράφει άτομα τα οποία έλκονται ρομαντικά ή/και ερωτικά από παραπάνω του ενός (κοινωνικά) φύλα. Μέχρι πρόσφατα, η διεθνής βιβλιογραφία δεν είχε στρέψει ενεργά το ενδιαφέρον της προς αυτά τα άτομα, αν και αποτελούν τον μεγαλύτερο υποπληθυσμό της ΛΟΑΤΚΙΑ2+ κοινότητας. Τα υπάρχοντα δεδομένα υπογραμμίζουν ότι τα πολυσεξουαλικά άτομα αποτελούν έναν κοινωνικά στιγματισμένο πληθυσμό που έχει συνδεθεί με συγκεκριμένους μύθους και στερεότυπα. Παρουσιάζουν διαχρονικά χαμηλότερη ευεξία συγκρινόμενα με στρέιτ και γκέι άτομα. Ακόμα, αντιμετωπίζουν μοναδικές προκλήσεις, καθώς συχνά συνάπτουν ερωτικούς δεσμούς με άτομα διαφορετικών σεξουαλικών προσανατολισμών, οδηγώντας σε περίπλοκα και – μη επαρκώς ερευνημένα – σχεσιακά δυναμικά που επηρεάζονται από το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του συντρόφου. Επίσης, σε ατομικό επίπεδο, δεν έχει δοθεί έμφαση στη μέτρηση εξειδικευμένων ταυτοτικών πτυχών που ανταποκρίνονται στην πολυσεξουαλική εμπειρία. Επιπλέον, υπό το πρίσμα της Διαθεματικότητας, η ταυτότητα φύλου αποτελεί μια σημαντική πτυχή που οφείλεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη για την πιο ολιστική αποτύπωση της ατομικής εμπειρίας αναφορικά με την κοινωνική καταπίεση και την ευεξία. Η παρούσα διατριβή αποτελείται από δύο Μέρη και ακολουθεί μεικτό ερευνητικό σχεδιασμό. Το Πρώτο μέρος, έχοντας ως συγκριτικό πλαίσιο 2507 στρέιτ άτομα, μελέτησε την ψυχική ευεξία 291 πολυσεξουαλικών ατόμων, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του συντρόφου τους, αλλά και βασικές ψυχοσεξουαλικές ιδιότητες. Ακόμα, μελετήθηκε η σημασία της Ταυτότητας Κοινωνικού Φύλου (ΤΚΦ) στο συνολικό δείγμα των 2907 συμμετεχόντων. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σημαντικές διαφορές τόσο μεταξύ στρέιτ και πολυσεξουαλικού δείγματος σε επίπεδο ευεξίας και ψυχοσεξουαλικότητας, όσο και μεταξύ πολυσεξουαλικών ανδρών και γυναικών. Επίσης, αναδείχθηκαν συγκεκριμένες ψυχοσεξουαλικές ιδιότητες που εξηγούσαν σταθερά τις διαφορές ανάμεσα σε στρέιτ και πολυσεξουαλικά άτομα σε επίπεδο ευεξίας. Επιπλέον, το φύλο και ο σεξουαλικός προσανατολισμός του συντρόφου είχαν σημαντική επίδραση τόσο στην ευεξία όσο και στις ψυχοσεξουαλικές πτυχές των πολυσεξουαλικών συμμετεχόντων. Αναφορικά με τις ΤΚΦ, φάνηκε πως τα άτομα που βίωναν την ταυτότητα φύλου τους με έναν πιο ρευστό τρόπο, σημείωναν καλύτερους δείκτες ευεξίας και ψυχοσεξουαλικότητας. Όλα τα ευρήματα αναλύθηκαν κοινωνιοψυχολογικά και μέσα στο πλαίσιο της Θεωρίας του Μειονοτικού στρες και της Διαθεματικότητας. Το Δεύτερο μέρος εστίασε στην ανάγκη της ερευνητικής στροφής στις ιδιαίτερες πτυχές της πολυσεξουαλικότητας. Με βάση σύγχρονο θεωρητικό μοντέλο, δημιουργήθηκε μια νέα και εξειδικευμένη κλίμακα μέτρησης ταυτοτικών πτυχών, η οποία στοχεύει να επεκτείνει την υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία. Πραγματοποιήθηκαν τρεις Έρευνες, με συνολικό δείγμα 325 ενήλικα πολυσεξουαλικά άτομα. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την παραγοντική δομή της Κλίμακας που αποτελείται από έξι διαστάσεις: (α) Διασταύρωση ταυτοτήτων/Συνολική ανάπτυξη, (β) Απόρριψη ταμπελών, (γ) Βρίσκοντας τη θέση στη ΛΟΑΤΚΙΑ2+ κοινότητα, (δ) Βρίσκοντας τη θέση στη στρέιτ κοινότητα, (ε) Απόρριψη μονοσεξουαλικής ταυτότητας και (στ) Κατανόηση της πολυσεξουαλικής ταυτότητας. Επιπλέον, ελέγχθηκαν και συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα αναφορικά με τις νέες αυτές ταυτοτικές πτυχές. Συνολικά, η παρούσα διατριβή συνεισφέρει πολύπλευρα στην υπάρχουσα γνώση, παρέχοντας νέα δεδομένα αναφορικά με την ευεξία, την ψυχοσεξουαλικότητα, τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις και τις ιδιαίτερες ταυτοτικές πτυχές των πολυσεξουαλικών ατόμων. Ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα βιώνουν το φύλο τους αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας. Τέλος, πέραν των νέων ερευνητικών θεμάτων που ανακύπτουν από τα αποτελέσματα, παρέχονται και συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς ψυχοθεραπευτική αξιοποίηση, κατά τη συνεργασία με πολυσεξουαλικό πληθυσμό.Τεκμήριο Development of cognitive abilities: design and implementation of a digital tool for measurementΣακκάς, Χρήστος; Σαμαρτζή, Σταυρούλα; SAMARTZI, STAVROULA; Βατάκη, Αργυρώ; Κουμαράς, Χαρίλαος; Koumaras, Harilaos; Psychology (2025)Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο των ψηφιακών περιβαλλόντων στη γνωστική ανάπτυξη, εστιάζοντας ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο τα ψηφιακά εργαλεία και τα εκπαιδευτικά ρομπότ μπορούν να διευκολύνουν την κατανόηση των Πιαζετικών δοκιμασιών διατήρησης στα παιδιά. Βασισμένη αφενός στη θεμελιώδη θεωρία του Πιαζέ, και αφετέρου σε σύγχρονες θεωρίες γνωστικής επιστήμης, η έρευνα αναπτύσσει και δοκιμάζει μια καινοτόμο ψηφιακή πλατφόρμα σχεδιασμένη για γνωστικές αξιολογήσεις. Η αποτελεσματικότητα της πλατφόρμας επικυρώθηκε μέσω πειραμάτων που συνέκριναν παραδοσιακά φυσικά περιβάλλοντα με ψηφιακά και ρομποτικά-υποβοηθούμενα περιβάλλοντα. Στην πρώτη μελέτη, δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες της πλατφόρμας, επιδεικνύοντας την ευελιξία της και την καταλληλότητά της για έρευνες γνωστικής ανάπτυξης. Η δεύτερη μελέτη εξέτασε την απόδοση των παιδιών σε δοκιμασίες διατήρησης υγρού σε φυσικά και ψηφιακά περιβάλλοντα, αποκαλύπτοντας σημαντικά ευρήματα στη γνωστική έρευνα, με συνέπειες για τις στρατηγικές ψηφιακής μάθησης. Στην τρίτη μελέτη, παρουσιάστηκε ένας ρομποτικός πειραματιστής για να παρατηρηθούν οι πιθανές επιδράσεις στη κατανόηση της δοκιμασίας, με την υπόθεση ότι θα μειώσει τη μεροληψία του πειραματιστή και θα αυξηθεί τη αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα ψηφιακά περιβάλλοντα, ειδικά αυτά που περιλαμβάνουν ρομποτικούς παράγοντες, προσφέρουν μοναδικά πλεονεκτήματα στην ενίσχυση της γνωστικής αξιολόγησης και κατανόησης των παιδιών, προσφέροντας νέες προοπτικές για τις εκπαιδευτικές πρακτικές, τη γνωστική και την αναπτυξιακή ψυχολογία. Τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν το δυναμικό των ψηφιακών τεχνολογιών στη διαμόρφωση μελλοντικών προσεγγίσεων στην έρευνα γνωστικής ανάπτυξης.Τεκμήριο Οι επαγγελματικές φιλοδοξίες των εφήβων: η επίδραση των ατομικών χαρακτηριστικών, της οικογένειας και του τύπου εκπαίδευσης (γενική/ επαγγελματική)Χαδιά, Άννα Κ.; Καζή, Σμαράγδα; Παπαμιχαήλ, Γιάννης, 1950-; Αθανασιάδου, Χριστίνα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη διερεύνηση των παραγόντων οι οποίοι συμβάλλουν στην επιλογή επαγγέλματος των εφήβων 15-18 ετών. Η έρευνα διενεργήθηκε σε δημόσια σχολεία της Αττικής σε δύο μέρη. Εξέτασε δημογραφικούς παράγοντες (φύλο, ηλικία, εθνική καταγωγή, ΚΟΙΕ), ενδογενείς παράγοντες (την αυτοαποτελεσματικότητα, τον αυτοκαθορισμό και την αυτονομία στην επιλογή επαγγέλματος), παράγοντες πλαισίου (όπως το γονεϊκό ύφος ανατροφής, τις πηγές πληροφόρησης για το επάγγελμα και τις αναφερόμενες από τους εφήβους επιρροές), και τα κίνητρα της επαγγελματικής επιλογής (εσωτερικά, εσωτερικευμένα ή εξωτερικά κίνητρα). Επίσης, εξέτασε τη σχολική επίδοση των μαθητών και την αυτοαξιολόγησή της και τον τύπο σχολείου φοίτησης (γενικό/ επαγγελματικό). Οι παραπάνω παράγοντες φάνηκε να επηρεάζουν την επαγγελματική επιλογή, τόσο μεμονωμένα, όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση της αυτοαποτελεσματικότητας με τον αυτοκαθορισμό των εφήβων, παρ΄ όλο που οι δύο αυτές διαστάσεις αυτοαναφοράς προέρχονται από διαφορετικές σχολές σκέψης. Φάνηκε, επίσης, ότι οι έφηβοι οι οποίοι δήλωσαν περισσότερο βέβαιοι για την επιλογή του μελλοντικού τους επαγγέλματος είχαν υψηλότερο αυτοκαθορισμό, στήριζαν την επιλογή τους σε εσωτερικά κίνητρα και δήλωσαν ότι επηρεάζονται λιγότερο από την οικονομική κρίση και από εξωτερικούς- οικονομικούς παράγοντες. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι έφηβοι των οποίων οι γονείς τους παρείχαν φροντίδα ήταν πιο πιθανό να στηριχτούν σε εσωτερικά κίνητρα για την επιλογή επαγγέλματος, ενώ, η μητρική υπερπροστασία συσχετίστηκε αρνητικά με την επιλογή επαγγέλματος που βασίζεται σε εσωτερικά κίνητρα. Ακόμη, οι έφηβοι με υπερπροστατευτικούς γονείς, έτειναν να έχουν χαμηλότερο αυτοκαθορισμό, ενώ η υπερπροστασία του πατέρα συσχετίστηκε με χαμηλότερη ακαδημαϊκή και αυτορρυθμιστική αυτοαποτελεσματικότητα. Η σχολική επίδοση συσχετίστηκε θετικά με την αυτοαξιολόγηση των εφήβων για αυτήν, με τις πεποιθήσεις αυτοαποτελεσματικότητάς τους και με τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές τους φιλοδοξίες. Οι έφηβοι φάνηκε να επιλέγουν περισσότερο τα επαγγέλματα που σχετίζονται στερεοτυπικά με το φύλο τους. Η επιλογή των κατηγοριών των επαγγελμάτων σχετίστηκε με προσωπικές κλίσεις, αλλά και με δημογραφικά χαρακτηριστικά. Το ΚΟΙΕ των μαθητών και το μορφωτικό επίπεδο των γονέων τους συσχετίστηκαν με τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές φιλοδοξίες τους, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία της πολιτισμικής αναπαραγωγής στο σχολείο. Ο τύπος σχολείου φοίτησης (Γενικό vs Επαγγελματικό Λύκειο) και η χώρα καταγωγής φάνηκαν επίσης να αντανακλώνται στα επιλεχθέντα επαγγέλματα από τους εφήβους (και στην αντίστοιχη ταξινόμησή τους στις τυπολογικές κατηγορίες κατά Holland), δείχνοντας, και στην περίπτωση αυτή, μία χαρακτηριστική κοινωνική διαστρωμάτωση.Τεκμήριο Κοινωνιοψυχολογικές διαστάσεις διαμόρφωσης εκπαιδευτικής πολιτικής: η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια ΕκπαίδευσηΖαγκλαρά, Παρασκευή Α.; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Πατινιώτης, Νικήτας; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Οι δύο κεντρικοί άξονες της διατριβής είναι κατά πρώτον η παρουσίαση και αποτίμηση του ισχύοντος στη χώρα μας συστήματος πρόσβασης στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση από άποψη κοινωνιοψυχολογική και κατά δεύτερον ο έλεγχος υποθετικών σεναρίων πρόσβασης, τα οποία είτε έχουν διατυπωθεί από επίσημους φορείς είτε προκύπτουν ως επιστημονικά ερωτήματα από τη διεθνή πρακτική. Σε πρώτο στάδιο η διατριβή διερευνά τον εντοπισμό, τη μέτρηση και την αλληλεπίδραση χαρακτηριστικών, αντιλήψεων και σχέσεων που συνδέονται με τον Έλληνα υποψήφιο στα πλαίσια της συμμετοχής του στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Η μελέτη των παραπάνω στηρίχτηκε στη διάκριση του φύλου, του τόπου μόνιμης κατοικίας, του λυκειακού τύπου και της αντίστοιχης τάξης. Σε ένα δεύτερο στάδιο, η διατριβή θέτει προς διερεύνηση εναλλακτικά σενάρια πρόσβασης στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διακυμαίνονται από τη μικρή διαφοροποίηση των Πανελλήνιων εξετάσεων μέχρι την ελεύθερη πρόσβαση. Επίσης μελετάται η σχέση κάθε υποθετικού σεναρίου με τη συμπεριφορά, την ψυχολογία, τις σχέσεις, τις αντιλήψεις και τις επιθυμίες των υποψηφίων. Η διατριβή στηρίζεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα Φεβρουαρίου – Απριλίου 2011, σε 21 σχολικές μονάδες σε όλη την Ελλάδα, και στην οποία πήραν μέρος 1601 μαθητές και μαθήτριες της δεύτερης και τρίτης τάξης Γενικού Λυκείου. Η έρευνα έγινε με ερωτηματολόγιο, για τη διαμόρφωση του οποίου προηγήθηκε προ-έρευνα με ημιδομημένες συνεντεύξεις. Αρχικά παρουσιάζεται η πρόσφατη ιστορία των εισαγωγικών εξετάσεων ως εφαρμοσμένης κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής, ενώ γίνεται αναφορά στα κυριότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και εκπαίδευσης που σχετίζονται με την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης αναφέρονται αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος, με κυριότερη τον περιθωριακό χαρακτήρα της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επισημαίνεται πως παρά το δημοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η διαιώνιση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων είναι γεγονός, ενώ παρά τη θεσμοθετημένη δωρεάν εκπαίδευση, η ελληνική οικογένεια συμμετέχει σημαντικά στις συνολικές εκπαιδευτικές δαπάνες της χώρας. Επίσης, αναπτύσσεται από την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία η πρόσφατη προβληματική για το αν οι εισαγωγικές εξετάσεις ισοδυναμούν με ισότητα ευκαιριών ή αναπαράγουν το σύστημα, αν αποτελούν αξιόπιστο μηχανισμό επιλογής και ποια είναι η επίδρασή τους στην προηγούμενη εκπαιδευτική βαθμίδα. Στη συνέχεια αναλύεται η κοινωνιοψυχολογική διάσταση των εισαγωγικών εξετάσεων και της ακαδημαϊκής επιτυχίας ή αποτυχίας, με έμφαση στο ρόλο των γονέων, των φίλων και των καθηγητών. Γίνεται αναφορά στο θέμα του σχολικού άγχους, του άγχους των εξετάσεων και του συνδρόμου της ακαδημαϊκής εξουθένωσης, ενώ ακολουθεί εκτενής αναφορά σε δεδομένα από την πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία, που σχετίζονται με τα παραπάνω ζητήματα. Ακολουθούν τα συμπεράσματα της έρευνας. Η συμμετοχή στις Πανελλήνιες εξετάσεις αποδεικνύεται μια επώδυνη από ψυχολογική άποψη δοκιμασία, που επηρεάζει τις σχέσεις των υποψηφίων με τους ανθρώπους του άμεσου περιβάλλοντός τους: γονείς, καθηγητές, συμμαθητές. Διαπιστώνεται ότι περισσότερο άγχος νιώθουν εκείνοι οι μαθητές που ακολουθώντας πιστά τους κανόνες του παιχνιδιού, παρόλο που τους αμφισβητούν, πειθαρχούν σε αυτούς και το ανάγουν τελικά σε κίνητρο αυτοβελτίωσης. Το σύστημα μπορεί να χαρακτηρίζεται από τους μαθητές αντικειμενικό και αδιάβλητο, όμως, εναργώς διατυπώνεται το γεγονός ότι ευνοεί την παραπαιδεία. Υπογραμμίζεται ότι ένα σύστημα πρόσβασης με βάση μόνο την επίδοση στο Λύκειο θα είχε θετικές επιπτώσεις κυρίως στην ψυχολογία των υποψηφίων και στο οικονομικό κόστος της προετοιμασίας τους, ωστόσο εκφράζονται περισσότερες αντιρρήσεις για αυτό παρά για ένα σύστημα που θα έχει ως βάση το ισχύον με αλλαγές. Καταγράφεται η απροθυμία να αποδεσμευθεί το Λύκειο από τις εισαγωγικές εξετάσεις και η προτίμησή των υποψηφίων στη δυνατότητα περισσότερων ευκαιριών εξέτασης μέσα στον ίδιο χρόνο, τη δυνατότητα διατήρησης τυχόν υψηλής βαθμολογίας από προηγούμενη εξέταση, τον περιορισμό της εξεταζόμενης ύλης, την εισαγωγή τους όχι σε Τμήμα αλλά σε σχολή, για να επιλέγουν σε επόμενη φάση την επαγγελματική τους κατεύθυνση ώριμα. Η έρευνα αποκάλυψε πως η ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση με τα σημερινά δεδομένα είναι ουτοπική. Τέλος, διαπιστώθηκαν διαφοροποιήσεις σε σχέση με το φύλο, τον τόπο μόνιμης κατοικίας, το λυκειακό τύπο και την τάξη φοίτησης.Τεκμήριο Συνεργατική μάθηση σε δυνητικές κοινότητες: κοινωνιολογικο-ψυχολογική & παιδαγωγική προσέγγισηΤζαναβάρης, Σπυρίδων Γ.; Κοσκινάς, Κωνσταντίνος; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Στυλιανίδης, Στέλιος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Καθώς μεταβαίνουμε προς την Κοινωνία της Πληροφορίας, γινόμαστε συνδημιουργοί και συνάλληλοι των νέων τρόπων επικοινωνίας. Στην παρούσα προτείνεται το πλαίσιο ‘Συναλληλία’, ένα πλαίσιο συνεργατικής μάθησης για τον μετασχηματισμό Φυσικών Κοινοτήτων Μάθησης σε Δυνητικές Κοινότητες Μάθησης (ΔΚΜ), στο διαδίκτυο. Πρόκειται για μία εφαρμοσμένη κοινωνιολογικο-ψυχολογική και παιδαγωγική προσέγγιση υπό το φως του εσωτερικού λόγου. Ο τελευταίος εμφανίζεται μέσα στις ΔΚΜ όταν αυτές εμπλέκονται σε αυθεντικές δραστηριότητες. Με τον όρο ‘αυθεντικές’ εννοούνται πραγματικές δραστηριότητες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσα στην κοινωνία. Η ιδέα είναι το εν λόγω πλαίσιο να σηματοδοτήσει μία προσπάθεια να γίνουν σαφείς οι λειτουργίες συλλογικής ανάπτυξης γνωστικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων, καθώς φυσικές κοινότητες μάθησης μετασχηματίζονται και επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε δυνητικές, στο διαδίκτυο. Στο μοντέλο του κύκλου συνεργατικής μάθησης της ΔΚΜ που παρουσιάζεται περιγράφονται αυτές οι γνωστικές διαδικασίες και δεξιότητες καθώς και η αλληλουχία τους, οι οποίες ανιχνεύονται δια μέσου λειτουργιών εσωτερικού λόγου ενσωματωμένων στην αυθεντική -κοινωνική- δραστηριότητα. Επιπλέον, η πρόκληση που εγείρεται για το εν λόγω πλαίσιο είναι να εμπλέξει μία, δύο ή περισσότερες ΔΚΜ σε μία συλλογική διαδικασία γνωστικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται μία μέθοδος συνεργατικής επίλυσης δραστηριοτήτων, η ‘Μάθηση Βασιζόμενη σε Εργασίες με Προβληματική, με Διαμορφωτικές Παρεμβάσεις, κατά τη διάρκεια Αυθεντικών Δραστηριοτήτων’, για Περιβάλλοντα Συνεργατικής Μάθησης στο Διαδίκτυο (ΠΣΜΔ). Επίσης περιγράφεται το Μοντέλο Ανάλυσης Συναλληλίας (ΜΑΣ), για την ανάλυση των συνεργατικών λύσεων που δόθηκαν σε αυτά τα περιβάλλοντα. Αν και η ‘Συναλληλία’ αναπτύχθηκε ως γνωστική προσέγγιση, μπορεί επίσης να υποστηρίξει και οντολογικές προκλήσεις. Το εν λόγω πλαίσιο μπορεί να βρει μελλοντικές εφαρμογές σε Δυνητικές Κοινότητες Πρακτικής (ΔΚΠ) καθώς και στη συζήτηση περί κινήτρων της συλλογικής συνείδησης μιας Δυνητικής Κοινότητας (ΔΚ). Επιπλέον, το ΜΑΣ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα ως εργαλείο για την ανάλυση και ερμηνεία κοινωνιολογικο-ψυχολογικών και παιδαγωγικών παραμέτρων συνεργασίας, σε σύγχρονες τάσεις στην ηλεκτρονική μάθηση πέραν των κοινοτήτων, όπως π.χ. σε κοινωνικά δίκτυα. Περαιτέρω, η ανάπτυξη συναλληλίας σκοπό έχει την ανάπτυξη από μικρή ηλικία, τόσο στον δυνητικό όσο και στον πραγματικό κόσμο μίας κουλτούρας, ώστε κοινωνικοπολιτισμικές αλλαγές εντός της κοινωνίας μπορούν να προετοιμαστούν από αντίστοιχες αλλαγές εντός των κοινοτήτων, φυσικά και δυνητικά.Τεκμήριο Θεωρητική και κλινική διερεύνηση ψυχοπαθολογίας σε ασθενείς μεταβολικού συνδρόμου υπό εξειδικευμένο πρόγραμμα διατροφήςΜιμόγλου, Βασιλική Π.; Συνοδινού, Κλαίρη; Σταλίκας, Αναστάσιος; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Στόχος της παρούσας μελέτης, είναι η κλινική διερεύνηση της ψυχικής οργάνωσης και λειτουργίας ασθενών με Μεταβολικό Σύνδρομο, καθώς και της αλληλεπίδρασης ψυχικών λειτουργιών με την κυτταρική οξείδωση. Παράλληλα, εξετάζουμε το ΜετΣ μέσα από θεωρίες της ψυχολογίας, την ψυχαναλυτική ψυχοσωματική προσέγγιση και στοιχεία βιοχημείας. Εντάσσοντας θεωρητικά το ΜετΣ στις ψυχοσωματικές αποδιοργανώσεις, διερευνούμε την διαγνωστική αξία της ύπαρξης αναπαράστασης έναρξης της διαταραχής, ως προς δυσκολίες ελέγχου και επεξεργασίας συναισθημάτων και παρορμήσεων. Επίσης εξετάζουμε τη χρηστική λειτουργία, μελετώντας τη σχέση απουσίας μεταβατικού χώρου με παράγοντες σωματoπoίησης και συμπεριφορικής εκφόρτισης. Στη συνέχεια, διερευνούμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της διατροφικής συμπεριφοράς των μεταβολικών ασθενών. Επιπλέον μελετούμε την σχέση αλεξιθυμίας και αμυντικού προφίλ με το οξειδωτικό στρες. Τέλος, γίνεται αναφορά στην ποιότητα των αναπαραστάσεων για το πατρικό Υπερεγώ. Το δείγμα αποτελείται από 60 ενήλικες άνδρες και γυναίκες, ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι προσήλθαν σε διαιτολογικό κέντρο στην Αθήνα. Ακολουθούμε τέσσερεις μεθόδους διερεύνησης: κλινική συνέντευξη, ερωτηματολόγια (Life Style Index, Defense Style Questionnaire-88, Zuckerman-Kuhlman Personality Questionnaire, TAS-20), προβολικό τεστ (Rorschach), καθώς και βιοχημική εξέταση δεικτών κυτταρικής οξείδωσης (PCC, MDA, GPU, TAC). Εφαρμόζονται παραμετρικές και μη παραμετρικές στατιστικές μέθοδοι, t-test, ANOVA, με επίπεδο σημαντικότητας p>0.05, καθώς και κατηγορική μελέτη παλινδρόμησης. Ο στατιστικός έλεγχος αφήνει να διαφανεί, ότι ασθενείς χωρίς αναπαράσταση για την έναρξη του ΜετΣ έχουν χειρότερο συναισθηματικό έλεγχο, και είναι πιο παρορμητικοί. Επίσης, ότι ασθενείς με κατάρρευση του ψυχικού μεταβατικού χώρου είναι πιο επιρρεπείς στην υπερφαγία, κυριαρχούνται από ναρκισσιστικές λειτουργίες και παρουσιάζουν ψυχική ευθραυστότητα. Η διαταραχή υπερφαγίας συνδέεται με δυσμεταβολισμό του συναισθήματος και εκφορτιστικές τάσεις, αλλά όχι με στοματικότητα. Τέλος, η αλεξιθυμία και το ανώριμο αμυντικό προφίλ σχετίζονται με μεγαλύτερη κυτταρική οξείδωση. Η ποιότητα των αναπαραστάσεων του πατρικό υπερεγώ στην κάρτα IV του τεστ Rorschach, σκιαγραφεί πυροδότηση άγχους αφανισμού, μηχανισμών σχάσης και τελικά επικράτηση του Ιδανικού του Εγώ. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το ΜετΣ μπορεί να συνοδεύεται από συγκεκριμένες ψυχοσωματικές λειτουργίες, οι οποίες επιβαρύνουν την υγεία μέσω συμπεριφορών και ψυχοβιοχημικών οδών.Τεκμήριο Αφήγηση και ταυτότητα στη χρόνια ασθένεια: το παράδειγμα της μητρότητας στη Σκλήρυνση κατά ΠλάκαςΕμμανουήλ, Σταύρος Γρ.; Ποταμιάνος, Γρηγόρης; Αναγνωστόπουλος, Φώτης; Κορωναίου, Αλεξάνδρα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014-12-15)Σκοπός της διατριβής καθίσταται η διερεύνηση της εμπειρίας δείγματος μητέρων/ασθενών με Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣΚΠ) για δύο κυρίως λόγους όπως: α) η επισήμανση της “προεξοχής” της μητρότητας ως κυρίαρχη ταυτότητα γυναικών/συμμετεχουσων σε πιλοτική μελέτη μεικτού δείγματος ασθενών αυτού του τύπου καθώς επίσης, β) η έλλειψη σχετικών με το ζήτημα της μητρότητας στη χρόνια ασθένεια δημοσιεύσεων, κατ’ επέκταση ο εντοπισμός ερευνητικού “κενού” στην παραπάνω κατεύθυνση. Σημαντικά χαρακτηριστικά της διερεύνησης αποτέλεσαν η αναγνώριση α) της σημασίας της συγκρότησης του νοήματος της εμπειρίας της ασθένειας β) της σχέσης μεταξύ της συγκρότησης του νοήματος και του ζητήματος της ταυτότητας στην περίπτωση αυτή και τέλος, γ) η υιοθέτηση της “αφηγηματικής προσέγγισης” ως ευρύτερη ερευνητική “οπτική” δεδομένης της οντολογικής σχέσης της αφήγησης τόσο με τη συγκρότηση του νοήματος της εμπειρίας όσο με τη δόμηση ή αναδόμηση της ταυτότητας - ιδίως στις περιπτώσεις κρίσιμων καμπών της βιογραφίας. Τα προλεχθέντα οδήγησαν στην διατύπωση δύο βασικών ερευνητικών ερωτημάτων τα οποία αφορούσαν α) τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχουσες συγκρότησαν το νόημα της εμπειρίας τους ως πρόσωπα και ειδικότερα ως μητέρες καθώς επίσης β) τη συμβολή του νοήματος αυτού στην αφηγηματική αποτύπωση της ταυτότητάς τους. Η παρούσα ποιοτική έρευνα υιοθετεί δύο από τις υφιστάμενες “οπτικές” όσον αφορά το ζήτημα της αφηγηματικής ταυτότητας ήτοι α) τη “Φαινομενολογική” καθώς επίσης β) τη “Διαλογική” χαρακτηριστικό της οποίας αποτελεί η κατανόηση του εαυτού ως “πολυφωνική οντότητα”. Τα παραπάνω οδήγησαν στην διεξαγωγή δύο μελετών αξιοποιώντας μεθόδους όπως η “Ερμηνευτική Φαινομενολογική Ανάλυση” και η “Ποιητική Αναπαράσταση των Αφηγήσεων”. Το κοινό, επιλεκτικό - όχι τυχαίο δείγμα των μελετών συγκρότησαν δεκαπέντε μητέρες με ΣΚΠ ενώ η συλλογή των δεδομένων διεξήχθη με τη χρήση βιογραφικών, ανοικτών, μη κατευθυντικών / σε βάθος συνεντεύξεων. Η φαινομενολογική ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε το ευρύ φάσμα της εμπειρίας των συμμετεχουσών γεγονός το οποίο αποτυπώθηκε στον προσδιορισμό τριών αφηγηματικών τυπολογιών ως πλαίσια συγκρότησης του νοήματός της ήτοι α) τις αφηγήσεις “αποκατάστασης ή προστασίας”, β) “νομιμοποίησης ή ενδυνάμωσης” και τέλος γ) “απώλειας” της ταυτότητας. Αντίστοιχα, η “διαλογική / πολυφωνική” προσέγγιση του εαυτού και της ταυτότητας συνέβαλε στον εντοπισμό κυρίαρχων ή ανεσταλμένων “φωνών” των συμμετεχουσών στις προαναφερθείσες αφηγηματικές τυπολογίες συνεπικουρώντας στην επίτευξη του ερευνητικού σκοπού. Συμπεράσματα. Ζητήματα όπως η δυναμική της υποτροπιάζουσας φύσης της ΣΚΠ, η πιθανότητα “απώλειας” της ταυτότητας κατά την “προβληματική μετάβαση” από το καθεστώς της υγείας σε αυτό της ασθένειας, η ενδεχόμενη επίδραση της ασθένειας στα υιοθετούμενα γονεϊκά στυλ, η συμβολή της “στρατηγικής εστίασης στο νόημα” στη μείωση των συμπτωμάτων άγχους/κατάθλιψης καθώς επίσης η υπογράμμιση της “συγχωρητικής” προσέγγισης της πραγματικότητας ως αναστοχαστική - μεταγνωστική διαδικασία αναδόμησης της ταυτότητας στην χρόνια ασθένεια δύνανται να συνεισφέρουν στην εύστοχη παρέμβαση των επαγγελματιών Ψυχικής Υγείας τόσο σε παρόμοιες με το ερευνητικό δείγμα περιπτώσεις, όσο σε άλλες οι οποίες άπτονται συναφών της ΣΚΠ νόσων.Τεκμήριο Κοινωνιο-ψυχολογικές διαστάσεις οικονομικής συμπεριφοράς: μοντέλα προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμούΒαρότσης, Νικόλαος Σ.; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Σακαλάκη, Μαρία; Καζή, Σμαράγδα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η παράνομη αποφυγή πληρωμής των φόρων αποτελεί μείζον οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα αλλά και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Η διαχρονική αποτυχία του φορολογικού συστήματος στην Ελλάδα παρόλες τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις, υποδεικνύει την ανάγκη μελέτης του φαινομένου της φοροδιαφυγής με διαφορετική προσέγγιση. Η ανεκτική στάση που διατηρούν οι φορολογούμενοι απέναντι στη φοροδιαφυγή, προφανώς δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις αδυναμίες τους φορολογικού συστήματος. Πιθανά εμπεριέχει κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά αλλά και αντιλήψεις τόσο για το μείγμα της φορολογικής πολιτικής όσο και για τη διαχείριση των δημοσίων πόρων, που επηρεάζουν τη φορολογική συμπεριφορά, και κατ’ επέκταση ευνοούν τη διατήρηση αυτής της στάσης. Η παρούσα έρευνα αναδεικνύει τη δυνατότητα μέτρησης αυτών των χαρακτηριστικών και αντιλήψεων όπως και την πιθανότητα να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη φορολογική συμπεριφορά και στην ανθεκτικότητα της φοροδιαφυγής. Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής πραγματοποιείται επισκόπηση του ελληνικού φορολογικού συστήματος και σύγκρισή του με αποτελεσματικά φορολογικά συστήματα, ενώ πραγματεύεται η έννοια της φορολογικής συμπεριφοράς και οι αιτίες προέλευσής της. Η μελέτη της φορολογικής συμπεριφοράς πραγματοποιήθηκε με την πολυπαραγοντική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που προήλθαν από τα αποτελέσματα της έρευνας, την εξέταση γραμμικών μοντέλων φορολογικής συμπεριφοράς, την ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού και την μη γραμμική διερεύνηση από μοντέλα καταστροφής. Η πολυμεταβλητή διακύμανση τονίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις στη φορολογική συμπεριφορά του πληθυσμού. Η παραγοντική ανάλυση ανέδειξε έξι κύριους παράγοντες φορολογικής συμπεριφοράς ενώ τα γραμμικά μοντέλα που εξετάστηκαν δεν παρέχουν ικανοποιητική ερμηνεία του φαινομένου. Η ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού ανέδειξε τη χρησιμότητα της ενσωμάτωσης κοινωνιο-ψυχολογικών χαρακτηριστικών και αντιλήψεων στο φορολογικό σύστημα για την ευνοϊκή αναμόρφωση των φορολογικών εσόδων και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Η μαθηματική ανίχνευση των γραμμικών μοντέλων φορολογικής συμπεριφοράς και των μοντέλων καταστροφής Cusp και Swallowtail, όπου ο φόβος και η κοινωνική πίεση - μαζί με την κοινωνική συναίνεση στο μοντέλο swallowtail - αποτελούν παράμετροι ελέγχου ανέδειξε ότι ένα μη γραμμικό μοντέλο αναπαριστά συντριπτικά καλύτερα τη φορολογική συμπεριφορά από οποιοδήποτε γραμμικό. Συγκεκριμένα το μοντέλο καταστροφής Cusp υπερέχει θεαματικά στην ερμηνεία της φορολογικής συμπεριφοράς σε σχέση με το αντίστοιχο γραμμικό μοντέλο ενώ και το μοντέλο καταστροφής Swallowtail παρέχει πολύ πιο ικανοποιητική ερμηνεία σε σχέση με το αντίστοιχο γραμμικό μοντέλο. Τα αποτελέσματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η φορολογική συμπεριφορά στην Ελλάδα είναι ένα πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο που ενδεχομένως εμπεριέχει απροσδιοριστία. Η διερεύνηση της φορολογικής συμπεριφοράς τόσο από γραμμικά όσο και από δυναμικά (μη γραμμικά) μοντέλα και η ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού, αναδίδει νέες προσεγγίσεις στην αντίληψη της φορολογικής συμπεριφοράς, που συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση του προβλήματος της φοροδιαφυγής, και αποτελούν καινοτομία της παρούσας διατριβής. Η κατανόηση της φορολογικής συμπεριφοράς και των βασικών αιτίων που προκαλούν τη φοροδιαφυγή υπογραμμίζουν την χρησιμότητα της παρούσας έρευνας.Τεκμήριο Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις του χρόνου και η κοινωνικοοικονομική ευαλωτότητα σε μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσηςΓούλα, Κατερίνα Ε.; Χρυσοχόου, Ξένια; Συνοδινού, Κλαίρη; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η εξέταση του ρόλου της βιωμένης και προσλαμβανόμενης κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας στη διαμόρφωση των αναπαραστάσεων που σχηματίζουν τα παιδιά για το χρόνο. Για την προσέγγιση του χρόνου επιλέξαμε το εργαλείο της Χρονικής Προοπτικής, το οποίο σκοπός μας είναι να δείξουμε ότι μπορεί να μελετηθεί με όρους κοινωνιοψυχολογικής μεταβλητής. Ο χρόνος μελετάται ως κοινωνική αναπαράσταση διότι διαμορφώνεται κοινωνικά, αναπαράγεται κοινωνικά και παρεμβαίνει στο πεδίο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Παράλληλα, χαρακτηρίζεται στην εργασία αυτή και με όρους έξης, θεμελιώδους έννοιας της θεωρίας του Bourdieu, και εξετάζεται η υπόθεση σύγκλισης των δύο εννοιών. Τα ερευνητικά βήματα περιλαμβάνουν τη στάθμιση στα ελληνικά μιας κλίμακας μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής για ενήλικες (Zimbardo Time Perspective Inventory), την κατασκευή και στάθμιση μιας κλίμακας μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής για παιδιά και την παράλληλη χορήγηση ερωτηματολογίων μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής και της κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας σε μαθητές τω τελευταίων τάξεων του δημοτικού σχολείου και στους γονείς τους. Ακολουθεί τέλος ένας πειραματικός χειρισμός ο οποίος εξετάζει την κανονιστική φύση του χρόνου και την ισχύ του ως νόρμα στη διαμόρφωση θετικών ή αρνητικών προφίλ μαθητών ανάλογα με την πριμοδοτούμενη Χρονική Προοπτική. Η εξέταση των υποθέσεών μας μάς επιτρέπει να συμπεράνουμε το ρόλο της ευαλωτότητας ως κοινωνικής υπαγωγής στη διαμόρφωση των κοινωνικών αναπαραστάσεων του χρόνου, τη διαγενεαλογική μετάδοση ανά κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον των κοινωνικών αναπαραστάσεων του χρόνου καθώς και των σύστοιχων κοινωνικών πρακτικών καθώς και την κανονιστικότητα του χρόνου ως νόρμας στην απόδοση θετικών και αρνητικών προσήμων σε κοινωνικές συμπεριφορές. Καταληκτικά, οι έννοιες της κοινωνικής αναπαράστασης και της έξης έπαιξαν τουλάχιστον συμπληρωματικό ρόλο στην κοινωνιοψυχολογική εξέταση του χρόνου.
