Διδακτορικές διατριβές

Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/15

Περιήγηση

Πρόσφατες Υποβολές

Τώρα δείχνει 1 - 20 από 193
  • Τεκμήριο
    Εφαρμογή και αποτελεσματικότητα του Απαρτιωτικού Ψυχολογικού Θεραπευτικού Προγράμματος (Integrated Psychological Therapy - Ι.Ρ.Τ) για τη σχιζοφρένεια σε χρόνιους μέσης ηλικίας ενδονοσοκομειακούς ασθενείς
    Πούλου Αικατερίνη; Αναγνωστόπουλος, Φώτης; Anagnostopoulos, Fotios; Μέλλον, Ρόμπερτ; Βατάκη, Αργυρώ; Αλεξιάς, Γεώργιος; Γιωτσίδη, Βασιλική; Καρακασίδου, Ειρήνη; Γιαννούση, Ζωή; Mellon, Robert; ALEXIAS, GEORGE; KARAKASIDOU, EIRINI; Giannousi, Zoe; Psychology (2025-05-29)
    Η σχιζοφρένεια θεωρείται η πλέον εξέχουσα και αινιγματική ψυχιατρική διαταραχή που επηρεάζει τον άνθρωπο. Αυτή η ευρεία κατηγορία περιλαμβάνει ένα φάσμα ψυχοπαθολογικών φαινομένων που χαρακτηρίζονται από διαταραχές στις γνωστικές διεργασίες, τη συναισθηματική ρύθμιση και τα πρότυπα συμπεριφοράς. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι η γνωστική αποκατάσταση είναι απαραίτητη για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, καθώς βελτιώνει τη λειτουργικότητα. Επιπλέον, οι κοινωνικές γνωστικές λειτουργίες και τα αρνητικά συμπτώματα μεσολαβούν σε αυτές τις συσχετίσεις. Το Απαρτιωτικό Ψυχολογικό Θεραπευτικό Πρόγραμμα (Integrated Psychological Therapy - IPT) για την σχιζοφρένεια αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση που συνδυάζει παρεμβάσεις στη νευρογνωσία, την κοινωνική γνωσία και τη λειτουργικότητα. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την αποτελεσματικότητα του IPT σε μέσης ηλικίας χρόνιους νοσηλευόμενους ασθενείς. Αυτή η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη περιλάμβανε 44 άτομα με σχιζοφρένεια εκ των οποίων το 54.5% (n = 24) ήταν άνδρες και το υπόλοιπο γυναίκες (n = 20). Κατά την έναρξη της μελέτης η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 60.95 έτη (ΤΑ = 5.54), η μέση διάρκεια της νόσου ήταν 32.93 έτη (ΤΑ = 8.29), ενώ η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν 7.57 έτη (ΤΑ = 4.31). Όσον αφορά τα έτη εκπαίδευσης, ο μέσος όρος ήταν 11.55 έτη (ΤΑ = 3.30), ενώ ο μέσος δείκτης νοημοσύνης (IQ) υπολογίστηκε σε 85.52 (ΤΑ = 6.58). Αναφορικά με τη φαρμακευτική αγωγή, το 34.1% (n = 15) των συμμετεχόντων λάμβανε μόνο τυπική φαρμακευτική αγωγή, το 13.6% (n = 6) μόνο άτυπη, ενώ το 52.3% (n = 23) λάμβανε συνδυασμό τυπικής και άτυπης φαρμακευτικής αγωγής. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν στην ομάδα παρέμβασης και ελέγχου και δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στα βασικά χαρακτηριστικά. Στους είκοσι ένα συμμετέχοντες της ομάδας παρέμβασης εφαρμόστηκαν 50 συνεδρίες ΙΡΤ δύο φορές την εβδομάδα ενώ παράλληλα λάμβαναν ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή, ενώ στους είκοσι τρεις συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου εφαρμόστηκε η συνήθης θεραπεία/υποστηρικτική θεραπεία λαμβάνοντας επίσης την φαρμακευτική τους αγωγή. Η αξιολόγηση της νευρογνωσίας, της κοινωνικής αντίληψης, της ψυχοπαθολογίας και της λειτουργικότητας πραγματοποιήθηκε πριν και μετά την παρέμβαση, καθώς και σε επαναληπτικές μετρήσεις των 6 και 12 μηνών μετά την ολοκλήρωση της παρέμβασης. Για τις μετρήσεις χρησιμοποιήθηκαν η νευρογνωστική μπαταρία Matrics Consensus Cognitive Battery (MCCB), η Κλίμακα Κοινωνικής Αντίληψης (Social perception Scale - SPS), η Κλίμακα Θετικού και Αρνητικού Συνδρόμου (Positive and Negative Symptoms Scale - PANSS) και η κλίμακα Σφαιρικής Εκτίμησης της Λειτουργικότητας (Global Assessment of Functioning - GAF). Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς η ταχύτητα επεξεργασίας (b=16.9, ΤΣ=3.96, p<.001), η προσοχή/εγρήγορση (b=5.25, ΤΣ=3.43, p<.01), η συνολική σύνθετη βαθμολογία (b=14.91, ΤΣ=3.05, p<.001) και η σύνθετη βαθμολογία στη νευρογνωσία (b=15.09, ΤΣ=2.9, p<.001) βελτιώθηκαν σημαντικά στην ομάδα IPT. Επιπλέον, η επίδοση της ομάδας ΙΡΤ στην Κλίμακα Κοινωνικής Αντίληψης βελτιώθηκε σε όλους τους τομείς μετά την παρέμβαση και διατηρήθηκε έως και την 6μήνη αξιολόγηση. Τα θετικά, αρνητικά και συνολικά συμπτώματα ψυχοπαθολογίας μειώθηκαν σημαντικά τόσο μετά την παρέμβαση όσο και στους 12 μήνες της επαναληπτικής μέτρησης, ενώ η λειτουργικότητα των συμμετεχόντων παρουσίασε εξίσου αξιοσημείωτη βελτίωση. Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι οι μεσήλικες χρόνιοι νοσηλευόμενοι ασθενείς με σχιζοφρένεια μπορούν να ωφεληθούν από το IPT σε τομείς όπως η νευρογνωσία, η κοινωνική αντίληψη, η ψυχοπαθολογία και η λειτουργικότητα. Αυτά τα οφέλη μπορεί να αποτελέσουν τη βάση για την κοινωνική επανένταξη των ατόμων αυτών, προωθώντας την ενεργή συμμετοχή τους στην καθημερινότητα και τις απαιτήσεις της και ενισχύοντας τις δράσεις από-ασυλοποίησης. Περισσότερες έρευνες στο συγκεκριμένο πεδίο μελέτης μπορεί να φωτίσουν περαιτέρω τη θεραπεία της σχιζοφρένειας.
  • Τεκμήριο
    Ο αυτοπροσδιορισμός της ταυτότητας των εφήβων με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στα διάφορα περιβάλλοντα
    Ξανθοπούλου, Χρυσάνθη; Μαντόγλου, Άννα, 1961-; Παυλόπουλος, Βασίλης Γ.; Σαμαρτζή, Σταυρούλα, 1960-; Pavlopoulos, Vassilis; SAMARTZI, STAVROULA; Psychology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)
    Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι ο αυτοπροσδιορισμός της ταυτότητας των εφήβων με διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής - Υπερκινητικότητας στις διαπροσωπικές τους σχέσεις στα περιβάλλοντα του σχολείου, της οικογένειας και της παρέας των συνομηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθούν οι αναπαραστάσεις που έχουν οι έφηβοι για τον εαυτό τους στα διάφορα περιβάλλοντα, πώς δηλαδή αντικειμενικοποιούν τον Εαυτό τους στα κοινωνικά πλαίσια, τις δυσκολίες της διαταραχής τους αλλά και τις έννοιες του Ιδανικού, Δέοντος και Πραγματικού εαυτού. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, επιλέξαμε την ποιοτική μέθοδο των ημιδομημένων συνεντεύξεων σε εφήβους με διάγνωση ΔΕΠ-Υ. Το δείγμα της έρευνας αποτελείται από 16 μαθητές και μαθήτριες 15-17 ετών, (Μ.Ο.=16 έτη) γενικών Γυμνασίων και Γενικών και Επαγγελματικών Λυκείων στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι έφηβοι με ΔΕΠ-Υ αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μέσα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις αναγνωρίζοντας τα στοιχεία της διαταραχής τους (ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα,παρορμητικότητα) αλλά και θετικά στοιχεία (σεβασμός, χιούμορ, κατανόηση, βοήθεια). Αν και εμφανίζουν δυσκολία στην κοινωνικοποίηση τους στον τομέα των φιλικών σχέσεων -απουσία κολλητού φίλου-, ωστόσο στις σχέσεις με την οικογένεια αλλά και στο σχολείο αναφέρουν παρόμοιες δυσκολίες με τους νευροτυπικούς εφήβους. Όσον αφορά την ταυτότητα τους, οι απαντήσεις τους οδηγούν και στις τέσσερεις καταστάσεις ταυτότητας με βάση την ταξινόμηση του Μαρσία, αν και ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανήκει στο Μορατόριουμ και τη Δοτή ταυτότητα. Επιπλέον, αντιλαμβάνονται τις διαστάσεις του Ιδανικού, Δέοντος και Πραγματικού εαυτού αλλά διαφωνούν με την ιδέα του Ιδανικού, αποδέχονται όμως τις δυσκολίες τους στον Πραγματικό τους εαυτό, αναφέρουν την έννοια του Δέοντος στη συμπεριφορά τους και αναγνωρίζουν τον κοινωνικό τους εαυτό που αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες των σημαντικών άλλων στις διασπαστικές τους συμπεριφορές. Έγιναν φανερέςαυτοασυμφωνίες μεταξύ του Ιδανικού και του Δέοντος εαυτού, ως έφηβος/η, ως μαθητής/τρια και ως φίλος/η. Οι καταστάσεις αυτές δημιουργούν άγχος και αρνητικά συναισθήματα στους/στις εφήβους καθώς έχουν να διαχειριστούν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους με όλες τις δυσκολίες, τις υποχρεώσεις τους για κάθε ρόλο και τα όνειρα και τις επιδιώξεις για αυτόν. Τέλος, οι ίδιοι οι έφηβοι δήλωσαν ότι επιθυμούν αποδοχή, σεβασμό και κατανόηση από όλα τα περιβάλλοντα που κινούνται και αποτελούν το μικροσύστημά τους.
  • Τεκμήριο
    Πολυσεξουαλικότητα και ταυτότητες φύλου: νέες πτυχές εστίασης και ο αντίκτυπος στην ψυχική υγεία και ευεξία
    Kassaras, Ilias; Κασσάρας, Ηλίας; Kordoutis, Panos; Κορδούτης, Παναγιώτης Σ.; MADOGLOU, ANNA; Tsakanikos, Elias; Pezirkianidis, Christos; KARAKASIDOU, EIRINI; Katerelos, Ioannis; Hantzi, Alexandra; Μαντόγλου, Άννα, 1961-; Τσακανίκος, Ηλίας; Πεζηρκιανίδης, Χρήστος; Καρακασίδου, Ειρήνη; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Χαντζή, Αλεξάνδρα; Psychology (2025-02)
    Η «πολυσεξουαλικότητα» αποτελεί έναν συμπεριληπτικό όρο που περιγράφει άτομα τα οποία έλκονται ρομαντικά ή/και ερωτικά από παραπάνω του ενός (κοινωνικά) φύλα. Μέχρι πρόσφατα, η διεθνής βιβλιογραφία δεν είχε στρέψει ενεργά το ενδιαφέρον της προς αυτά τα άτομα, αν και αποτελούν τον μεγαλύτερο υποπληθυσμό της ΛΟΑΤΚΙΑ2+ κοινότητας. Τα υπάρχοντα δεδομένα υπογραμμίζουν ότι τα πολυσεξουαλικά άτομα αποτελούν έναν κοινωνικά στιγματισμένο πληθυσμό που έχει συνδεθεί με συγκεκριμένους μύθους και στερεότυπα. Παρουσιάζουν διαχρονικά χαμηλότερη ευεξία συγκρινόμενα με στρέιτ και γκέι άτομα. Ακόμα, αντιμετωπίζουν μοναδικές προκλήσεις, καθώς συχνά συνάπτουν ερωτικούς δεσμούς με άτομα διαφορετικών σεξουαλικών προσανατολισμών, οδηγώντας σε περίπλοκα και – μη επαρκώς ερευνημένα – σχεσιακά δυναμικά που επηρεάζονται από το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του συντρόφου. Επίσης, σε ατομικό επίπεδο, δεν έχει δοθεί έμφαση στη μέτρηση εξειδικευμένων ταυτοτικών πτυχών που ανταποκρίνονται στην πολυσεξουαλική εμπειρία. Επιπλέον, υπό το πρίσμα της Διαθεματικότητας, η ταυτότητα φύλου αποτελεί μια σημαντική πτυχή που οφείλεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη για την πιο ολιστική αποτύπωση της ατομικής εμπειρίας αναφορικά με την κοινωνική καταπίεση και την ευεξία. Η παρούσα διατριβή αποτελείται από δύο Μέρη και ακολουθεί μεικτό ερευνητικό σχεδιασμό. Το Πρώτο μέρος, έχοντας ως συγκριτικό πλαίσιο 2507 στρέιτ άτομα, μελέτησε την ψυχική ευεξία 291 πολυσεξουαλικών ατόμων, λαμβάνοντας υπόψη το φύλο και τον σεξουαλικό προσανατολισμό του συντρόφου τους, αλλά και βασικές ψυχοσεξουαλικές ιδιότητες. Ακόμα, μελετήθηκε η σημασία της Ταυτότητας Κοινωνικού Φύλου (ΤΚΦ) στο συνολικό δείγμα των 2907 συμμετεχόντων. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν σημαντικές διαφορές τόσο μεταξύ στρέιτ και πολυσεξουαλικού δείγματος σε επίπεδο ευεξίας και ψυχοσεξουαλικότητας, όσο και μεταξύ πολυσεξουαλικών ανδρών και γυναικών. Επίσης, αναδείχθηκαν συγκεκριμένες ψυχοσεξουαλικές ιδιότητες που εξηγούσαν σταθερά τις διαφορές ανάμεσα σε στρέιτ και πολυσεξουαλικά άτομα σε επίπεδο ευεξίας. Επιπλέον, το φύλο και ο σεξουαλικός προσανατολισμός του συντρόφου είχαν σημαντική επίδραση τόσο στην ευεξία όσο και στις ψυχοσεξουαλικές πτυχές των πολυσεξουαλικών συμμετεχόντων. Αναφορικά με τις ΤΚΦ, φάνηκε πως τα άτομα που βίωναν την ταυτότητα φύλου τους με έναν πιο ρευστό τρόπο, σημείωναν καλύτερους δείκτες ευεξίας και ψυχοσεξουαλικότητας. Όλα τα ευρήματα αναλύθηκαν κοινωνιοψυχολογικά και μέσα στο πλαίσιο της Θεωρίας του Μειονοτικού στρες και της Διαθεματικότητας. Το Δεύτερο μέρος εστίασε στην ανάγκη της ερευνητικής στροφής στις ιδιαίτερες πτυχές της πολυσεξουαλικότητας. Με βάση σύγχρονο θεωρητικό μοντέλο, δημιουργήθηκε μια νέα και εξειδικευμένη κλίμακα μέτρησης ταυτοτικών πτυχών, η οποία στοχεύει να επεκτείνει την υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία. Πραγματοποιήθηκαν τρεις Έρευνες, με συνολικό δείγμα 325 ενήλικα πολυσεξουαλικά άτομα. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την παραγοντική δομή της Κλίμακας που αποτελείται από έξι διαστάσεις: (α) Διασταύρωση ταυτοτήτων/Συνολική ανάπτυξη, (β) Απόρριψη ταμπελών, (γ) Βρίσκοντας τη θέση στη ΛΟΑΤΚΙΑ2+ κοινότητα, (δ) Βρίσκοντας τη θέση στη στρέιτ κοινότητα, (ε) Απόρριψη μονοσεξουαλικής ταυτότητας και (στ) Κατανόηση της πολυσεξουαλικής ταυτότητας. Επιπλέον, ελέγχθηκαν και συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα αναφορικά με τις νέες αυτές ταυτοτικές πτυχές. Συνολικά, η παρούσα διατριβή συνεισφέρει πολύπλευρα στην υπάρχουσα γνώση, παρέχοντας νέα δεδομένα αναφορικά με την ευεξία, την ψυχοσεξουαλικότητα, τις στενές διαπροσωπικές σχέσεις και τις ιδιαίτερες ταυτοτικές πτυχές των πολυσεξουαλικών ατόμων. Ακόμα, ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα βιώνουν το φύλο τους αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας. Τέλος, πέραν των νέων ερευνητικών θεμάτων που ανακύπτουν από τα αποτελέσματα, παρέχονται και συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς ψυχοθεραπευτική αξιοποίηση, κατά τη συνεργασία με πολυσεξουαλικό πληθυσμό.
  • Τεκμήριο
    Development of cognitive abilities: design and implementation of a digital tool for measurement
    Σακκάς, Χρήστος; Σαμαρτζή, Σταυρούλα; SAMARTZI, STAVROULA; Βατάκη, Αργυρώ; Κουμαράς, Χαρίλαος; Koumaras, Harilaos; Psychology (2025)
    Η παρούσα διατριβή εξετάζει τον ρόλο των ψηφιακών περιβαλλόντων στη γνωστική ανάπτυξη, εστιάζοντας ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο τα ψηφιακά εργαλεία και τα εκπαιδευτικά ρομπότ μπορούν να διευκολύνουν την κατανόηση των Πιαζετικών δοκιμασιών διατήρησης στα παιδιά. Βασισμένη αφενός στη θεμελιώδη θεωρία του Πιαζέ, και αφετέρου σε σύγχρονες θεωρίες γνωστικής επιστήμης, η έρευνα αναπτύσσει και δοκιμάζει μια καινοτόμο ψηφιακή πλατφόρμα σχεδιασμένη για γνωστικές αξιολογήσεις. Η αποτελεσματικότητα της πλατφόρμας επικυρώθηκε μέσω πειραμάτων που συνέκριναν παραδοσιακά φυσικά περιβάλλοντα με ψηφιακά και ρομποτικά-υποβοηθούμενα περιβάλλοντα. Στην πρώτη μελέτη, δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες της πλατφόρμας, επιδεικνύοντας την ευελιξία της και την καταλληλότητά της για έρευνες γνωστικής ανάπτυξης. Η δεύτερη μελέτη εξέτασε την απόδοση των παιδιών σε δοκιμασίες διατήρησης υγρού σε φυσικά και ψηφιακά περιβάλλοντα, αποκαλύπτοντας σημαντικά ευρήματα στη γνωστική έρευνα, με συνέπειες για τις στρατηγικές ψηφιακής μάθησης. Στην τρίτη μελέτη, παρουσιάστηκε ένας ρομποτικός πειραματιστής για να παρατηρηθούν οι πιθανές επιδράσεις στη κατανόηση της δοκιμασίας, με την υπόθεση ότι θα μειώσει τη μεροληψία του πειραματιστή και θα αυξηθεί τη αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα ψηφιακά περιβάλλοντα, ειδικά αυτά που περιλαμβάνουν ρομποτικούς παράγοντες, προσφέρουν μοναδικά πλεονεκτήματα στην ενίσχυση της γνωστικής αξιολόγησης και κατανόησης των παιδιών, προσφέροντας νέες προοπτικές για τις εκπαιδευτικές πρακτικές, τη γνωστική και την αναπτυξιακή ψυχολογία. Τα αποτελέσματα αυτά υπογραμμίζουν το δυναμικό των ψηφιακών τεχνολογιών στη διαμόρφωση μελλοντικών προσεγγίσεων στην έρευνα γνωστικής ανάπτυξης.
  • Τεκμήριο
    Οι επαγγελματικές φιλοδοξίες των εφήβων: η επίδραση των ατομικών χαρακτηριστικών, της οικογένειας και του τύπου εκπαίδευσης (γενική/ επαγγελματική)
    Χαδιά, Άννα Κ.; Καζή, Σμαράγδα; Παπαμιχαήλ, Γιάννης, 1950-; Αθανασιάδου, Χριστίνα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)
    Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη διερεύνηση των παραγόντων οι οποίοι συμβάλλουν στην επιλογή επαγγέλματος των εφήβων 15-18 ετών. Η έρευνα διενεργήθηκε σε δημόσια σχολεία της Αττικής σε δύο μέρη. Εξέτασε δημογραφικούς παράγοντες (φύλο, ηλικία, εθνική καταγωγή, ΚΟΙΕ), ενδογενείς παράγοντες (την αυτοαποτελεσματικότητα, τον αυτοκαθορισμό και την αυτονομία στην επιλογή επαγγέλματος), παράγοντες πλαισίου (όπως το γονεϊκό ύφος ανατροφής, τις πηγές πληροφόρησης για το επάγγελμα και τις αναφερόμενες από τους εφήβους επιρροές), και τα κίνητρα της επαγγελματικής επιλογής (εσωτερικά, εσωτερικευμένα ή εξωτερικά κίνητρα). Επίσης, εξέτασε τη σχολική επίδοση των μαθητών και την αυτοαξιολόγησή της και τον τύπο σχολείου φοίτησης (γενικό/ επαγγελματικό). Οι παραπάνω παράγοντες φάνηκε να επηρεάζουν την επαγγελματική επιλογή, τόσο μεμονωμένα, όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση της αυτοαποτελεσματικότητας με τον αυτοκαθορισμό των εφήβων, παρ΄ όλο που οι δύο αυτές διαστάσεις αυτοαναφοράς προέρχονται από διαφορετικές σχολές σκέψης. Φάνηκε, επίσης, ότι οι έφηβοι οι οποίοι δήλωσαν περισσότερο βέβαιοι για την επιλογή του μελλοντικού τους επαγγέλματος είχαν υψηλότερο αυτοκαθορισμό, στήριζαν την επιλογή τους σε εσωτερικά κίνητρα και δήλωσαν ότι επηρεάζονται λιγότερο από την οικονομική κρίση και από εξωτερικούς- οικονομικούς παράγοντες. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι οι έφηβοι των οποίων οι γονείς τους παρείχαν φροντίδα ήταν πιο πιθανό να στηριχτούν σε εσωτερικά κίνητρα για την επιλογή επαγγέλματος, ενώ, η μητρική υπερπροστασία συσχετίστηκε αρνητικά με την επιλογή επαγγέλματος που βασίζεται σε εσωτερικά κίνητρα. Ακόμη, οι έφηβοι με υπερπροστατευτικούς γονείς, έτειναν να έχουν χαμηλότερο αυτοκαθορισμό, ενώ η υπερπροστασία του πατέρα συσχετίστηκε με χαμηλότερη ακαδημαϊκή και αυτορρυθμιστική αυτοαποτελεσματικότητα. Η σχολική επίδοση συσχετίστηκε θετικά με την αυτοαξιολόγηση των εφήβων για αυτήν, με τις πεποιθήσεις αυτοαποτελεσματικότητάς τους και με τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές τους φιλοδοξίες. Οι έφηβοι φάνηκε να επιλέγουν περισσότερο τα επαγγέλματα που σχετίζονται στερεοτυπικά με το φύλο τους. Η επιλογή των κατηγοριών των επαγγελμάτων σχετίστηκε με προσωπικές κλίσεις, αλλά και με δημογραφικά χαρακτηριστικά. Το ΚΟΙΕ των μαθητών και το μορφωτικό επίπεδο των γονέων τους συσχετίστηκαν με τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές φιλοδοξίες τους, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία της πολιτισμικής αναπαραγωγής στο σχολείο. Ο τύπος σχολείου φοίτησης (Γενικό vs Επαγγελματικό Λύκειο) και η χώρα καταγωγής φάνηκαν επίσης να αντανακλώνται στα επιλεχθέντα επαγγέλματα από τους εφήβους (και στην αντίστοιχη ταξινόμησή τους στις τυπολογικές κατηγορίες κατά Holland), δείχνοντας, και στην περίπτωση αυτή, μία χαρακτηριστική κοινωνική διαστρωμάτωση.
  • Τεκμήριο
    Κοινωνιοψυχολογικές διαστάσεις διαμόρφωσης εκπαιδευτικής πολιτικής: η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
    Ζαγκλαρά, Παρασκευή Α.; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Πατινιώτης, Νικήτας; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)
    Οι δύο κεντρικοί άξονες της διατριβής είναι κατά πρώτον η παρουσίαση και αποτίμηση του ισχύοντος στη χώρα μας συστήματος πρόσβασης στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση από άποψη κοινωνιοψυχολογική και κατά δεύτερον ο έλεγχος υποθετικών σεναρίων πρόσβασης, τα οποία είτε έχουν διατυπωθεί από επίσημους φορείς είτε προκύπτουν ως επιστημονικά ερωτήματα από τη διεθνή πρακτική. Σε πρώτο στάδιο η διατριβή διερευνά τον εντοπισμό, τη μέτρηση και την αλληλεπίδραση χαρακτηριστικών, αντιλήψεων και σχέσεων που συνδέονται με τον Έλληνα υποψήφιο στα πλαίσια της συμμετοχής του στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Η μελέτη των παραπάνω στηρίχτηκε στη διάκριση του φύλου, του τόπου μόνιμης κατοικίας, του λυκειακού τύπου και της αντίστοιχης τάξης. Σε ένα δεύτερο στάδιο, η διατριβή θέτει προς διερεύνηση εναλλακτικά σενάρια πρόσβασης στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, που διακυμαίνονται από τη μικρή διαφοροποίηση των Πανελλήνιων εξετάσεων μέχρι την ελεύθερη πρόσβαση. Επίσης μελετάται η σχέση κάθε υποθετικού σεναρίου με τη συμπεριφορά, την ψυχολογία, τις σχέσεις, τις αντιλήψεις και τις επιθυμίες των υποψηφίων. Η διατριβή στηρίζεται σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο διάστημα Φεβρουαρίου – Απριλίου 2011, σε 21 σχολικές μονάδες σε όλη την Ελλάδα, και στην οποία πήραν μέρος 1601 μαθητές και μαθήτριες της δεύτερης και τρίτης τάξης Γενικού Λυκείου. Η έρευνα έγινε με ερωτηματολόγιο, για τη διαμόρφωση του οποίου προηγήθηκε προ-έρευνα με ημιδομημένες συνεντεύξεις. Αρχικά παρουσιάζεται η πρόσφατη ιστορία των εισαγωγικών εξετάσεων ως εφαρμοσμένης κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής, ενώ γίνεται αναφορά στα κυριότερα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και εκπαίδευσης που σχετίζονται με την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση. Επίσης αναφέρονται αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος, με κυριότερη τον περιθωριακό χαρακτήρα της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Επισημαίνεται πως παρά το δημοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η διαιώνιση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων είναι γεγονός, ενώ παρά τη θεσμοθετημένη δωρεάν εκπαίδευση, η ελληνική οικογένεια συμμετέχει σημαντικά στις συνολικές εκπαιδευτικές δαπάνες της χώρας. Επίσης, αναπτύσσεται από την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία η πρόσφατη προβληματική για το αν οι εισαγωγικές εξετάσεις ισοδυναμούν με ισότητα ευκαιριών ή αναπαράγουν το σύστημα, αν αποτελούν αξιόπιστο μηχανισμό επιλογής και ποια είναι η επίδρασή τους στην προηγούμενη εκπαιδευτική βαθμίδα. Στη συνέχεια αναλύεται η κοινωνιοψυχολογική διάσταση των εισαγωγικών εξετάσεων και της ακαδημαϊκής επιτυχίας ή αποτυχίας, με έμφαση στο ρόλο των γονέων, των φίλων και των καθηγητών. Γίνεται αναφορά στο θέμα του σχολικού άγχους, του άγχους των εξετάσεων και του συνδρόμου της ακαδημαϊκής εξουθένωσης, ενώ ακολουθεί εκτενής αναφορά σε δεδομένα από την πρόσφατη ελληνική βιβλιογραφία, που σχετίζονται με τα παραπάνω ζητήματα. Ακολουθούν τα συμπεράσματα της έρευνας. Η συμμετοχή στις Πανελλήνιες εξετάσεις αποδεικνύεται μια επώδυνη από ψυχολογική άποψη δοκιμασία, που επηρεάζει τις σχέσεις των υποψηφίων με τους ανθρώπους του άμεσου περιβάλλοντός τους: γονείς, καθηγητές, συμμαθητές. Διαπιστώνεται ότι περισσότερο άγχος νιώθουν εκείνοι οι μαθητές που ακολουθώντας πιστά τους κανόνες του παιχνιδιού, παρόλο που τους αμφισβητούν, πειθαρχούν σε αυτούς και το ανάγουν τελικά σε κίνητρο αυτοβελτίωσης. Το σύστημα μπορεί να χαρακτηρίζεται από τους μαθητές αντικειμενικό και αδιάβλητο, όμως, εναργώς διατυπώνεται το γεγονός ότι ευνοεί την παραπαιδεία. Υπογραμμίζεται ότι ένα σύστημα πρόσβασης με βάση μόνο την επίδοση στο Λύκειο θα είχε θετικές επιπτώσεις κυρίως στην ψυχολογία των υποψηφίων και στο οικονομικό κόστος της προετοιμασίας τους, ωστόσο εκφράζονται περισσότερες αντιρρήσεις για αυτό παρά για ένα σύστημα που θα έχει ως βάση το ισχύον με αλλαγές. Καταγράφεται η απροθυμία να αποδεσμευθεί το Λύκειο από τις εισαγωγικές εξετάσεις και η προτίμησή των υποψηφίων στη δυνατότητα περισσότερων ευκαιριών εξέτασης μέσα στον ίδιο χρόνο, τη δυνατότητα διατήρησης τυχόν υψηλής βαθμολογίας από προηγούμενη εξέταση, τον περιορισμό της εξεταζόμενης ύλης, την εισαγωγή τους όχι σε Τμήμα αλλά σε σχολή, για να επιλέγουν σε επόμενη φάση την επαγγελματική τους κατεύθυνση ώριμα. Η έρευνα αποκάλυψε πως η ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση με τα σημερινά δεδομένα είναι ουτοπική. Τέλος, διαπιστώθηκαν διαφοροποιήσεις σε σχέση με το φύλο, τον τόπο μόνιμης κατοικίας, το λυκειακό τύπο και την τάξη φοίτησης.
  • Τεκμήριο
    Συνεργατική μάθηση σε δυνητικές κοινότητες: κοινωνιολογικο-ψυχολογική & παιδαγωγική προσέγγιση
    Τζαναβάρης, Σπυρίδων Γ.; Κοσκινάς, Κωνσταντίνος; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Στυλιανίδης, Στέλιος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)
    Καθώς μεταβαίνουμε προς την Κοινωνία της Πληροφορίας, γινόμαστε συνδημιουργοί και συνάλληλοι των νέων τρόπων επικοινωνίας. Στην παρούσα προτείνεται το πλαίσιο ‘Συναλληλία’, ένα πλαίσιο συνεργατικής μάθησης για τον μετασχηματισμό Φυσικών Κοινοτήτων Μάθησης σε Δυνητικές Κοινότητες Μάθησης (ΔΚΜ), στο διαδίκτυο. Πρόκειται για μία εφαρμοσμένη κοινωνιολογικο-ψυχολογική και παιδαγωγική προσέγγιση υπό το φως του εσωτερικού λόγου. Ο τελευταίος εμφανίζεται μέσα στις ΔΚΜ όταν αυτές εμπλέκονται σε αυθεντικές δραστηριότητες. Με τον όρο ‘αυθεντικές’ εννοούνται πραγματικές δραστηριότητες, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσα στην κοινωνία. Η ιδέα είναι το εν λόγω πλαίσιο να σηματοδοτήσει μία προσπάθεια να γίνουν σαφείς οι λειτουργίες συλλογικής ανάπτυξης γνωστικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων, καθώς φυσικές κοινότητες μάθησης μετασχηματίζονται και επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους σε δυνητικές, στο διαδίκτυο. Στο μοντέλο του κύκλου συνεργατικής μάθησης της ΔΚΜ που παρουσιάζεται περιγράφονται αυτές οι γνωστικές διαδικασίες και δεξιότητες καθώς και η αλληλουχία τους, οι οποίες ανιχνεύονται δια μέσου λειτουργιών εσωτερικού λόγου ενσωματωμένων στην αυθεντική -κοινωνική- δραστηριότητα. Επιπλέον, η πρόκληση που εγείρεται για το εν λόγω πλαίσιο είναι να εμπλέξει μία, δύο ή περισσότερες ΔΚΜ σε μία συλλογική διαδικασία γνωστικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται μία μέθοδος συνεργατικής επίλυσης δραστηριοτήτων, η ‘Μάθηση Βασιζόμενη σε Εργασίες με Προβληματική, με Διαμορφωτικές Παρεμβάσεις, κατά τη διάρκεια Αυθεντικών Δραστηριοτήτων’, για Περιβάλλοντα Συνεργατικής Μάθησης στο Διαδίκτυο (ΠΣΜΔ). Επίσης περιγράφεται το Μοντέλο Ανάλυσης Συναλληλίας (ΜΑΣ), για την ανάλυση των συνεργατικών λύσεων που δόθηκαν σε αυτά τα περιβάλλοντα. Αν και η ‘Συναλληλία’ αναπτύχθηκε ως γνωστική προσέγγιση, μπορεί επίσης να υποστηρίξει και οντολογικές προκλήσεις. Το εν λόγω πλαίσιο μπορεί να βρει μελλοντικές εφαρμογές σε Δυνητικές Κοινότητες Πρακτικής (ΔΚΠ) καθώς και στη συζήτηση περί κινήτρων της συλλογικής συνείδησης μιας Δυνητικής Κοινότητας (ΔΚ). Επιπλέον, το ΜΑΣ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ευρύτερα ως εργαλείο για την ανάλυση και ερμηνεία κοινωνιολογικο-ψυχολογικών και παιδαγωγικών παραμέτρων συνεργασίας, σε σύγχρονες τάσεις στην ηλεκτρονική μάθηση πέραν των κοινοτήτων, όπως π.χ. σε κοινωνικά δίκτυα. Περαιτέρω, η ανάπτυξη συναλληλίας σκοπό έχει την ανάπτυξη από μικρή ηλικία, τόσο στον δυνητικό όσο και στον πραγματικό κόσμο μίας κουλτούρας, ώστε κοινωνικοπολιτισμικές αλλαγές εντός της κοινωνίας μπορούν να προετοιμαστούν από αντίστοιχες αλλαγές εντός των κοινοτήτων, φυσικά και δυνητικά.
  • Τεκμήριο
    Θεωρητική και κλινική διερεύνηση ψυχοπαθολογίας σε ασθενείς μεταβολικού συνδρόμου υπό εξειδικευμένο πρόγραμμα διατροφής
    Μιμόγλου, Βασιλική Π.; Συνοδινού, Κλαίρη; Σταλίκας, Αναστάσιος; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)
    Στόχος της παρούσας μελέτης, είναι η κλινική διερεύνηση της ψυχικής οργάνωσης και λειτουργίας ασθενών με Μεταβολικό Σύνδρομο, καθώς και της αλληλεπίδρασης ψυχικών λειτουργιών με την κυτταρική οξείδωση. Παράλληλα, εξετάζουμε το ΜετΣ μέσα από θεωρίες της ψυχολογίας, την ψυχαναλυτική ψυχοσωματική προσέγγιση και στοιχεία βιοχημείας. Εντάσσοντας θεωρητικά το ΜετΣ στις ψυχοσωματικές αποδιοργανώσεις, διερευνούμε την διαγνωστική αξία της ύπαρξης αναπαράστασης έναρξης της διαταραχής, ως προς δυσκολίες ελέγχου και επεξεργασίας συναισθημάτων και παρορμήσεων. Επίσης εξετάζουμε τη χρηστική λειτουργία, μελετώντας τη σχέση απουσίας μεταβατικού χώρου με παράγοντες σωματoπoίησης και συμπεριφορικής εκφόρτισης. Στη συνέχεια, διερευνούμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της διατροφικής συμπεριφοράς των μεταβολικών ασθενών. Επιπλέον μελετούμε την σχέση αλεξιθυμίας και αμυντικού προφίλ με το οξειδωτικό στρες. Τέλος, γίνεται αναφορά στην ποιότητα των αναπαραστάσεων για το πατρικό Υπερεγώ. Το δείγμα αποτελείται από 60 ενήλικες άνδρες και γυναίκες, ελληνικής καταγωγής, οι οποίοι προσήλθαν σε διαιτολογικό κέντρο στην Αθήνα. Ακολουθούμε τέσσερεις μεθόδους διερεύνησης: κλινική συνέντευξη, ερωτηματολόγια (Life Style Index, Defense Style Questionnaire-88, Zuckerman-Kuhlman Personality Questionnaire, TAS-20), προβολικό τεστ (Rorschach), καθώς και βιοχημική εξέταση δεικτών κυτταρικής οξείδωσης (PCC, MDA, GPU, TAC). Εφαρμόζονται παραμετρικές και μη παραμετρικές στατιστικές μέθοδοι, t-test, ANOVA, με επίπεδο σημαντικότητας p>0.05, καθώς και κατηγορική μελέτη παλινδρόμησης. Ο στατιστικός έλεγχος αφήνει να διαφανεί, ότι ασθενείς χωρίς αναπαράσταση για την έναρξη του ΜετΣ έχουν χειρότερο συναισθηματικό έλεγχο, και είναι πιο παρορμητικοί. Επίσης, ότι ασθενείς με κατάρρευση του ψυχικού μεταβατικού χώρου είναι πιο επιρρεπείς στην υπερφαγία, κυριαρχούνται από ναρκισσιστικές λειτουργίες και παρουσιάζουν ψυχική ευθραυστότητα. Η διαταραχή υπερφαγίας συνδέεται με δυσμεταβολισμό του συναισθήματος και εκφορτιστικές τάσεις, αλλά όχι με στοματικότητα. Τέλος, η αλεξιθυμία και το ανώριμο αμυντικό προφίλ σχετίζονται με μεγαλύτερη κυτταρική οξείδωση. Η ποιότητα των αναπαραστάσεων του πατρικό υπερεγώ στην κάρτα IV του τεστ Rorschach, σκιαγραφεί πυροδότηση άγχους αφανισμού, μηχανισμών σχάσης και τελικά επικράτηση του Ιδανικού του Εγώ. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι το ΜετΣ μπορεί να συνοδεύεται από συγκεκριμένες ψυχοσωματικές λειτουργίες, οι οποίες επιβαρύνουν την υγεία μέσω συμπεριφορών και ψυχοβιοχημικών οδών.
  • Τεκμήριο
    Αφήγηση και ταυτότητα στη χρόνια ασθένεια: το παράδειγμα της μητρότητας στη Σκλήρυνση κατά Πλάκας
    Εμμανουήλ, Σταύρος Γρ.; Ποταμιάνος, Γρηγόρης; Αναγνωστόπουλος, Φώτης; Κορωναίου, Αλεξάνδρα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014-12-15)
    Σκοπός της διατριβής καθίσταται η διερεύνηση της εμπειρίας δείγματος μητέρων/ασθενών με Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣΚΠ) για δύο κυρίως λόγους όπως: α) η επισήμανση της “προεξοχής” της μητρότητας ως κυρίαρχη ταυτότητα γυναικών/συμμετεχουσων σε πιλοτική μελέτη μεικτού δείγματος ασθενών αυτού του τύπου καθώς επίσης, β) η έλλειψη σχετικών με το ζήτημα της μητρότητας στη χρόνια ασθένεια δημοσιεύσεων, κατ’ επέκταση ο εντοπισμός ερευνητικού “κενού” στην παραπάνω κατεύθυνση. Σημαντικά χαρακτηριστικά της διερεύνησης αποτέλεσαν η αναγνώριση α) της σημασίας της συγκρότησης του νοήματος της εμπειρίας της ασθένειας β) της σχέσης μεταξύ της συγκρότησης του νοήματος και του ζητήματος της ταυτότητας στην περίπτωση αυτή και τέλος, γ) η υιοθέτηση της “αφηγηματικής προσέγγισης” ως ευρύτερη ερευνητική “οπτική” δεδομένης της οντολογικής σχέσης της αφήγησης τόσο με τη συγκρότηση του νοήματος της εμπειρίας όσο με τη δόμηση ή αναδόμηση της ταυτότητας - ιδίως στις περιπτώσεις κρίσιμων καμπών της βιογραφίας. Τα προλεχθέντα οδήγησαν στην διατύπωση δύο βασικών ερευνητικών ερωτημάτων τα οποία αφορούσαν α) τον τρόπο με τον οποίο οι συμμετέχουσες συγκρότησαν το νόημα της εμπειρίας τους ως πρόσωπα και ειδικότερα ως μητέρες καθώς επίσης β) τη συμβολή του νοήματος αυτού στην αφηγηματική αποτύπωση της ταυτότητάς τους. Η παρούσα ποιοτική έρευνα υιοθετεί δύο από τις υφιστάμενες “οπτικές” όσον αφορά το ζήτημα της αφηγηματικής ταυτότητας ήτοι α) τη “Φαινομενολογική” καθώς επίσης β) τη “Διαλογική” χαρακτηριστικό της οποίας αποτελεί η κατανόηση του εαυτού ως “πολυφωνική οντότητα”. Τα παραπάνω οδήγησαν στην διεξαγωγή δύο μελετών αξιοποιώντας μεθόδους όπως η “Ερμηνευτική Φαινομενολογική Ανάλυση” και η “Ποιητική Αναπαράσταση των Αφηγήσεων”. Το κοινό, επιλεκτικό - όχι τυχαίο δείγμα των μελετών συγκρότησαν δεκαπέντε μητέρες με ΣΚΠ ενώ η συλλογή των δεδομένων διεξήχθη με τη χρήση βιογραφικών, ανοικτών, μη κατευθυντικών / σε βάθος συνεντεύξεων. Η φαινομενολογική ανάλυση των δεδομένων ανέδειξε το ευρύ φάσμα της εμπειρίας των συμμετεχουσών γεγονός το οποίο αποτυπώθηκε στον προσδιορισμό τριών αφηγηματικών τυπολογιών ως πλαίσια συγκρότησης του νοήματός της ήτοι α) τις αφηγήσεις “αποκατάστασης ή προστασίας”, β) “νομιμοποίησης ή ενδυνάμωσης” και τέλος γ) “απώλειας” της ταυτότητας. Αντίστοιχα, η “διαλογική / πολυφωνική” προσέγγιση του εαυτού και της ταυτότητας συνέβαλε στον εντοπισμό κυρίαρχων ή ανεσταλμένων “φωνών” των συμμετεχουσών στις προαναφερθείσες αφηγηματικές τυπολογίες συνεπικουρώντας στην επίτευξη του ερευνητικού σκοπού. Συμπεράσματα. Ζητήματα όπως η δυναμική της υποτροπιάζουσας φύσης της ΣΚΠ, η πιθανότητα “απώλειας” της ταυτότητας κατά την “προβληματική μετάβαση” από το καθεστώς της υγείας σε αυτό της ασθένειας, η ενδεχόμενη επίδραση της ασθένειας στα υιοθετούμενα γονεϊκά στυλ, η συμβολή της “στρατηγικής εστίασης στο νόημα” στη μείωση των συμπτωμάτων άγχους/κατάθλιψης καθώς επίσης η υπογράμμιση της “συγχωρητικής” προσέγγισης της πραγματικότητας ως αναστοχαστική - μεταγνωστική διαδικασία αναδόμησης της ταυτότητας στην χρόνια ασθένεια δύνανται να συνεισφέρουν στην εύστοχη παρέμβαση των επαγγελματιών Ψυχικής Υγείας τόσο σε παρόμοιες με το ερευνητικό δείγμα περιπτώσεις, όσο σε άλλες οι οποίες άπτονται συναφών της ΣΚΠ νόσων.
  • Τεκμήριο
    Κοινωνιο-ψυχολογικές διαστάσεις οικονομικής συμπεριφοράς: μοντέλα προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού
    Βαρότσης, Νικόλαος Σ.; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Σακαλάκη, Μαρία; Καζή, Σμαράγδα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)
    Η παράνομη αποφυγή πληρωμής των φόρων αποτελεί μείζον οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα αλλά και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Η διαχρονική αποτυχία του φορολογικού συστήματος στην Ελλάδα παρόλες τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις, υποδεικνύει την ανάγκη μελέτης του φαινομένου της φοροδιαφυγής με διαφορετική προσέγγιση. Η ανεκτική στάση που διατηρούν οι φορολογούμενοι απέναντι στη φοροδιαφυγή, προφανώς δεν προέρχεται αποκλειστικά από τις αδυναμίες τους φορολογικού συστήματος. Πιθανά εμπεριέχει κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά αλλά και αντιλήψεις τόσο για το μείγμα της φορολογικής πολιτικής όσο και για τη διαχείριση των δημοσίων πόρων, που επηρεάζουν τη φορολογική συμπεριφορά, και κατ’ επέκταση ευνοούν τη διατήρηση αυτής της στάσης. Η παρούσα έρευνα αναδεικνύει τη δυνατότητα μέτρησης αυτών των χαρακτηριστικών και αντιλήψεων όπως και την πιθανότητα να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη φορολογική συμπεριφορά και στην ανθεκτικότητα της φοροδιαφυγής. Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής πραγματοποιείται επισκόπηση του ελληνικού φορολογικού συστήματος και σύγκρισή του με αποτελεσματικά φορολογικά συστήματα, ενώ πραγματεύεται η έννοια της φορολογικής συμπεριφοράς και οι αιτίες προέλευσής της. Η μελέτη της φορολογικής συμπεριφοράς πραγματοποιήθηκε με την πολυπαραγοντική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων που προήλθαν από τα αποτελέσματα της έρευνας, την εξέταση γραμμικών μοντέλων φορολογικής συμπεριφοράς, την ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού και την μη γραμμική διερεύνηση από μοντέλα καταστροφής. Η πολυμεταβλητή διακύμανση τονίζει σημαντικές διαφοροποιήσεις στη φορολογική συμπεριφορά του πληθυσμού. Η παραγοντική ανάλυση ανέδειξε έξι κύριους παράγοντες φορολογικής συμπεριφοράς ενώ τα γραμμικά μοντέλα που εξετάστηκαν δεν παρέχουν ικανοποιητική ερμηνεία του φαινομένου. Η ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού ανέδειξε τη χρησιμότητα της ενσωμάτωσης κοινωνιο-ψυχολογικών χαρακτηριστικών και αντιλήψεων στο φορολογικό σύστημα για την ευνοϊκή αναμόρφωση των φορολογικών εσόδων και τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Η μαθηματική ανίχνευση των γραμμικών μοντέλων φορολογικής συμπεριφοράς και των μοντέλων καταστροφής Cusp και Swallowtail, όπου ο φόβος και η κοινωνική πίεση - μαζί με την κοινωνική συναίνεση στο μοντέλο swallowtail - αποτελούν παράμετροι ελέγχου ανέδειξε ότι ένα μη γραμμικό μοντέλο αναπαριστά συντριπτικά καλύτερα τη φορολογική συμπεριφορά από οποιοδήποτε γραμμικό. Συγκεκριμένα το μοντέλο καταστροφής Cusp υπερέχει θεαματικά στην ερμηνεία της φορολογικής συμπεριφοράς σε σχέση με το αντίστοιχο γραμμικό μοντέλο ενώ και το μοντέλο καταστροφής Swallowtail παρέχει πολύ πιο ικανοποιητική ερμηνεία σε σχέση με το αντίστοιχο γραμμικό μοντέλο. Τα αποτελέσματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η φορολογική συμπεριφορά στην Ελλάδα είναι ένα πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό φαινόμενο που ενδεχομένως εμπεριέχει απροσδιοριστία. Η διερεύνηση της φορολογικής συμπεριφοράς τόσο από γραμμικά όσο και από δυναμικά (μη γραμμικά) μοντέλα και η ανάπτυξη μοντέλων προσομοίωσης φορολογικού σχεδιασμού, αναδίδει νέες προσεγγίσεις στην αντίληψη της φορολογικής συμπεριφοράς, που συνεισφέρουν στην καλύτερη κατανόηση του προβλήματος της φοροδιαφυγής, και αποτελούν καινοτομία της παρούσας διατριβής. Η κατανόηση της φορολογικής συμπεριφοράς και των βασικών αιτίων που προκαλούν τη φοροδιαφυγή υπογραμμίζουν την χρησιμότητα της παρούσας έρευνας.
  • Τεκμήριο
    Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις του χρόνου και η κοινωνικοοικονομική ευαλωτότητα σε μαθητές της υποχρεωτικής εκπαίδευσης
    Γούλα, Κατερίνα Ε.; Χρυσοχόου, Ξένια; Συνοδινού, Κλαίρη; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)
    Αντικείμενο της παρούσας διατριβής είναι η εξέταση του ρόλου της βιωμένης και προσλαμβανόμενης κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας στη διαμόρφωση των αναπαραστάσεων που σχηματίζουν τα παιδιά για το χρόνο. Για την προσέγγιση του χρόνου επιλέξαμε το εργαλείο της Χρονικής Προοπτικής, το οποίο σκοπός μας είναι να δείξουμε ότι μπορεί να μελετηθεί με όρους κοινωνιοψυχολογικής μεταβλητής. Ο χρόνος μελετάται ως κοινωνική αναπαράσταση διότι διαμορφώνεται κοινωνικά, αναπαράγεται κοινωνικά και παρεμβαίνει στο πεδίο των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Παράλληλα, χαρακτηρίζεται στην εργασία αυτή και με όρους έξης, θεμελιώδους έννοιας της θεωρίας του Bourdieu, και εξετάζεται η υπόθεση σύγκλισης των δύο εννοιών. Τα ερευνητικά βήματα περιλαμβάνουν τη στάθμιση στα ελληνικά μιας κλίμακας μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής για ενήλικες (Zimbardo Time Perspective Inventory), την κατασκευή και στάθμιση μιας κλίμακας μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής για παιδιά και την παράλληλη χορήγηση ερωτηματολογίων μέτρησης της Χρονικής Προοπτικής και της κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας σε μαθητές τω τελευταίων τάξεων του δημοτικού σχολείου και στους γονείς τους. Ακολουθεί τέλος ένας πειραματικός χειρισμός ο οποίος εξετάζει την κανονιστική φύση του χρόνου και την ισχύ του ως νόρμα στη διαμόρφωση θετικών ή αρνητικών προφίλ μαθητών ανάλογα με την πριμοδοτούμενη Χρονική Προοπτική. Η εξέταση των υποθέσεών μας μάς επιτρέπει να συμπεράνουμε το ρόλο της ευαλωτότητας ως κοινωνικής υπαγωγής στη διαμόρφωση των κοινωνικών αναπαραστάσεων του χρόνου, τη διαγενεαλογική μετάδοση ανά κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον των κοινωνικών αναπαραστάσεων του χρόνου καθώς και των σύστοιχων κοινωνικών πρακτικών καθώς και την κανονιστικότητα του χρόνου ως νόρμας στην απόδοση θετικών και αρνητικών προσήμων σε κοινωνικές συμπεριφορές. Καταληκτικά, οι έννοιες της κοινωνικής αναπαράστασης και της έξης έπαιξαν τουλάχιστον συμπληρωματικό ρόλο στην κοινωνιοψυχολογική εξέταση του χρόνου.
  • Τεκμήριο
    Όψεις συβολικής νομιμοποίησης και απονομιμοποίησης του κοινωνικού συστήματος : κανονιστικοί προσδιορισμοί και ο ενεργός ρόλος του πλαισίου
    Γκουμάτση, Σοφία; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Χρυσοχόου, Ξένια; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Πρωταρχικός στόχος αυτής της διδακτορικής διατριβής ήταν η ένταξή της νομιμοποίησης του συστήματος σε ένα ευρύτερο αξιακό, ιδεολογικό και κανονιστικό πλαίσιο. Παράλληλος στόχος ήταν να μελετηθεί ο ρόλος της οικονομικής και κοινωνικής συγκυρίας στην εκφορά νομιμοποιητικού και απονομιμοποιητικού λόγου. Τα φαινόμενα νομιμοποίησης και απονομιμοποίησης του συστήματος προσεγγίστηκαν με όρους κοινωνικής επιρροής και καταγράφηκε η διασύνδεση τους με τις κοινωνικές νόρμες της συμμόρφωσης και της διαφοροποίησης. Αντικείμενο της πρώτης έρευνας είναι ο ιδεολογικά ενεργός και πολιτικά προσδιορισμένος χαρακτήρας της νομιμοποίησης του συστήματος και η σχέση της με τον πολιτικό και κοινωνικό συντηρητισμό και την κοινωνική νόρμα της συμμόρφωσης. Η δεύτερη έρευνα επικεντρώνεται στη διασύνδεση της νομιμοποίησης του συστήματος με ευρύτερους άξονες κοινωνικής σκέψης, όπως η εικόνα και οι θεωρίες που έχει το κοινωνικό υποκείμενο για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Στην τρίτη έρευνα αξιοποιήθηκαν μεταβλητές πολιτικής υφής, όπως η πολιτική συμμετοχή και ο πολιτικός κυνισμός, και καταγράφηκε η σχέση τους με τη νομιμοποίηση του συστήματος. Η κανονιστική διάσταση των φαινομένων νομιμοποίησης μελετήθηκε σε συνάρτηση με τις κοινωνικές στρατηγικές της σύγκρουσης και της συναίνεσης. Τέλος, το ερευνητικό μέρος της παρούσας διατριβής ολοκληρώνεται με δύο πειράματα πεδίου που εξετάζουν την αλληλεπίδραση της απειλητικής οικονομικής συνιστώσας με τις κοινωνικές νόρμες της συμμόρφωσης και της διαφοροποίησης και τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού υποκειμένου.
  • Τεκμήριο
    Κοινωνική αναπαράσταση της παγκοσμιοποίησης, ταυτότητες και διαμόρφωση πεποιθήσεων για τις κοινωνικές διεκδικήσεις
    Γρίβα, Άρτεμις-Μαργαρίτα; Χρυσοχόου, Ξένια; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)
    Με βάση τη θεωρητική προσέγγιση των κοινωνικών αναπαραστάσεων (Moscovici, 1961/76), η παρούσα εργασία μελέτησε εμπειρικά την κοινωνική αναπαράσταση (ΚΑ) της παγκοσμιοποίησης. Ο πρώτος άξονας των ερευνών ήταν η ΚΑ της παγκοσμιοποίησης ως αναπαράσταση ενός κοινωνικά σημαντικού φαινομένου, που διαμορφώνεται στον κοινό νου με βάση τον επιστημονικό λόγο γύρω από αυτό, και επικεντρώνεται στις αντιλήψεις των ατόμων για τις κοινωνικές τους υπαγωγές καθώς και στις πρότερες ιδεολογικές τους πεποιθήσεις. Ο δεύτερος άξονας ήταν η ΚΑ της παγκοσμιοποίησης ως ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο, που καθώς ορίζει τις σημαντικές συλλογικότητες στη σύγχρονη κοινωνία και τις σχέσεις μεταξύ τους, συνδέει τις συλλογικές ταυτότητες των ατόμων με διαφορετικά προτάγματα για δράση. Τα ερευνητικά αυτά ερωτήματα εξετάστηκαν σε πέντε διαφορετικά δείγματα φοιτητών και εργαζομένων, με ποσοτική μεθοδολογία συσχετιστικού τύπου. Όπως έδειξαν τα ευρήματα των ερευνών, η ΚΑ της παγκοσμιοποίησης οργανώθηκε γύρω από τρεις αρχές, την ‘παγκοσμιοκεντρική’, η οποία συνδέεται με θετική αντίληψη του φαινομένου που το συνδέει με την παραγωγικότητα και τον εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας, την ‘διεθνιστική’, που αντιλαμβάνεται το φαινόμενο αρνητικά ως παγκόσμια κυριάρχηση, και τη ‘μετασχηματιστική’, που βλέπει την παγκοσμιοποίηση σαν ευκαιρία για παγκόσμια συνεργασία. Η ‘παγκοσμιοκεντρική’ και ‘μετασχηματιστική’ αναπαράσταση συνδέθηκαν με υψηλότερο αντιληπτό οικονομικό επίπεδο, και η σχέση αυτή διαμεσολαβήθηκε από δεξιότερη πολιτική ταυτότητα, ενώ η ‘διεθνιστική’ συνδέθηκε με χαμηλότερο αντιληπτό οικονομικό επίπεδο, και η σχέση αυτή διαμεσολαβήθηκε από αριστερότερη πολιτική ταυτότητα. Ως προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις επικέντρωσης, ο ‘παγκοσμιοκεντρισμός’ προβλεπόταν από την αντίληψη του ρόλου του κράτους ως οικονομικού συντονιστή, από τον πολιτισμό ως βασική πηγή σύγκρουσης σήμερα και από την ιδεολογία της δίκαιης αγοράς. Ο ‘διεθνισμός’ προβλεπόταν από την οικονομία ως βασική πηγή σύγκρουσης και από την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, ενώ ο ‘μετασχηματισμός’ προβλεπόταν από τον αναδιανεμητικό ρόλο του κράτους και την ιδεολογία της δίκαιης αγοράς. Ως προς το δεύτερο άξονα των ερευνών, υποθέσαμε ότι η ‘διεθνιστική’ ΚΑ της παγκοσμιοποίησης θα συνδέει τη συλλογική ταυτότητα των ατόμων με την πρόθεση να αγωνιστούν για αιτήματα αναδιανομής και να υιοθετήσουν συλλογικές μορφές δράσης που απευθύνονται στο κράτος, ενώ η ‘παγκοσμιοκεντρική’ και η ‘μετασχηματιστική’ θα συνδέει την ίδια ταυτότητα με την πρόθεση των ατόμων να αγωνιστούν για αιτήματα ταυτότητας και οικουμενικά, και να υιοθετήσουν ατομικές ή/και συλλογικές μορφές δράσης που δεν απευθύνονται απαραίτητα στο κράτος. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η συλλογική ταυτότητα προέβλεπε την πρόθεση για υιοθέτηση ατομικών μορφών δράσης, όταν συνδέθηκε με τη ‘μετασχηματιστική’ και ‘παγκοσμιοκεντρική’ αναπαράσταση. Επίσης, η συλλογική ταυτότητα προέβλεπε την πρόθεση για υιοθέτηση κοινωνικών αιτημάτων όταν συνδέθηκε με τη ‘διεθνιστική’ αναπαράσταση, όταν όμως οι συμμετέχοντες προτίθεντο να υιοθετήσουν ατομικούς και όχι συλλογικούς τρόπους δράσης. Φαίνεται ότι η ΚΑ της παγκοσμιοποίησης, ως ιδεολογικό πλαίσιο, προσδίδει στη συλλογική ταυτότητα προτάγματα για δράση, στο βαθμό που δεν προτιμώνται συλλογικές και οργανωμένες μορφές συμμετοχής.
  • Τεκμήριο
    Μειονοτικές στρατηγικές αντίστασης στη ψυχολογιοποίηση
    Συρίγου, Ηλιαχτίδα - Βασιλική; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Προδρομίτης, Γεράσιμος Π.; Χρυσοχόου, Ξένια; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Δεδομένου ότι αφενός η ψυχολογιοποίηση αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο αντίστασης στη μειονοτική επιρροή τόσο στο άμεσο όσο και στο έμμεσο επίπεδο, αφετέρου η μειονοτική επιρροή αποτελεί ενεργό και υπαρκτό κομμάτι της ευρύτερης διαδικασίας της κοινωνικής αλλαγής, το ερώτημα τίθεται κάτω από ποιες συνθήκες και μέσω ποιων κοινωνιοψυχολογικών μηχανισμών οι αρνητικές επιπτώσεις της ψυχολογιοποίησης στη μειονοτικής επιρροή μπορούν να αμβλυνθούν ή και να εξουδετερωθούν. Επίσης, μέσω ποιου κοινωνικού φορέα η διαβρωτική επίδραση της ψυχολογιοποίησης στην επιρροή των ενεργών μειονοτήτων μπορεί να περιοριστεί από εξωγενείς παράγοντες (παράγοντες πλαισίου) ή και από τις ίδιες τις ενεργές μειονότητες. Η γνωστική υπόθεση η οποία εξετάζεται στην παρούσα διατριβή είναι ότι η ψυχολογιοποίηση μπορεί να αναχαιτιστεί ως αντίσταση στη μειονοτική επιρροή από τις ίδιες τις μειονότητες μέσω της διαχρονικής συνεκτικότητας που θα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά τους καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας κοινωνικής επιρροής αλλά και της υιοθέτησης από πλευράς μειονοτήτων της ίδιας στρατηγικής δηλαδή της ψυχολογιοποίησης ως απάντηση στην επίθεση που δέχονται.
  • Τεκμήριο
    Ομάδες γονέων - νηπίων (parent - toddler groups) και προαγωγή της ψυχικής υγείας στην οικογένεια: πρόληψη και πρώιμη παρέμβαση στην κοινότητα
    Ναυρίδη, Ευανθία; Στυλιανίδης, Στέλιος; Τσαλίκογλου, Φωτεινή; Αναγνωστόπουλος, Δημήτρης; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Η παρούσα εργασία αφορά στις ομάδες γονέων-νηπίων (parent-toddler groups), ένα πρόγραμμα πρόληψης και πρώιμης παρέμβασης, που στόχο έχει την υποστήριξη της σχέσης μεταξύ γονιού και νηπίου κατά την κρίσιμη αναπτυξιακή φάση της πρώτης νηπιακής ηλικίας. Είναι ένα πρόγραμμα που υπάγεται στην κοινοτική ψυχιατρική, της οποίας κύριο μέλημα αποτελεί η ανίχνευση, πρόληψη και έγκαιρη παρέμβαση μέσα στην κοινότητα. Μέσα από την εξέταση και διεξοδική ανάλυση του θεωρητικού πλαισίου που περιλαμβάνει, την περιγραφή της αναπτυξιακής φάσης της πρώτης νηπιακής ηλικίας, τη διαδικασία του αποχωρισμού-εξατομίκευσης, τη δημιουργία αίσθησης εαυτού, την ανάπτυξη της ικανότητας για συμβολοποίηση και τη σημασία των πρωταρχικών σχέσεων, η συγγραφέας συνδέει το θεωρητικό αυτό πλαίσιο με τη δυνατότητα εφαρμογής του στα θεραπευτικά προγράμματα τα οποία αφορούν στην πρώιμη παρέμβαση και την υποστήριξη της οικογένειας. Οι Ομάδες Γονέων – Νηπίων που είναι και το αντικείμενο της παρούσας διατριβής αποτελούν μια μορφή πρώιμης παρέμβασης που ακολουθεί ένα ψυχοδυναμικό πρότυπο και πραγματοποιείται στο Anna Freud Centre του Λονδίνου εδώ και πολλές δεκαετίες. Σαν στόχο έχουν το να υποστηριχθούν τα νήπια, οι γονείς τους αλλά και η μεταξύ τους σχέση κατά τη διάρκεια της δύσκολης αυτής φάσης, μέσω της συμβουλευτικής και του παιχνιδιού.\r\nΗ έρευνα της εργασίας αυτής επικεντρώνεται σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά στη μελέτη των τρόπων παρέμβασης στο εσωτερικό των ομάδων και ο δεύτερος στην αξιολόγηση, (evaluation), της κλινικής εργασίας που πραγματοποιείται στις ομάδες αυτές, ενώ τα πρωτογενή δεδομένα, προέκυψαν μέσα από ημι-δομημένες συνεντεύξεις (semi-structured interviews) με τους θεραπευτές ομάδων γονέων – νηπίων του Anna Freud Centre. Αναφορικά με τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα συνδυασμό Θεματικής Ανάλυσης (thematic analysis) και Ανάλυσης Περιεχομένου μαζί με κάποια στοιχεία, όσον αφορά κυρίως στις τεχνικές, από την Ερμηνευτική Φαινομενολογική Ανάλυση. Συμπερασματικά λοιπόν, η κλινική εργασία στις ομάδες αυτές είναι συνδυασμός μιας θεραπευτικής εφαρμογής της ψυχαναλυτικής παρατήρησης με την αναπτυξιακή θεραπεία, έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της ικανότητας για εν-νόηση (mentalization) και αναστοχασμό (reflective function) και την αποκατάσταση τυχόν διαστρεβλώσεων στη σχέση γονιού – νηπίου, ενώ ενίοτε μπορεί να συνοδεύεται και από κάποια ψυχοθεραπευτικά αποτελέσματα.
  • Τεκμήριο
    Γονεϊκό άγχος και παιδική προσαρμοστικότητα
    Τόλη-Γεράρδου, Άννα-Αναϊς; Συνοδινού, Κλαίρη; Καζή, Σμαράγδα; Τζινιέρη - Κοκκώση, Μαρία; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Η παρούσα έρευνα είχε ως στόχο την διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των τάσεων του Γονεϊκού άγχους, της Συζυγικής Ικανοποίησης και της ανάπτυξης Φόβων σε παιδιά. Διερευνήθηκαν οι αλληλεπιδράσεις γονέων και μαθητών όπως αυτές αναφέρθηκαν από τα παιδιά. Επίσης, επιχειρήθηκε η διαμόρφωση αιτιώδους σχέσεως σε τέσσερα μοντέλα. Το δείγμα αποτέλεσαν 120 άτομα παιδικής ηλικίας και τα ισάριθμα ζευγάρια των γονέων τους. Τα παιδιά συμπλήρωσαν το Ερωτηματολόγιο Αυτό-αναφοράς Παιδικών Φόβων (FSSC-GR) και το ερωτηματολόγιο Αυτοαναφοράς Δυναμικών Αλληλοεπιδράσεων μεταξύ Γονέων και Μαθητών (ΑΔΑΜ-Γ). Οι γονείς συμπλήρωσαν το Ερωτηματολόγιο Γονεϊκού Στρες (P.S.I) και την Κλίμακα Ικανοποίησης από τον Γάμο. Ανάμεσα στα πλεονεκτήματα της παρούσα έρευνας ήταν και η χρήση δεδομένων από τρεις διαφορετικές πήγες με σκοπό να διερευνήσουμε τους παράγοντες που σχετίζονται τόσο με τους γονείς όσο και με τα παιδιά και οι οποίοι μπορούν να έχουν επίδραση σε ένα οικογενειακό και παιδαγωγικό σύστημα. Οι μητέρες φάνηκε να δηλώνουν περισσότερο στρες όπως επίσης και τα κορίτσια να εκδηλώνουν περισσότερους παιδικούς φόβους. Επίσης, γονείς από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά επίπεδα είχαν υψηλότερα επίπεδα γονεϊκού στρες και χαμηλότερη συζυγική ικανοποίηση. Οι συσχετίσεις μεταξύ γονεϊκού στρες και παιδικών φόβων φάνηκαν να είναι χαμηλές προς μέτριες στο σύνολό τους. Μεμονωμένες υποκλίμακες ωστόσο του γονεϊκου στρες φάνηκε να έχουν σημαντική συσχέτιση με τις προαναφερθείσες μεταβλητές. Διερευνήθηκε επίσης η δυνατότητα πρόβλεψης του γονεϊκού στρες, των παιδικών φόβων και της συζυγικής ικανοποίησης σε ισάριθμα μοντέλα παλινδρόμησης, ως ανεξάρτητες κάθε φορά μεταβλητές. Παρατηρήθηκε ότι το ισχυρότερο μοντέλο πρόβλεψης ήταν αυτό με την Συζυγική Ικανοποίηση ως εξαρτημένη μεταβλητή στο οποίοι οι ανεξάρτηητες μεταβλητές (ηλικία γονέα, αδιαφορία ως παιδαγωγική, γονεϊκό άγχος από το ρόλο ως συζύγου) εξηγούσαν το 36 % της συνολικής διακύμανσης. Ακολούθως, σημαντική ερμηνευτική αξία είχε και το μοντέλο με εξαρτημένη μεταβλητή το γονεικό στρες στο οποίο οι ανεξάρτητες μεταβλητές (η συζυγική ικανοποίηση από τις κοινωνικές δραστηριότητες, ο παιδικός φόβος αποτυχίας / κριτικής, ο παιδικός φόβος για τα μικρά ζώα, η υποστήριξη ως παιδαγωγική πρακτική, και τα στρεσογόνα γεγονότα ζωής) οδηγούσαν στο 27% της διακύμανσης. Τέλος, στην ποιοτική ανάλυση αποτελεσμάτων στους φόβους των παιδιών παρατηρήθηκαν τέσσερις ομάδες φόβων αναφορικά με τις συγκρούσεις γονέων, τον φόβο παραβατικότητας στους δρόμους, την λεκτική βία και τον φόβο επίπληξης από τον δάσκαλο.
  • Τεκμήριο
    Η επικοινωνιακή μεσολάβηση τύπου c.m.c (computer mediated communication-επικοινωνιακή μεσολάβηση με τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή) μέσω διαδικτύου, μελετώντας την τακτική, τις αντιδράσεις των απευθείας σύνδεσης χρηστών μέσα από διάφορα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης
    Μπαλτάς, Βασίλειος Ε.; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Κατερέλος, Γιάννης Δ., 1964-; Τασόπουλος, Αναστάσιος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Μέσω αυτής της έρευνας με τίτλο: "Η επικοινωνιακή μεσολάβηση τύπου c.m.c (Computer Mediated Communication-επικοινωνιακή μεσολάβηση με τη χρήση Ηλεκτρονικού Υπολογιστή) μέσω διαδικτύου, μελετώντας την τακτική, τις αντιδράσεις των απευθείας σύνδεσης χρηστών μέσα από διάφορα μέσα κοινωνικής δικτύωσης" επιχειρείται η προσπάθεια να ενσωματώσει τα ποικίλα διαδικτυακά φαινόμενα με αντικείμενο τις τακτικές-αντιδράσεις των χρηστών σε περιβάλλον Κοινωνικών Μέσων Δικτύωσης με τη βοήθεια της λογικής ενός Νευρωνικού Δικτύου-αν και στόχος είναι το Κοινωνικό Δίκτυου στο Διαδίκτυο- η ανάλυση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε άλλα είδη τεχνολογικής επικοινωνιακής μεσολάβησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι μόνο και μόνο επειδή η αλληλεπίδραση γίνεται με τη διαδικασία της μεσολάβησης η μορφή ότι της διαμεσολάβησης δεν είναι σημαντική - το αντίθετο μάλιστα. Στα επόμενα 10 (δέκα) κεφάλαια υποστηρίζεται πως η αλληλεπίδραση μεταξύ του εργαλείου και του πρόσωπου καθώς και το αντίστοιχο αυτό πλαίσιο σχέσης οδηγεί σε προβλέψιμα μοτίβα αντίδρασης.
  • Τεκμήριο
    Αυτονομία και παρακίνηση στο χώρο της εργασίας : ο ρόλος τους στην ευημερία, την απόδοση των εργαζομένων και την καινοτομία
    Παπαχριστόπουλος, Κωνσταντίνος Ασ.; Σακαλάκη, Μαρία; Γιαννίτσας, Νικόλαος Δ.; Καζή, Σμαράγδα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Στην Ελλάδα η έρευνα για το πώς συνδέεται η αυτονομία και η παρακίνηση με τα εργασιακά αποτελέσματα, όπως η ευημερία, η καινοτομία και η απόδοση είναι σχετικά περιορισμένη. Η παρούσα διατριβή έχει σκοπό να συνεισφέρει στην ερευνητική αυτή ατζέντα αφού τόσο τα επίπεδα της εργασιακής ικανοποίησης όσο και της καινοτομίας στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα σε γενικές γραμμές σε σύγκριση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Συγκεκριμένα, σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να μελετήσει πώς οι διαστάσεις της αυτονομίας στο εργασιακό πλαίσιο και η αυτονομία ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητας συνδέονται με την ευημερία, την απόδοση και την καινοτομική συμπεριφορά των εργαζομένων. Η διατριβή αποτελείται από την κύρια έρευνα και δύο (2) συμπληρωματικές έρευνες. Στις τρεις (3) αυτές έρευνες συμμετείχαν συνολικά 1041 εργαζόμενοι (Ν=1041) από πέντε (5) διαφορετικούς εργασιακούς χώρους (δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, καλλιτέχνες και εκπαιδευτικοί). Μερικά από τα κυριότερα ευρήματα της διατριβής είναι τα παρακάτω: Το επίπεδο της αυτόνομης και της ελεγχόμενης παρακίνησης διαφοροποιείται με βάση το χώρο εργασίας. Η αυτόνομη παρακίνηση εξηγεί πώς οργανωσιακές και ατομικές διαστάσεις της αυτονομίας σχετίζονται με την ευημερία και την καινοτομική συμπεριφορά. Οι εργαζόμενοι οι οποίοι παρακινούνται αυτόνομα είναι περισσότερο ευχαριστημένοι, καινοτόμοι και αποδοτικοί ανεξάρτητα από το χώρο εργασίας. Οι εργαζόμενοι οι οποίοι είναι αυτόνομοι ως προσωπικότητες παρακινούνται περισσότερο αυτόνομα και επιδεικνύουν πιο συχνά καινοτομική συμπεριφορά. Η αυτονομία εργασίας, η αυτονομία διαχείρισης σταδιοδρομίας, το συναίσθημα του ενθουσιασμού και η δικαιοσύνη αποτελούν προβλεπτικούς παράγοντες για την αυτόνομη παρακίνηση σε όλους τους υπό μελέτη χώρους εργασίας. Η αυτονομία εργασίας επιβαρύνει την εργασιακή ευημερία στους μισθωτούς στην περίπτωση που ο εργαζόμενος παρακινείται αυτόνομα σε χαμηλά επίπεδα. Η δικαιοσύνη στο χώρο της εργασίας συσχετίζεται με την εργασιακή απόδοση διαμέσου της αυτόνομης παρακίνησης. Η διατριβή ολοκληρώνεται με τη γενική συζήτηση, τις προτεινόμενες πρακτικές εφαρμογές για τους οργανισμούς, τους περιορισμούς και τις προτάσεις για μελλοντική έρευνα.
  • Τεκμήριο
    Το φαινόμενο της υποτροπής : η περίπτωση των χρηστών ηρωίνης στο πρόγραμμα απεξάρτησης ΚΕΘΕΑ-ΝΟΣΤΟΣ
    Γκιτάκος, Βασίλειος; Ποταμιάνος, Γρηγόρης Α.; Τσαλίκογλου, Φωτεινή; Μπεχράκης, Θεόδωρος Ε.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2012)
  • Τεκμήριο
    Περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις στην Αρχαία Ελλάδα
    Μποτσάκης, Δημήτριος Κ.; Δεκάζου - Στεφανοπούλου, Φωτεινή; Παπαστάμου, Στάμος, 1952-; Ζερεφός, Χρήστος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)
    Αντικείμενο της παρούσας διατριβής αποτέλεσε η μελέτη, με τη χρήση της έννοιας «αναπαράσταση», της ιστορίας και της φιλοσοφίας των περιβαλλοντικών επιστημών όπως οι επιστήμες αυτές αναδείχθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά την αρχαιότητα. Πιο συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας τις έννοιες της θεωρίας των αναπαραστάσεων, επιχειρήθηκε η προσέγγιση της συνάφειας η οποία αναπτύχθηκε ανάμεσα στα «ευρήματα», αφενός μεν της μυθικής σκέψης και της πρώιμης φιλοσοφικής προσέγγισης των περιβαλλοντικών προβλημάτων αφετέρου δε της ορθολογικής αντιμετώπισης και τοποθέτησης των προβλημάτων αυτών από την κλασσική κυρίως αρχαιότητα. Η προσέγγιση αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στη σχέση και στην αλληλεπίδραση των περιβαλλοντικών αναπαραστάσεων αλλά επεκτάθηκε και στην επίδραση την οποία άσκησε μεταγενέστερα στην ανάπτυξη των περιβαλλοντικών επιστημών όπως τις γνωρίζουμε σήμερα. Μέσα από την εξέταση των συνθηκών οι οποίες ανέδειξαν αρχικά τη μυθική τοποθέτηση των περιβαλλοντικών προβλημάτων αναζητήθηκε η επίδραση την οποία άσκησε η μυθική σκέψη και ταξινόμηση του «συνολικού φυσικού χώρου» τόσο στη φυσική φιλοσοφία όσο και στις μετα-Σωκρατικές φιλοσοφικές σχολές. Το έναυσμα για την εκπόνηση της παρούσας διατριβής, εδόθη κυρίως από τις αναπαραστατικές προσεγγίσεις αναφορικά με μεγάλα περιβαλλοντικά ζητήματα, αφενός της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας-κοσμογονίας όπως περιγράφεται κυρίως από τον Ησίοδο και αφετέρου της φυσικής φιλοσοφίας τόσο της προ-Σωκρατικής όσο και της μετα-Σωκρατικής περιόδου. Όσον αφορά την πρώτη προσέγγιση, τα ερωτήματα ήταν κατά πόσο οι μυθικές αναφορές σε, θεούς-ημίθεους, γίγαντες-τιτάνες, ανθρωπόμορφα πτερωτά ή όχι όντα, σε δεσπότες-κυρίαρχους του συνολικού φυσικού χώρου και των φυσικών φαινομένων του χώρου αυτού, μπορούσαν να αποδοθούν σε μυθοπλασίες οι οποίες κατά τη φιλολογική ερμηνεία αποτελούσαν απλά μια μορφή διαπαιδαγώγησης, ως δημιούργημα της ανθρώπινης συνείδησης, ή μήπως μέσα από τη μυθική σκέψη αναδύεται η συνάφεια της μυθικής ταξινόμησης του «κόσμου» τόσο με γνωστά περιβαλλοντικά ζητήματα όσο και με την πιθανή «μεταφορά» ιστορικής περιβαλλοντικής μνήμης. Όσον αφορά τη δεύτερη προσέγγιση, τα ερωτήματα ήταν μέσα από ποιες νοητικές διαδικασίες έγινε το πέρασμα στην ορθολογική αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων καθώς επίσης μέσα από ποια γνώση ανεπτύχθησαν θεωρίες ερμηνείας περιβαλλοντικών φαινομένων. Η γνωσιοθεωρία των αρχαίων Ελλήνων στοχαστών, ως μοχλός «ιχνηλάτησης», χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνευτούν οι διάφορες προσεγγίσεις τους και χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «αλληγορία του σπηλαίου» του Πλάτωνος καθώς θέτει το ερώτημα αν ένας διανοητής του μεγέθους του Πλάτωνος μέσα από την περιγραφή του για το «σπήλαιο» απλά και μόνο αναφερόταν, κατά τη φιλολογική ερμηνεία, στο συμβολισμό της «αισθητής πραγματικότητας» και της σπουδαιότητας της παιδείας ή μήπως μέσα από την αλληγορία του σπηλαίου ο Πλάτων μας οδηγεί στην τριπλή αναπαράσταση Α Β Γ κατά το σχήμα: Ιδέες Α: αντικείμενα (φαινόμενα) Β: γνώση (έννοιες - παραστάσεις) Γ: σύμβολα (π.χ. άνεμος). Στη βάση αυτής της αρχικής γνωσιοθεωρικής προσέγγισης έγινε η δόμηση της εργασίας, η οποία καθορίστηκε από το αντικείμενο μελέτης μας και αποτελείται από οκτώ κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο, ως εισαγωγή, παρουσιάζει το γενικό πλαίσιο της μεταβατικής περιόδου μιας κοινωνίας, η οποία απέδιδε ιδιαίτερο σεβασμό στο περιβάλλον, από τη μυθική σκέψη σε ένα φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και στην αναζήτηση της γνώσης των φυσικών περιβαλλοντικών προβλημάτων ως μια επαναστατική διαδικασία και όχι απλά ως μια διαδικασία απομυθοποίησης, από μια κοινωνία η οποία μετεξελίσσεται από κλειστή σε ανοιχτή. Η μετεξέλιξη αυτή γίνεται με τη διατύπωση πρωτότυπων ιδεών τόσο για την ίδια όσο και για τον περιβάλλοντα χώρο της, με τη διατύπωση ερωτημάτων σχετικά με το «τι είναι η φύση» ή «ποια είναι η σχέση της φύσης με τον άνθρωπο». Στο δεύτερο κεφάλαιο, γίνεται αναφορά στις έννοιες της αίσθησης, της αντίληψης, της αναπαράστασης και της γνώσης. Αναδεικνύεται η παρουσία της έννοιας «αναπαράσταση» ήδη από την αρχαιότητα ως το «παραστατό», ενώ γίνεται σύντομη αναφορά σε στοιχεία της σύγχρονης θεωρίας των αναπαραστάσεων και διαπραγμάτευση της αναπαράστασης σε σχέση με τις έννοιες της αίσθησης και της αντίληψης. Η εκτενής αναφορά όσον αφορά στην καταγραφή εννοιών όπως η «αίσθηση» και η «αντίληψη» αναφορικά με τις απόψεις των αρχαίων φιλοσόφων κρίθηκε απαραίτητη ώστε να είναι δυνατή η κατανόηση της «φυσικής φιλοσοφίας» τους. Μια μορφή κλειδί, που φέρεται από τους ψυχολόγους, είναι ότι τα ανθρώπινα όντα κατασκευάζουν διανοητικά μοντέλα για τον περιβάλλοντα κόσμο τους, οι καινούργιες αυτές εμπειρίες κατανοούνται και ερμηνεύονται σε σχέση με υπάρχοντα διανοητικά μοντέλα ή σχήματα. Αντίληψη λέμε ένα μεγάλο αριθμό ενεργειών που γίνονται μέσα στο μυαλό και έτσι μπορεί αυτό να έχει γνώση του εξωτερικού κόσμου. Το τρίτο κεφάλαιο αφορά τις «περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις» και διερευνά την ανάπτυξη εννοιών αναφορικά με την αναπαράσταση γενικότερα, ως αποτύπωση φαινομένων, αλλά και την «αναπαράσταση περιβαλλοντικών φαινομένων» ειδικότερα. Η έννοια «αναπαράσταση» στα φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη και αποτέλεσμα της λέξης «αναπαριστώ», είναι η ενέργεια μιας εκ νέου παράστασης με όρους πραγματικούς, ενός φαινομένου το οποίο είτε αναγνωρίζεται ως τέτοιο είτε παραπέμπει σε κάτι το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί Οι περιβαλλοντικές αναπαραστάσεις αποτελούν συνεπώς μια ειδική περίπτωση αναπαράστασης, το υπό αναπαράσταση «αντικείμενο» είναι φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα ως επί μέρους φαινόμενα – στοιχεία ενός συνόλου, ενός συνολικού φυσικού χώρου, του «κόσμου». Η Ελληνική αρχαιότητα έχει θέσει τα θεμέλια για την εξερεύνηση από την ανθρώπινη διάνοια αυτού του «συνολικού φυσικού χώρου» και ταυτόχρονα έχει επεξεργαστεί σε μεγάλο βαθμό τις «ιδέες» στις οποίες στηρίχθηκαν αργότερα μελλοντικές προσπάθειες αναπαράστασης αυτού του χώρου. Η ανάπτυξη της έννοιας «κόσμος» και η αναπαράσταση των «φυσικών περιβαλλοντικών φαινομένων» από τους αρχαίους Έλληνες στοχαστές και φιλοσόφους περιπλέκεται με κάποια αντιθετικά ζευγάρια εννοιών όπως τα, «άπειρο-πεπερασμένο», «πλήρες-κενό», «θερμό-ψυχρό», «ξηρό-υγρό» και τέτοια ζεύγη εννοιών είναι μια προσέγγιση της αρχαίας Ελληνικής σκέψης σχετικά με το «συνολικό φυσικό χώρο» γενικότερα και το «γήινο ατμοσφαιρικό χώρο» ειδικότερα. Η συμβολή αυτής της εργασίας συνίσταται στην διερεύνηση της περιοχής των αναπαραστάσεων του συνολικού φυσικού χώρου οι οποίες σχετίζονται με τα φυσικά περιβαλλοντικά φαινόμενα όπου ο χώρος-φύση ως φόντο και υπόβαθρο εκφράζει την ένταξη των περιβαλλοντικών επιστημών στον τόπο – ατμοσφαιρικό περιβάλλον. Το τέταρτο κεφάλαιο διαπραγματεύεται τη διαχρονική θέαση του «κόσμου» κατά την αρχαιότητα. Περιγράφει τη θέαση κατά την προ-φιλοσοφική περίοδο όπου ο Όμηρος θέτει το πρόβλημα περί της γενέσεως του «κόσμου». Η θέαση της φυσικής φιλοσοφίας, η φυσιοκρατική αντίληψη του «κόσμου», η τοποθέτηση του προβλήματος περί της αρχής του συνολικού φυσικού χώρου, εισάγεται με τις ιδέες των Ιώνων φιλοσόφων, με την ιδέα της μιας μοναδικής «πρώτης αρχής», με την οντολογική θεώρηση του σύμπαντος. Αναδεικνύονται οι παράλληλα διαφορετικές θεάσεις του κόσμου με τους Πυθαγόρειους να θέλουν να δώσουν διαφορετική λύση στο πρόβλημα της πρώτης αρχής από αυτή των Ιώνων, θεωρώντας ως αρχή όχι μια συγκεκριμένη ουσία αλλά τις τυπικές σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ φαινομένων. Οι Ελεάτες εισάγουν τη «στατική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου» στην προσπάθειά τους να υψωθούν από το δεδομένο κόσμο των αισθήσεων, στον καθαρό κόσμο της νοήσεως όπως αυτός αποκαλύπτεται από τη σκέψη. Ο Ηράκλειτος, με τη «δυναμική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου», εγκαινιάζει τη διαλεκτική σκέψη εισάγοντας στη φιλοσοφία την αρχή της ενότητας των αντιθέτων. Με τον Εμπεδοκλή ξεκινά η «συνδυαστική θέαση του συνολικού φυσικού χώρου» εφόσον κατ’ αυτόν δεν είναι ένα το πρωταρχικό κοσμογονικό στοιχείο και προσπαθεί να συνδυάσει τα πορίσματα της Ιωνικής και της Ελεατικής φιλοσοφίας. Ο Αναξαγόρας είναι ο εισηγητής της «τελεολογικής θέασης του φυσικού χώρου», ως ασχολούμενος με τη «μετεωρολογία» και με την έρευνα των περιβαλλοντικών φαινομένων τόσο στη γήινη ατμόσφαιρα όσο και στην περιοχή των «ουρανών». Αναφορικά με τη θέαση του κόσμου από την αττική φιλοσοφία, βασικός κρίκος μεταξύ του αντικειμενικού κόσμου των ιδεών και της αναπαράστασης του πραγματικού συνολικού φυσικού χώρου κατά τον Πλάτωνα αποτελεί η «ψυχή» η οποία μέσω της «ανάμνησης» οδηγεί στην αισθητηριακή αναπαράσταση των όντων, τα οποία «τείνουν να εξομοιωθούν» με τις αντίστοιχες ιδέες, αναπαράσταση την οποία ο Πλάτων ονομάζει «μετοχή». Αυτή, η Πλατωνική μεθοδολογία, την οποία χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης, έκτοτε χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται από τις μορφολογικές και περιγραφικές επιστήμες. Στη μετα-Αριστοτελική περίοδο, διαμορφώνεται η κοσμοθεωρία των Στωικών με αποδοχή του «λόγου» του Ηρακλείτου υπό την επίδραση της ατομικής ηθικής η οποία αναζητά μια υπερβατική αρχή όχι έξω από τον κόσμο αλλά μέσα σε αυτόν, ως αρχή η οποία δίνει ζωή και συγκρατεί τον κόσμο. Αντίθετοι προς τη Στωική θεώρηση και το «εἰδέναι» των Πλάτωνα και Αριστοτέλη, οι Επικούρειοι, αποδίδουν αξία στη γνώση η οποία οδηγεί στην ατομική ευδαιμονία. Όσον αφορά στη «συνάντηση» φιλοσοφικών σχολών με χριστιανικά δόγματα, η πρόσληψη της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας από το χριστιανισμό αποτελεί ιστορικό γεγονός όπως επίσης ότι η θεολογία της αρχαίας Εκκλησίας χρησιμοποίησε εννοιολογικά την αρχαία φιλοσοφία ως σημαντικό εργαλείο για την συγκρότηση της δογματικής της με τη φιλοσοφική παράδοση να κάνει αισθητή την παρουσία της με μεγαλύτερη ευκρίνεια στους κόλπους του χριστιανισμού και το αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση φιλοσοφικής θρησκείας συγγενούς με την ελληνιστική θρησκευτική φιλοσοφία. Το πέμπτο κεφάλαιο περιγράφει την εξέλιξη των ιδεών περί του αέρος. Γίνεται αναφορά στον «κοσμογονικό αέρα». Ο Αναξίμανδρος, στη θεωρία του περί της δημιουργίας του κόσμου αναφέρεται στον αέρα, ενώ ο Αναξιμένης, διατύπωσε απόψεις οι οποίες είναι επηρεασμένες από την Ησιόδεια αντίληψη περί του αρχικού αέρα. Ο Εμπεδοκλής αναφέρεται στη θεωρία των «τεσσάρων ριζωμάτων» στην έννοια του «αιθέρα» για να τον ξεχωρίσει από την προϋπάρχουσα αντίληψη της έννοιας «αήρ» ως πρώτης αρχής. Ο Πλάτων περιγράφει το πλανητικό σύστημα της σφαιρικής Γης η οποία περιβάλλεται από σφαιρικό στρώμα αέρα, γύρω του ένα στρώμα φωτιάς, καταρχήν παραδοχή κατώτερης και ανώτερης ατμόσφαιρας. Ο Αριστοτέλης, δίδαξε ότι υπάρχει η φυσική κίνηση των σωμάτων ανάλογα με τη σύνθεσή τους, έτσι π.χ. το στοιχείο γη ακολουθεί την προς τα κάτω φυσική κίνηση αντί να είναι σε ακινησία, ενώ το στοιχείο φωτιά ακολουθεί την προς τα πάνω φυσική κίνηση, με τις έννοιες προς τα πάνω και προς τα κάτω να σημαίνουν ακτινικά από ένα κέντρο το οποίο θεωρείται να είναι η Γη. Το έκτο κεφάλαιο αφορά στη μελέτη των ανέμων, όπου αρχικά γίνεται αναφορά στο «μυθικό άνεμο» και είναι γνωστός βέβαια από την Ελληνική μυθολογία ο «ταμίας των ανέμων» Αίολος, ο οποίος ζει στο ανεμοδαρμένο νησί του μαζί με τους έξη γιούς και τις έξη κόρες του που αποτελούν το σύνολο των δώδεκα ανέμων. Αυτή η αναπαραστατική προσέγγιση των ανέμων συνεχίζεται για αιώνες με αποκορύφωμα την κατασκευή του οκταγωνικού μνημείου γνωστού ως «πύργος των ανέμων». Ο Αριστοτέλης απομυθοποιεί αναπαραστατικές πρακτικές τέτοιων μετεωρολογικών φαινομένων και θεωρεί ότι ο άνεμος έχει αφετηρία, αρχή και πρωταρχή και η «αρχή» είναι αφενός απόρροια της «διττής αναθυμίασης» της γης και αφετέρου της «πρωταρχικής αναθυμίασης» της προερχόμενης από τον ήλιο και την περιστροφή του ουρανού. Το έβδομο κεφάλαιο αναφέρεται στις αστρομετεωρολογικές προσεγγίσεις των αρχαίων Ελλήνων και κατά προέκταση στα «παραπήγματα» και τα «σημεία καιρού». Η έννοια της «μετεωρολογίας» ταυτίζεται με αναζήτηση της αιτίας και της χρονικής συμπεριφοράς των «μετεώρων» και συνεπώς η αρχαία μετεωρολογία εκτός από τα φαινόμενα τα παρατηρούμενα εντός της κατώτερης γήινης ατμόσφαιρας. Ο μύθος συνδέει τα μετεωρολογικά φαινόμενα με θεϊκές δράσεις και είτε αυτά αποτελούν προσωποποιήσεις των θεών είτε είναι σταλμένα από τους θεούς στους ανθρώπους, με το Δία να αποτελεί τον κυρίαρχο των μετεωρολογικών φαινομένων καθώς περιγράφεται με διάφορα χαρακτηριστικά επίθετα. Τα αστρομετεωρολογικά «παραπήγματα» αποτελούσαν τον κατάλογο των αστρικών φάσεων και τη συσχέτισή τους με τις μετεωρολογικές προγνώσεις. Ωστόσο, η αστρονομική αυτή παράδοση της πρόγνωσης μετεωρολογικών φαινομένων μέσα και από την αστρονομική λογοτεχνία, επιβίωσε όχι μόνο στη διάρκεια της ύστερης αρχαιότητας αλλά επεκτάθηκε τόσο στην εποχή του μεσαίωνα όσο και στην πρώιμη σύγχρονη εποχή. Το όγδοο κεφάλαιο αποτελεί την εξελικτική καταγραφή των απόψεων των αρχαίων στοχαστών όσον αφορά τα «μετέωρα» με την έννοια των πάνω από το έδαφος ανυψούμενων. Η συστηματική παρατήρηση-καταγραφή των ατμοσφαιρικών φαινομένων δε γινόταν μόνο για τη σύνταξη των παραπηγμάτων αλλά και για λόγους γνώσεως του κλίματος και της επίδρασής του στην ανθρώπινη υγεία, όπως διαφαίνεται στο έργο του Ιπποκράτη «Επιδημίες», όπου αρχίζει την περιγραφή της κάθε νόσου με μια γενική περιγραφή του καιρού. Τα μετεωρολογικά φαινόμενα εξηγούνται βάσει των «αναθυμιάσεων» οι οποίες είναι ζωτικής σημασίας στη «μετεωρολογική θεωρία» του Αριστοτέλη καθώς παρέχουν την υλική αιτία των μετεώρων. Ο Αναξίμανδρος εγκαινίασε ένα τρόπο εξήγησης μετεωρολογικών φαινομένων με κύρια στοιχεία του επεξηγηματικού του σχήματος τον άνεμο, την εξάτμιση από τη θάλασσα και τις συμπυκνωμένες μάζες των υδρατμών οι οποίες σχηματίζουν τα σύννεφα με τις περισσότερες μαρτυρίες να προέρχονται από τον Θεόφραστο. Ο Αναξαγόρας είναι ο στοχαστής ο οποίος ασχολήθηκε με τα συνήθη αστρονομικά και μετεωρολογικά φαινόμενα. Είναι ο πρώτος ο οποίος έδωσε σαφή εξήγηση στη σκιά της σελήνης, ερχόμενος σε σύγκρουση με φυσικούς και μετεωρολόγους της εποχής του οι οποίοι θεωρούσαν ως θεϊκές τις αιτίες των φαινομένων. Στην εξέλιξη της πρόδρομης μετεωρολογίας ως επιστήμης είναι σημαντική η συνεισφορά του Δημοκρίτου ο οποίος με την πρώτη μέτρηση της χρονικής διάρκειας μιας μέγιστης μέρας σε περιοχή της Μακεδονίας άνοιξε το δρόμο στη διατύπωση του μοντέλου αφενός της «σφαιρικής γης» και αφετέρου των «κλιματικών ζωνών». Οι γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων και οι ιδέες τους περί των «μετεωρολογικών και υδρολογικών φαινομένων», oι oποίες εξελίχθηκαν κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους και πέρασαν στη Ρωμαϊκή διανόηση, με την αυγή του δυτικού πολιτισμού αποτέλεσαν τη βάση ανάπτυξης των επιστημών περιβάλλοντος.