Διδακτορικές διατριβές
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/36
Περιήγηση
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Από τον στόχο της συμφιλίωσης στην ένοπλη αναμέτρηση: το ΕΑΜ Χίου (1943-1948): οργανώσεις, έντυπα και δικαστικές υποθέσειςΒουγιούκας, Βασίλειος; Θεοτοκάς, Νίκος; Κοταρίδης, Νίκος Γ.; Παπαστράτης, Προκόπης; Political Science and History (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2011)Το ΕΑΜ Χίου κατάφερε, αμέσως μετά την απελευθέρωση, να καθιερώσει μια αντίληψη δημοκρατικής διαχείρισης της εξουσίας στο νησί παρέχοντας τη δυνατότητα ανάληψης πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο από τα κατά τόπους εαμικά στελέχη χωρίς αποκλεισμούς και διαχωρισμούς μεταξύ των διαστρωματώσεων του πληθυσμού. Αργότερα, παράλληλα με τη άφιξη των απεσταλμένων γενικών διοικητών Αιγαίου στο νησί, η τοπική οργάνωση αναγκάζεται να παραδώσει τις εξουσίες που είχε αναλάβει και σταδιακά παραγκωνίζεται από όλους τους χώρους της δημόσιας πολιτικής ζωής με στοχευμένες δράσεις της πολιτικής, δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Επιπροσθέτως η πίεση προς τα στελέχη αυξάνει τόσο εκ των γεγονότων που λάμβαναν χώρα στην Ελλάδα όσο και εκ των αποφάσεων των κεντρικών πολιτικών οργάνων του ΚΚΕ.Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τη δράση του ΕΑΜ της Χίου σε δύο περιόδους.Στην πρώτη περίοδο η ηγετική ομάδα κρατούσε την οργάνωση στα πλαίσια της νομιμότητας ακολουθώντας τις γραμμές του 7ου συνεδρίου, μένοντας μακριά από συγκρούσεις. Προσπαθούσε, κινούμενη εντός των ορίων της νομιμότητας (με επιτροπές διαμαρτυρίας, διαβήματα προς τις αρχές και ειρηνικά συλλαλητήρια), να συντηρήσει την εκπροσώπηση του εαμικού κινήματος στα πολιτικά δρώμενα της Χίου. Η προσπάθεια αυτή δεν κατέστη δυνατό να ευοδωθεί καθώς στο νησί κυριαρχούσε η κρατική αυθαιρεσία και η βία από φορείς εξουσίας και ακροδεξιά στοιχεία. Από τα μέσα μάλιστα του 1946 οπότε η κυβέρνηση Τσαλδάρη υιοθέτησε το Γ' ψήφισμα, η κατάσταση οξύνεται ακόμη περισσότερο και οι δράσεις ενάντια στο εαμικό κίνημα αυξάνουν με γεωμετρική πρόοδο. Τον Οκτώβριο του 1947 τα στελέχη της ηγεσίας δικάζονται σε δεύτερο βαθμό στα δικαστήρια της Σύρου. Η παρατεταμένη φυλάκισή τους καθώς και η άφιξη στο νησί του Χαράλαμπου Κανόνη με σκοπό να υλοποιήσει τις αποφάσεις της Γ' Ολομέλειας, ήταν οι αιτίες που οδήγησαν, σε ραγδαίες εξελίξεις στο εσωτερικό του ΕΑΜ Χίου και στη δημιουργία μιας τριανδρίας, αποτελούμενης από τους, Μιχάλη Βοριά, Δημήτρη Ευαγγελινό και Γιώργη Μαυράκη.Έτσι αρχίζει η δεύτερη περίοδος κατά την οποία η νέα ηγεσία της οργάνωσης, με την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Κανόνη, ανέλαβε την οργανωτική ανασυγκρότηση και τον πολιτικό επαναπροσανα¬τολισμό του εαμικού κινήματος στη Χίο. Μέσα σε κλίμα ευρύτατων συλλήψεων Αριστερών (αρχές του Φλεβάρη του 1948) με την κατηγορία της επικινδυνότητας για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ανελήφθη το ρίσκο μιας ένοπλης εξέγερσης καθώς πλέον η Αριστερά στο νησί είχε τεθεί εκτός νομιμότητας. Η εκδοχή του εμφυλίου στη Χίο με τα πενιχρά μέσα που η Αριστερά διέθετε και με την ανύπαρκτη γνώση στρατηγικής και οργάνωσης, ήταν καταδικασμένη πριν καν ξεκινήσει.Οι Αριστεροί του νησιού είχαν να διαλέξουν μεταξύ της αναμονής για τη σύλληψή τους, της ανοχής απέναντι στη βία από τα όργανα των αρχών εις βάρος τους ή της ένοπλης εξέγερσης.Η μεθοδολογία της έρευνας επικεντρώθηκε στην ανασύσταση των γεγονότων της περιόδου μέσω της αρθρογραφίας που ανέπτυσσαν τα κόμματα που εκπροσωπούνταν στην χιακή κοινωνία, των δράσεων της Αριστεράς στη Χίο και τον αντίκτυπο που αυτές είχαν στο νησί, καθώς και στην έρευνα δικαστικών υποθέσεων της περιόδου που καταδεικνύουν την αντίδραση της επίσημης εξουσίας απέναντι στις δράσεις του ΕΑΜ.Τεκμήριο Προς μια εμμενειοκρατική σύλληψη του κοινωνικού: Baruch Spinoza και Pierre BourdieuΚαμπίτση, Μαρία; Φουρτούνης, Γιώργος; Fourtounis, Giorgos; Πρελορέντζος, Γιάννης; Λελεδάκης, Κανάκης; Political Science and History (2025)Κεντρικό ερευνητικό ερώτημα της παρούσας διατριβής αποτελεί η δυνατότητα συγκρότησης μιας μη σχετικιστικής και συγχρόνως μη θεμελιωτικής κοινωνικής οντολογίας. Μέσα από τη φιλοσοφία του Μπαρούχ Σπινόζα και την κοινωνιολογική σκέψη του Πιερ Μπουρντιέ, όπως αυτές προσεγγίζονται από κοινού, διερευνώνται πτυχές του συγκεκριμένου ερωτήματος. Σημείο εκκίνησης και διαρκής ορίζοντας του επιχειρήματός μου είναι η έννοια της εμμένειας, η οποία, σύμφωνα με την υπόθεσή μου, συνιστά το έδαφος ανάδυσης, ανάπτυξης και συσχετισμού όλων των άλλων εννοιών εντός και των δυο συστημάτων σκέψης. Όπως επιχειρώ να δείξω στο πρώτο κεφάλαιο, το ζήτημα της μεθόδου και του είδους των εννοιών είναι, επί της ουσίας, το ίδιο το ζήτημα της σχέσης του στοχαστή με το αντικείμενό του –εν προκειμένω, με τον κοινωνικό κόσμο. Έτσι, η από κοινού ανάγνωση των δύο στοχαστών γίνεται με οδηγό κεντρικές τους έννοιες, οι οποίες αναφέρονται, λίγο πολύ, σε ανάλογα στοιχεία της κοινωνικής πραγματικότητας. Βασικό άξονα της εργασίας αποτελεί η σχέση του ατόμου με το κοινωνικό του περιβάλλον ως σχέση αμοιβαίας συγκρότησης και τροποποίησης. Υπό το ίδιο πρίσμα προσεγγίζεται και η έννοια της «ιδεολογίας», απούσα καθεαυτή και απ’ τα δυο συστήματα σκέψης, παρούσα και σημαντική ωστόσο ως ο μηχανισμός πρόσληψης, κατανόησης και νοηματοδότησης των πραγμάτων. Τονίζεται εδώ η σημασία του σώματος και συναφώς της πρακτικής του εμπλοκής, σε αντίθεση με τη δυϊστική αντίληψη περί απόλυτης διάκρισης ανάμεσα στο πνεύμα και το σώμα, την «ιδέα» και την «πράξη». Τέλος, επιχειρώ να δείξω πως τόσο ο Σπινόζα όσο και ο Μπουρντιέ, δεν περιγράφουν απλώς τον κοινωνικό κόσμο, αλλά προτείνουν εντέλει έναν υπαρκτικό τρόπο. Το sub specie aeternitatis και η πρακτική αίσθηση, ως απόληξη και κορύφωση των αντίστοιχων θεωρήσεων, δεν δηλώνουν παρά τη σημασία των δεσμών με τα πράγματα και τους άλλους ανθρώπους, και την εμμενή δυνατότητα για ελευθερία μέσα σ’ έναν κόσμο αναγκαιότητας.Τεκμήριο Ρωγμές στο λογοτεχνικό πεδίο της υπερορίας: η φιλολογική διάσπαση της Αριστεράς (1949-1968)Πούλου, Ελένη; Θεοτοκάς, Νίκος, 1956-; Theotokas, Nikos; Κοταρίδης, Νίκος Γ.; Ματθαίου, Άννα; Political Science and History (2025)Η διατριβή μελετά το λογοτεχνικό πεδίο της υπερορίας από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και τη μεταφορά της έδρας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας στο Βουκουρέστι, το 1949, έως και την οριστική διάσπαση του κόμματος, το 1968. Η μελέτη στηρίζεται στην υπόθεση ότι, εντός του διανοητικού πεδίου, στην υπερορία αναπτύχθηκε ένας λόγος περί λογοτεχνίας που σταδιακά μετατράπηκε σε αγωγό διάχυσης απόψεων που προκάλεσαν ρήγματα στο σώμα των διανοουμένων της προσφυγιάς. Η πεποίθηση πως η αισθητική αξία αποτελούσε το πρόσχημα –και όχι το επίδικο– για την Αριστερά, ανάγει το διανοητικό πεδίο σε προπομπό των πολιτικών ζυμώσεων που ακολούθησαν. Στο πρώτο μέρος της διατριβής (που καλύπτει την περίοδο 1949-1954), διερευνάται η πολιτική που χάραξε το ΚΚΕ μετά τη λήξη του Εμφυλίου, η διαμόρφωση των προτεραιοτήτων του στη νέα ψυχροπολεμική συγκυρία και, κυρίως, η οργάνωση του διαφωτιστικού του έργου, με επίκεντρο τη λογοτεχνική παραγωγή και κριτική. Έμφαση δίνεται στο «ιδεολογικό μέτωπο» που διαμορφώνεται ως απάντηση στην προπαγάνδα της εθνικοφροσύνης, στον ρόλο της Επιτροπής Διαφώτισης και στην επίδραση που άσκησε στη διαμόρφωση του πολιτικού, κριτικού και καλλιτεχνικού λόγου των ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Στο δεύτερο μέρος της διατριβής (που αφορά τα χρόνια 1955-1968), η έρευνα επικεντρώνεται στις αλλαγές που προκαλούν στο λογοτεχνικό πεδίο οι αποφάσεις της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας του ΚΚΕ, στην προσπάθεια των διανοουμένων να αρθρώσουν ανεξάρτητο προσωπικό λόγο υιοθετώντας τα αντιδογματικά προτάγματα του μεταπολεμικού αριστερού ανθρωπισμού, στη διεκδίκηση της αισθητικής χειραφέτησης σε ένα καθεστώς θεσμικής απαξίωσης της καινοτομίας. Παράλληλα, επιχειρείται ενδεικτική θεματική χαρτογράφηση του μυθιστορήματος της υπερορίας και αποτύπωση των βασικών χαρακτηριστικών του. Τέλος, η έρευνα παρακολουθεί την προσπάθεια των ελλήνων πολιτικών προσφύγων να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Ελλάδα, τους καρπούς που έδωσε αυτή η προσπάθεια και τις ρήξεις στις οποίες οδήγησε.Τεκμήριο ‘’Tommies share uneasiness’’: η σύγκρουση των Δεκεμβριανών ως τομή στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις (1943-1947)Κουτσούρης, Δημήτρης; Λαγάνη, Ειρήνη; Παπαδημητρίου, Δέσποινα Ι.; Σπηλιωτοπούλου, Μαρία Ν.; Political Science and History (2025-07-08)Η σύγκρουση των Δεκεμβριανών αποτέλεσε τομή στις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής σε μια μεταβατική διεθνή πολιτική συγκυρία. Περνώντας από την συμμαχική συνεργασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στον Ψυχρό Πόλεμο επανακαθοριζόταν ταυτόχρονα η θέση και η ταυτότητα των Η.Π.Α. τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στην διεθνή σκηνή αλληλοεπιδρώντας με διακρατικούς δρώντες και ομάδες πίεσης στο εσωτερικό τους και διεθνώς. Η προσέγγιση των σχετικών ελληνικών και αμερικανικών αρχειακών πηγών προσφέρει την δυνατότητα να διερευνηθούν σε βάθος και πολύπλευρα οι διμερείς σχέσεις και οι διεθνείς αλληλεπιδράσεις τους, καθώς παράλληλα μελετώνται πρόσθετες πηγές από τις δύο χώρες με εστίαση στην ανάδειξη του ρόλου των πολλαπλών δρώντων και των μεταξύ τους διασυνδέσεων.Τεκμήριο Από το πολιτικό τραγούδι στα "σκυλάδικα": η διαμόρφωση της λαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσηςΚανέλλος, Γεώργιος; Ανδριάκαινα, Ελένη; Βεντούρα, Λίνα; Παναγιωτόπουλος, Παναγιώτης; Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (2023-12-21 11:29:02)H παρούσα διδακτορική διατριβή πραγματεύεται τις διαδικασίες συγκρότησης της «λαϊκής» κοινωνικής και πολιτιστικής ταυτότητας στην Ελλάδα κατά την περίοδο της πρώιμης και ύστερης μεταπολιτευτικής περιόδου, εστιάζοντας συγκεκριμένα στην περίοδο από το 1974 έως το 1989. Ειδικότερα, στοχεύει στη διερεύνηση των μεταβολών που συντελούνται στο χώρο της λαϊκής κουλτούρας κατά την περίοδο αυτή, με πιο σημαντική τη μετάβαση από την περίοδο κυριαρχίας του πολιτικού τραγουδιού στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1974 και 1977, έως τη σταδιακή ανάδυση της σκηνής του «σκυλάδικου» και της «μεγάλης πίστας» κατά τη δεκαετία του 1980. Παράλληλα, η έρευνα θα στραφεί στις κεντρικότερες πτυχές αυτών των μεταβολών, όπως η απενοχοποίηση του στοιχείου του «γλεντιού», μια τάση που βρίσκεται σε αντίθεση με τα ειωθότα της προδικτατορικής περιόδου. Επιπροσθέτως, η διατριβή εστιάζει στην πρόσληψη των μεταβολών αυτών από ολόκληρο το πολιτικό και κομματικό φάσμα. Πιο συγκεκριμένα, θα εξεταστούν οι διαφορετικές στρατηγικές προσλήψης της λαϊκής μουσικής από τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία, από τα δύο Κομμουνιστικά Κόμματα, καθώς και από ερευνητές της λαϊκής μουσικής, όπως οι αρθρογράφοι του μουσικού περιοδικού Ντέφι. Αναφορικά με το ΠΑΣΟΚ, η πρόσληψή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς, ως κυβερνόν κόμμα κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1980, συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην αναγνώριση του λαϊκού τραγουδιού, διακρίνοντας εγκαίρως τις δυνατότητες πολιτικής αξιοποίησης της λαϊκής μουσικής. Σε αυτή την κατεύθυνση, θα αξιοποιηθούν παραθέματα από τον Τύπο και από κομματικά αρχεία.Τεκμήριο Οι σχέσεις του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στη δεκαετία του 1940Τσάνο, Αποστόλης; Λαγάνη, Ειρήνη; Παπαστράτης, Προκόπης, 1945-; Παπαδημητρίου, Δέσποινα Ι.; Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (2023-09-04 13:17:07)Οι σχέσεις του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας (ΚΕΑ) με το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚE) τη δεκαετία 1940 αποτελούν μια σημαντική πτυχή στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στις δύο χώρες, αλλά και της ιστορίας του αλβανικού και του ελληνικού λαού. Με τη συνεργασία που αναπτύχθηκε μεταξύ των Αλβανών και των Ελλήνων κομμουνιστών εκείνη την πολύ κρίσιμη δεκαετία του 20ου αιώνα, επιχειρήθηκε μια διεθνιστική και από κοινού αντιμετώπιση των μεγάλων πολιτικών, στρατιωτικών, οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών που επήλθαν στις δύο χώρες από την κατάκτησή τους από την φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε τόσο την περίοδο της Απελευθέρωσης των δυο χωρών όσο και στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα το 1946-1949. Επιπλέον, η μελέτη των σχέσεων μεταξύ των δύο κομμάτων παρουσιάζει πρωτότυπο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον, αφού μέχρι και σήμερα το θέμα ελάχιστα έχει καλυφθεί από την ελληνική, την αλβανική και τη διεθνή βιβλιογραφία.Τεκμήριο Διεθνείς οργανισμοί, μετανάστευση και ο ιδιωτικός τομέας: η Διακυβερνητική Επιτροπή Μεταναστεύσεως εξ Ευρώπης, 1951-1980Λημνιός-Σέκερης, Δημήτριος; Βεντούρα, Λίνα; Χαρλαύτη, Τζελίνα, 1958-; Δαμηλάκου, Μαρία; Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (2023-02-24 16:03:00)Η διδακτορική διατριβή διερευνά τη σχέση των διεθνών οργανισμών, των κρατών και των επιχειρήσεων, με τη διαχείριση της μεταπολεμικής μετανάστευσης από την Ευρώπη προς τις υπερπόντιες χώρες του Δυτικού Μπλοκ. Κεντρική ιδέα είναι πως η μεταναστευτική διαδικασία παράγει κέρδος το οποίο καρπώνονται όσοι μεσολαβούν στη διευκόλυνσή της. Υποστηρίζει δηλαδή, ότι η ίδια η μετανάστευση δημιουργεί και υποστηρίζεται από μία ‘βιομηχανία’ μετανάστευσης (migration industry). Εξετάζει λοιπόν ακριβώς τη δημιουργία και την οργάνωση της μεταναστευτικής υποδομής (migration infrastructure), δηλαδή τις υλικές προϋποθέσεις και τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η ανθρώπινη κινητικότητα εκτός των εθνικών συνόρων, αποτέλεσε αντικείμενο διακρατικής διαχείρισης με παράλληλο στόχο την ενίσχυση της επιχειρηματικής κερδοφορίας. Στο κέντρο της έρευνας είναι η Διακυβερνητική Επιτροπή Μεταναστεύσεως εξ Ευρώπης (ΔΕΜΕ), τα κράτη-μέλη της, και οι ναυτιλιακές και οι αεροπορικές εταιρίες υπό την σημαία τους, οι οποίες συμμετείχαν στη μεταφορά μεταναστών και προσφύγων υπό την αιγίδα της ΔΕΜΕ μεταξύ 1951 και 1980.Τεκμήριο Η θεωρία του Αριστοτέλη για τη δημοκρατίαΜουρτζίλας, Δημήτριος Κ.; Φαράκλας, Γιώργος, 1962-; Γεωργόπουλος, Νένος; Μπασάκος, Παντελής, 1947-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η παρούσα διδακτορική διατριβή διερευνά το κατά πόσο η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη εμπεριέχει στοιχεία που μας επιτρέπουν να συγκροτήσουμε μια θεωρία για τη δημοκρατία. Διερευνώντας το παραπάνω ερώτημα, η διατριβή στέκεται απέναντι από την εδραιωμένη θέση, η οποία ως επί το πλείστον βασίζεται στην Αριστοτελική ταξινόμηση των πολιτευμάτων, που αντιμετωπίζει τον Αριστοτέλη ως εχθρικά διακείμενο στη δημοκρατία. Επιχειρείται η ανάδειξη όλων εκείνων των στοιχείων της πολιτικής σκέψης του Αριστοτέλη που αποτελούν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ μιας δημοκρατικής θεώρησης της πολιτικής και μιας δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης. Διατυπώνεται η άποψη πως η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη αναπτύσσεται γύρω από μια εξισωτική και συμμετοχική αντίληψη του πολιτικού, η οποία ιδωμένη από μια σύγχρονη οπτική νοείται ως ο πυρήνας ενός δημοκρατικού στοχασμού. Στόχος της διατριβής είναι η ανάδειξη, εξέταση, και ανάλυση εκείνων των χαρακτηριστικών της πολιτικής σκέψης του Αριστοτέλη που αποκαλύπτουν αυτή την αντίληψη. Για το λόγο αυτό εξετάζονται μια σειρά από κεντρικά ζητήματα, όπως η έννοια του πολίτη και του μη-πολίτη, η ενότητα της πόλης, ο ρόλος της ιδιοκτησίας, και το νόημα της δικαιοσύνης, που αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η εξισωτική και συμμετοχική αντίληψη του πολιτικού· εξετάζεται η ανάλυση που κάνει ο Αριστοτέλης για τα πολιτεύματα· και αναδεικνύεται ερμηνευτικά ο χαρακτήρας και οι προϋποθέσεις ύπαρξης της “κατ᾽ εὐχὴν” πόλης κατά τον Αριστοτέλη. Στο κέντρο της ανάλυσης τίθεται η σχέση μεταξύ του καθολικά αποδεκτού αιτήματος για δικαιοσύνη και των αντικρουόμενων αξιώσεων για κυριαρχία. Η αναζήτηση σχετικά με τις αντικρουόμενες αξιώσεις κυριαρχίας που βασίζονται σε αντικρουόμενες αντιλήψεις περί του ποια αξία αποτελεί το ορθότερο κριτήριο για τον ορισμό της ισότητας οδηγεί σε “απορία”. Προτείνεται πως για τον Αριστοτέλη υπάρχουν τρεις “λύσεις” για αυτή την “απορία”, οι οποίες ικανοποιούν πολύπλευρα το αίτημα για δικαιοσύνη, και οι οποίες επί της αρχής τουλάχιστον δεν ιεραρχούνται. Οι “λύσεις” αυτές αφορούν α) την υποθετική περίπτωση της ύπαρξης ενός ανδρός εντός της πόλης, ο οποίος θα διαφέρει από τους υπόλοιπους όπως ένας θεός από ένα θνητό, β) την περίπτωση όπου όλοι οι πολίτες της πόλης μετέχουν στην αρετή έστω και κατ' ελάχιστο, και γ) την περίπτωση όπου ο νομοθέτης έχει την ελευθερία να συστήσει μια πόλη εκ του μηδενός όπως αυτός επιθυμεί. Τονίζεται πως οι “λύσεις” που προτείνει ο Αριστοτέλης στο βαθμό που αφορούν μια πόλη θνητών και όχι μια πόλη στην οποία συγκατοικούν θεοί μαζί με θνητούς, έχουν έναν αμιγώς δημοκρατικό χαρακτήρα. Η συμμετοχή των πολιτών είναι αναγκαίος όρος για την επικράτηση της δικαιοσύνης εντός της πόλης και για την επίτευξη της ευδαιμονίας.Τεκμήριο Βίος και πειθάρχηση της εργασίας στον καπιταλιστικό παραγωγικό κανόνα: η μαρξική κριτική των σχέσεων εξουσίας και το ζήτημα της χειραφέτησηςΠαπαθανασίου, Αγγελική Ν.; Αγγελίδης, Μανόλης; Θεοτοκάς, Νίκος, 1956-; Φαράκλας, Γιώργος, 1962-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Στο πλαίσιο μιας κριτικής ανακατασκευής της μαρξικής σκέψης αναφορικά με το ζήτημα της εξουσίας του κεφαλαίου επί των όρων ζωής και εργασίας των παραγωγικών υποκειμένων εντός κι εκτός της εργασιακής σχέσης, επιχειρείται να απαντηθούν τα ακόλουθα ερωτήματα: Πως θεμελιώνεται η κριτική της εξουσίας στο μαρξικό έργο; Περιορίζονται οι σχετικές μαρξικές αναφορές στο πεδίο του κράτους ή εκτείνονται και πέραν της κρατικής/νομικό-πολιτικής σφαίρας; Η πολιτική είναι μία σφαίρα πλάι στην οικονομική ή υπάρχει εντός της; Υπάρχει μία πολιτική του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία, σταθερά ενέχουσα σχέσεις κατεξουσιασμού του παραγωγικού υποκειμένου; Και αν ναι, περιορίζεται στον χώρο και χρόνο των «αδύτων της παραγωγής» ή εκτείνεται και πέραν αυτών; Με ποιο τρόπο καθορίζει τον βίο του; Και πως μπορούμε τότε να θεματοποιήσουμε τη δυνατότητα της χειραφέτησης; Η ανακατασκευή του μαρξικού έργου στη βάση αυτών των ερωτημάτων επιτρέπει να υποστηρίξουμε αφ’ ενός ότι υφίσταται σαφώς συνέχεια μεταξύ των πρώιμων και ώριμων έργων σε σχέση με την εν λόγω προβληματική, και αφ’ ετέρου ότι οι εν λόγω μαρξικές αναπτύξεις εγγράφονται σαφώς στη διαφωτιστική παράδοση. Κομβικής σημασίας αναδεικνύεται η έννοια του βιοπολιτικού ρόλου του κεφαλαίου, η οποία εμπνέεται από τις φουκωικές έννοιες της βιοπολιτικής και βιοεξουσίας, η ανάλυσή κινείται ωστόσο στο πλαίσιο ενός χώρου ο οποίος καθορίζεται απολύτως από τα όρια των μαρξικών αναπτύξεων. Η έννοια του βιοπολιτικού ρόλου του κεφαλαίου αναφέρεται στην κοινωνική λειτουργία του τελευταίου αφ’ ενός ως πλέγματος σχέσεων οι οποίες ενέχουν μία νομικό-πολιτική διάσταση κι αφ’ ετέρου ως οικονομικού καθορισμού των παραγωγικών υποκειμένων. Καταδεικνύεται πως στο μέτρο που η διαρκής αναπαραγωγή του μισθωτού εργάτη συγκροτείται ως ριζική προϋπόθεση του καπιταλισμού, στο πλαίσιο της διαρκούς αναπαραγωγής της ίδιας της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, ο οικονομικός εξαναγκασμός συνιστά θεμελιώδη όρο της. Στο πλαίσιο αυτό, η εξουσία του κεφαλαίου επί των όρων ζωής του ατόμου εκτείνεται μέχρι το σημείο των βιοτικών αναπαραγωγικών λειτουργιών του τις οποίες διαμεσολαβεί και ελέγχει. Οι σχέσεις υπαγωγής, καθυπόταξης ή πειθάρχησης του παραγωγικού υποκειμένου σε αφηρημένες ή εμπράγματες δυνάμεις έξω από αυτό, λαμβάνουν μορφές οι οποίες συγκροτούνται ιστορικά και ως τέτοιες προσιδιάζουν αποκλειστικά στον καπιταλισμό, στον ιστορικό εκείνο «τύπο κοινωνίας που μετέτρεψε την παραγωγικότητα σε πυρήνα της κοινωνικής ύπαρξης και ανέπτυξε τις μορφές της βιομηχανικής «συνεργασίας» προκειμένου να είναι σε θέση να υλοποιεί αυτόν το σκοπό». Πρόκειται για μορφές που υπερβαίνουν εκείνες του τυπικού εξαναγκασμού και οι οποίες διαπερνούν την ίδια την ύπαρξη των υποκειμένων, μορφές που συνάδουν απόλυτα με ένα «διαιρεμένο» και «επικαθορισμένο» υποκείμενο: αφ’ ενός προσδεδεμένο στη σωματική του ύπαρξη και αφ’ ετέρου παραγωγικό στο πλαίσιο μιας κοινωνίας Κανόνων. Σε αυτό το πλαίσιο, καταδεικνύεται η μαρξική θεμελίωση της χειραφετητικής δυνατότητας στην ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνικοποίηση του ατόμου και της παραγωγή στη βάση της συνεργασίας και των συνεταιριστικών μορφών παραγωγής, στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άρση σχέσεων κατεξουσιασμού των παραγωγικών υποκειμένων οι οποίες διαπερνούν την ύπαρξή τους και τα καθορίζουν. Στη βάση αυτής της προβληματικής επιχειρείται μία ανάγνωση του μαρξικού έργου που θέτει ως στόχο της να διευρύνει το πεδίο των μέχρι σήμερα τεθειμένων ερωτημάτων, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα τον «ανοιχτό» ακριβώς χαρακτήρα της μαρξικής κριτικής.Τεκμήριο Η μετάβαση της Κύπρου απο την οθωμανική στην βρετανική κυριαρχία: κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, 1878-1922Αντρέου, Μαγδαληνή Τ.; Λούβη, Ευαγγελία; Αναγνωστοπούλου, Σία; Παπαγεωργίου, Στέφανος Π., 1951-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η διατριβή μελετά τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην Κύπρο κατά την διάρκεια της περιόδου 1878-1922. Αντικείμενό της αποτελεί η εξέλιξη της ελληνοκυπριακής κοινότητας κατά την εν λόγω περίοδο. Ενώ δίδονται επίσης ορισμένα στοιχεία σχετικά με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Στο πρώτο μέρος αναλύονται οι πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις εντός της ελληνοκυπριακής κοινότητας κατά την περίοδο 1878-1922, με ιδιαίτερη έφαση στις εξελίξεις που αφορούν το νομοθετικό συμβούλιο και την Εκκλησία της Κύπρου. Στο δεύτερο μέρος αναλύονται οι κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στην Κύπρο κατά τις πρώτες δεκαετίες της βρετανικής κυριαρχίας και ειδικότερα η εξέλιξη της κυπριακής οικονομίας με την ανάδυση νέων οικονομικών ομάδων μετά την αγροτική κρίση του 1887. Σκοπός της διατριβής είναι η καταγραφή των διακυμάνσεων στη χάραξη της βρετανικής πολιτικής στην Κύπρο και την παράλληλη διαδικασία διαμόρφωσης της ελληνοκυπριακής πολιτικής. Επίσης, σκοπός της διατριβής είναι να εντοπίσει και να αναλύσει το πώς και το πότε καθορίστηκαν όλες οι βεβαιότητες που χαρακτηρίζουν την κυπριακή ιστορία, τις οποίες δεχόμαστε ως δεδομένες. Η διατριβή βασίστηκε κυρίως σε πρωτογενείς πηγές όπως, το αρχείο της Αρχιγραμματείας, διάφορες ελληνοκυπριακές εφημερίδες της περιόδου, η Κυανή Βίβλος της Κύπρου και η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.Τεκμήριο Η διαλεκτική στροφή της αναλυτικής φιλοσοφίας (Sellars, McDowell, Brandom)Χρόνης, Θεοχάρης Μ.; Φαράκλας-Ματορίκος, Γεώργιος; Μπασάκος, Παντελεήμων; Μπαλτάς, Αριστείδης; Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Επιχειρείται μια επισκόπηση των σχέσεων ανάμεσα σε όψεις της Εγελιανής διαλεκτικής σκέψης, ιδωμένης κάτω από μια επιστημολογική παρά μεταφυσική σκοπιά, και σε πρόσφατες επιστημολογικές θεωρήσεις που αρνούνται την προσφυγή σε κάποιο επίπεδο δεδομενικότητας. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται σε θέματα που έχουν να κάνουν με τα όρια της υπερβατολογικής ανάλυσης, καθώς και με τη σημασία ενός επιστημονικά προσανατολισμένου πραγματισμού για την ευόδωση μιας τέτοιας σύγκλισης.Τεκμήριο Ελληνικά και τουρκικά βιβλία μυθοπλασίας για παιδικό αναγνωστικό κοινό: εικόνες και προσλήψειςOzsuer, Esra; Χριστόπουλος, Δημήτρης, 1969-; Αναγνωστοπούλου, Σία; Παπαθεοδώρου, Ιωάννης; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Ποιος είναι ο εχθρός; Πώς ο κάθε λαός επιλέγει ποιον θα θεωρεί εχθρό του; Πώς το σχολείο, η οικογένεια, η θρησκευτική ιεραρχία, τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικοί παράγοντες, ο διεθνής περίγυρος, οι διανοούμενοι συμβάλλουν στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης και της συλλογικής συνείδησης του κάθε λαού;Για παράδειγμα, κάποιες παροιμίες πολλές φορές πανομοιότυπες και στις δύο γλώσσες αποτελούν παρακαταθήκη και υποσυνείδητα διαμορφώνουν διαχρονικά στερεότυπα. Λόγου χάρη στη τουρκική γλώσσα και παράδοση υπάρχει η παροιμία «Δεν γίνεται φιλία με Έλληνες και γούνα από αρκούδα» (Yunandan dost, ayıdan post olmaz) και η ίδια περίπου παροιμία «Ο Τούρκος δεν πιάνεται φίλος γιατί είναι μπαμπέσης» υπάρχει και στην ελληνική γλώσσα.Ένα άλλο παράδειγμα είναι φράσεις και χαρακτηρισμοί που υπάρχουν και στις δύο γλώσσες και αναφέρονται στο Άλλον. Στα τουρκικά χρησιμοποιείται η έκφραση «ελληνόσπορος» (Yunan Tohumu) που υποδηλώνει του προδότη ο οποίος προδίδει την πατρίδα του. Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται η έκφραση «τουρκόσπορος» με την οποία χαρακτηρίζεται με απαξία αυτός που δεν είναι καθαρός Έλληνας. Ακόμα και μερικές φράσεις, όπως πχ. «Έγινα Τούρκος» που υποδηλώνει αυτόν που όταν θυμώνει χάνει τον έλεγχο των πράξεων του, παραπέμπουν σε στερεότυπα και σε προκαταλήψεις. Και υπάρχουν δεκάδες ανάλογα παραδείγματα. Όλα αυτά αποτελούν ψηφίδες που σχηματίζουν τελικά το ψηφιδωτό το οποίο είναι η εικόνα και τα στερεότυπα που ο κάθε λαός σχηματίζει για τον Άλλο. Όλα αυτά αν και επιφανειακά φαίνονται αθώα και μερικές φορές φαιδρά, δεν είναι πάντα έτσι. Σιγά σιγά δηλητηριάζουν τις συνειδήσεις και δημιουργούν υποσυνείδητα αρνητικές απλουστευμένες εικόνες για τον Απέναντι μετατρέποντας τον σε επικίνδυνο εχθρό.Η διαδικασία αυτή δε είναι πάντα αυθόρμητη. Πολλές φορές είναι κατευθυνόμενη, συνειδητή από ποικίλα συμφέροντα (πολιτικά, στρατιωτικά, οικονομικά, θρησκευτικά) τα οποία για να επωφεληθούν μεταμορφώνονται σε ιστορικά πεπρωμένα και συναισθηματικές επιθυμίες. Εξυπηρετούνται συχνά συγκεκριμένες σκοπιμότητες όπως το να δημιουργηθεί αίσθημα απειλής από τον Άλλο κι έτσι να επιτευχτεί συσπείρωση και εκφοβισμός. Η εικόνα του άλλου είναι ένα σημαντικό θέμα το οποίο μπορεί να εξεταστεί στο δίπολο Τουρκία-Ελλάδα. Η αιτία είναι ότι και οι δύο κοινωνίες ωθούμενες από την ιστορική κληρονομιά τους τοποθετούν η καθεμία τον Απέναντι στον ρόλο του απειλητικού και επικίνδυνου Άλλου. Με άλλα λόγια η Τουρκία και η Ελλάδα για να δημιουργήσουν την εθνική ταυτότητα τους επωφελούνται από την ύπαρξη του Άλλουκαι αυτό το υλοποιούν αντιπαραθέτοντας την εικόνα του Άλλου στον εαυτό τους. Ως αποτέλεσμα αυτής της αντιπαραβολής προκύπτει και η απάντηση στα ερωτήματα, «Ποιος είναι ο Έλληνας;» και «Ποιος είναι ο Τούρκος;»Τεκμήριο Πολιτική διαχείριση του νεοκλασικισμού στο ελληνικό Βασίλειο: 19ος αιώναςΠαπαδοπούλου, Ευδοξία I.; Παπαγεωργίου, Στέφανος; Λούβη, Ευαγγελία; Κίζης, Ιωάννης; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014-12-19)Κεντρική υπόθεση εργασίας της παρούσας διατριβής αποτελεί η πολιτική διαχείριση του Νεοκλασικισμού ως μοντέλου επίσημης τέχνης και οι απεικονίσεις της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως προκύπτουν μέσα από αντιπροσωπευτικές δημόσιες μνημειακές συνθέσεις της οθώνειας περιόδου. Ο τρόπος ανάπτυξης του θέματος συνοψίζεται στη σύνθεση δύο βασικών αξόνων: την απόδοση του ερμηνευτικού πλαισίου εγγραφής των γεγονότων και τη δράση των υποκειμένων σε αυτό σε συνάρτηση με την κριτική επεξεργασία των αποτελεσμάτων αυτής της δράσης, (δηλαδή των σχετικών τεκμηρίων). Η ίδια η τέχνη είναι η κατεξοχήν πηγή ως καταφανής αντανάκλαση ιδεολογικών ρευμάτων (εθνικισμός) και πνευματικών κινημάτων της περιόδου (Νεοκλασικισμός) μέσα στα συγκεκριμένα ιστορικά -ελληνικά και ευρωπαϊκά- συμφραζόμενα, τα οποία αποτελούν τα ερμηνευτικά εργαλεία της μελέτης.Τεκμήριο Η σχέση ηθικής και θετικού δικαίου στην καντιανή και νιτσεϊκή φιλοσοφική σκέψη: μια συγκριτική προσέγγισηΜαυρομμάτης, Θεόδωρος Γ.; Στράγγας, Ιωάννης; Σταμάτης, Κωνσταντίνος Εμμ.; Παπαγεωργίου, Κωνσταντίνος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η ανά χείρας διδακτορική διατριβή συνιστά μια απόπειρα κριτικής πραγμάτευσης της σχέσης δύο θεμελιακών εννοιών, όπως αυτές αντιμετωπίζονται στα πλαίσια της σκέψης δύο από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της νεότερης φιλοσοφικής σκέψης. Η Ηθική και το Δίκαιο αποτελούν δύο κανονιστικά μορφώματα με ρόλο καταλυτικό στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο η διερεύνηση της μεταξύ τους σχέσης παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον. Η σκέψη του Nietzsche παρουσιάζει σημαντικές δομικές διαφορές έναντι αυτής του Kant. Το γεγονός αυτό επιτρέπει την αντιπαράθεση στο πρόσωπο των δύο στοχαστών δύο φιλοσοφικών τάσεων, εκ των οποίων η πρώτη στηρίζει την ανθρώπινη δραστηριότητα στο ενδογενές ενορμησιακό στοιχείο, ενώ η δεύτερη φαίνεται να προκρίνει την ανάγκη κυριαρχίας της έλλογης προσέγγισης της πραγματικότητας από μέρους του ανθρώπινου υποκειμένου. Ταυτόχρονα στο επίπεδο της ιστορίας των ιδεών ο Kant αποτελεί γνήσιο εκφραστή των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Μια ηχηρή απάντηση στην υιοθέτηση του εν λόγω πλαισίου ιδεών έρχεται να αποτελέσει η νιτσεϊκή σκέψη. Η διατριβή αποτελείται από την Εισαγωγή και τρία μέρη. Στην Εισαγωγή, αφού αναφερθεί συνοπτικά η σημασία της σκέψης του Kant και του Nietzsche, τίθεται το περίγραμμα των θεμάτων, που πρόκειται να εκτεθούν, και αιτιολογείται η ενασχόλησή με τα συγκεκριμένα σημεία του εκτενούς έργου των δύο φιλοσόφων. Επιπλέον επεξηγείται σε αδρές γραμμές η μεθοδολογία, που πρόκειται να ακολουθηθεί, και παρατίθεται ο λόγος, για τον οποίο αυτή επιλέχθηκε. Τέλος δικαιολογείται η επιλογή του προκείμενου θέματος. Στο πρώτο μέρος σκιαγραφείται η σχέση Ηθικής και θετικού Δικαίου στη σκέψη του Immanuel Kant. Ειδικότερη αναφορά γίνεται σε ζητήματα όπως η συστηματική ένταξη της Ηθικής στο καντιανό φιλοσοφικό οικοδόμημα, η χρήση των εννοιών της καλής θέλησης και του καθήκοντος ως κριτηρίων ηθικότητας, η συμβολή των εννοιών της αυτονομίας και της ετερονομίας της βούλησης στην κατανόηση της έννοιας της ηθικότητας, οι έννοιες της νομιμότητας και της ηθικότητας στην καντιανή σκέψη ως μέσο εισαγωγής στη διάκριση μεταξύ ηθικών και δικαιικών κανόνων, η έννοια της Ελευθερίας και η ένταξή της στο καντιανό ηθικό πρότυπο, η καντιανή διάκριση μεταξύ δικαιικής και ηθικής νομοθεσίας, ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας του Δικαίου, η συμβολή των εννοιών του δικαιώματος και του καθήκοντος στη διάκριση Ηθικής και Δικαίου καθώς και ορισμένες αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις από τον χώρο του ελληνικού Δικαίου, όπου φαίνεται να βρίσκουν εφαρμογή οι ιδέες του Kant αναφορικά με τη σχέση Ηθικής και Δικαίου. Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στη σχέση Ηθικής και θετικού Δικαίου στη σκέψη του Friedrich Nietzsche. Αρχικά γίνεται λόγος για τον νιτσεϊκό Προοπτικισμό με έμφαση στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις των György Lukács, Αλέξανδρου Νεχαμά και Gilles Deleuze, οι οποίες αντιμετωπίζονται κριτικά. Στη συνέχεια παρουσιάζονται κριτικά οι αντιλήψεις του Nietzsche επί του πεδίου της Ηθικής σε εκείνες τις ειδικότερες πτυχές τους, που αφορούν την προκείμενη θεματική. Ακολουθούν η κριτική αποτύπωση της έννοιας της σύμβασης στη νιτσεϊκή σκέψη, η κριτική επισκόπηση της έννοιας της ενοχής, η εξέταση της έννοιας του Δικαίου –με έμφαση στη σχέση της με αυτή της εκδίκησης–, η ενασχόληση με το πρόβλημα της Ελευθερίας της βούλησης και η έκθεση των πρακτικών επιπτώσεων της νιτσεϊκής αντίληψης ως προς τις έννοιες του Δικαίου, της Ηθικής και την μεταξύ τους σχέση. Τέλος στο τρίτο μέρος πραγματοποιείται συγκριτική αποτίμηση των δύο φιλοσοφικών αντιλήψεων στη βάση της συμβολής εννοιών κρίσιμων τόσο στη σύνδεση όσο και στη διάκριση Ηθικής και Δικαίου στη σκέψη των δύο φιλοσόφων. Ευνόητα κάθε μια από τις έννοιες αυτές εξετάζεται και στη χρήση της στη σκέψη του άλλου στοχαστή, προκειμένου ευχερέστερα να προσδιοριστεί το πλαίσιο ιδεών στην κατασκευή του οποίου αυτή κάθε φορά συνεισφέρει.Τεκμήριο Η ευρωκομμουνιστική «στιγμή»: προϋποθέσεις, όρια και κληρονομιέςΜπαλαμπανίδης, Γιάννης Θ.; Θεοτοκάς, Νίκος, 1956-; Μοσχονάς, Γεράσιμος; Κωνσταντακόπουλος, Σταύρος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η παρούσα διατριβή εξετάζει το ευρωκομμουνιστικό πολιτικό ρεύμα σε μια οπτική συγκριτικής πολιτικής που αντλεί από το πεδίο της ιστορίας, ανιχνεύοντας τα στοιχεία εκείνα που ενοποιούν και αποδίδουν εννοιολογική, πολιτική και ιστορική συνοχή σε ένα σημαντικό πολιτικό φαινόμενο μέσα στη μεγάλη διάρκεια της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αντικείμενο της μελέτης είναι η πολιτική στρατηγική, οι ιδεολογικές θέσεις και μετατοπίσεις, ο λόγος και η κοινωνική απεύθυνση των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας (PCI), της Γαλλίας (PCF), της Ισπανίας (PCE) καθώς και του ελληνικού ΚΚΕ εσωτερικού σε μια σχετικά εκτεταμένη ιστορική περίοδο, η οποία ξεκινά ουσιαστικά με τη διπλή κρίση του Ανατολικού και του Δυτικού κόσμου το 1968 και εκτείνεται μέχρι λίγο πριν την κατάρρευση του υπαρκτού κομμουνιστικού κόσμου το 1989.Η βασική υπόθεση εργασίας της διατριβής είναι ότι ο ευρωκομμουνισμός αποτελεί εκείνη τη «στιγμή» μετασχηματισμού που συνδέει το παρελθόν με το παρόν της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Σε μια εποχή κρίσης, το ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα επιχείρησε να ξαναδώσει συνοχή και πρωτοβουλία στο κομμουνιστικό πρόγραμμα στον ευρωπαϊκό χώρο βρίσκοντας ένα «παράθυρο ευκαιρίας» στο έδαφος της παράλληλης κρίσης του σοβιετικού και του δυτικού μοντέλου. Ήταν ένα εγχείρημα που ανανέωνε διπλά την ιστορική κομμουνιστική ταυτότητα: από τη μια αντλούσε δυναμική από τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της εποχής, προσφέροντάς του διαύλους πολιτικής εκπροσώπησης, κι από την άλλη προσχωρούσε στο πεδίο της προγραμματικής μετριοπάθειας, της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της διαπραγμάτευσης. Ο ευρωκομμουνισμός ύφαινε μια πρωτότυπη πολιτική σύνθεση, «κόμμα αγώνα - κόμμα διακυβέρνησης», χάρις στην οποία ανανέωσε σε βάθος την ατζέντα της ευρωπαϊκής Αριστεράς, διεκδίκησε την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία από τη σοσιαλδημοκρατία, τουλάχιστον στις χώρες του Νότου, αλλά και αντιμετώπισε νέα ζητήματα και όρια που έθετε η μετατόπιση από το εθνικό στο υπερεθνικό, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η παγκόσμια οικονομική κρίση. Τα ίχνη αυτής της κληρονομιάς είναι εμφανή και στη σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά της Ευρώπης.Τεκμήριο Η βιομηχανία και το εργατικό κίνημα στον Πειραιά του ΜεσοπολέμουΛιαδάκης, Σταμάτιος; Θεοτοκάς, Νίκος, 1956-; Παπαστράτης, Προκόπης, 1945-; Καρδάσης, Βασίλης Α.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η παρούσα διατριβή εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στη βιομηχανία και το εργατικό κίνημα την περίοδο του Μεσοπολέμου, με υπόδειγμα τον Πειραιά. Το πρώτο μέρος της διατριβής εξετάζει την ανάπτυξη της βιομηχανίας της πόλης μέσα από τη μελέτη εταιριών των σημαντικότερων κλάδων. Το δεύτερο μέρος της διατριβής αναλύει την πορεία των τριών σημαντικότερων φορέων του εργατικού κινήματος της πόλης (της Γενικής Συνομοσπονδίας των Εργατών Ελλάδος, του Εργατικού Κέντρου Πειραιά αλλά και του Κομμουνιστικού Κόμματος) με την αξιοποίηση αρχειακών τεκμηρίων της εποχής. Το τρίτο μέρος της διατριβής ασχολείται με την ανάδειξη των χαρακτηριστικών τριών πρωτοβάθμιων σωματείων της πόλης (των καπνεργατών, των υφαντουργών και των εργατών της ΑΕΕΧΠΛ), καθώς και με τις ομοσπονδίες των ναυτεργατών και των σιδηροδρομικών. Με βάση την έρευνα προκύπτει άμεση σχέση μεταξύ της βιομηχανικής ανάπτυξης και της πορείας του εργατικού κινήματος, καθώς επίσης αναδεικνύεται και η σημαντικότητα του Πειραιά ως εργατικού κέντρου και τόπο εφαρμογής των κεντρικών εργατικών πολιτικών.Τεκμήριο Η στάση του Ελληνικού Τύπου έναντι της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου (1910–1914)Ματζούρης,Στυλιανός Κ.; Παπαστράτης, Προκόπης, 1945-; Παπαδημητρίου,Δέσποινα Ι.; Λούβη,Ευαγγελία; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Στην παρούσα διατριβή διερευνούμε τη στάση του Ελληνικού Τύπου έναντι της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου (1910-1914). Η διατριβή λειτουργεί ως εργαλείο για την κατανόηση του ρόλου του Τύπου σε μια περίοδο που αποτελεί ουσιαστικά καμπή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η υπόθεση εργασίας της διατριβής είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού Τύπου της εποχής, διείδε στο πρόσωπο του Ελ. Βενιζέλου τον οραματιστή και ηγέτη εκείνο, ο οποίος θα οδηγούσε την Ελλάδα στο δρόμο της Ανόρθωσης, ως φορέα νέων κοινωνικοπολιτικών ιδεών, απαλλαγμένο από τον τρόπο σκέψης, δράσης και κυβέρνησης του παλαιοκομματισμού, με αποτέλεσμα να υπάρξει μια θετική κριτική γύρω από το πρόσωπο και την πολιτική του, τουλάχι-στον το πρώτο διάστημα της πρωθυπουργίας του. Η υποψηφιότητα του Βενιζέλου ως βουλευτή στην Α΄ Αναθεωρητική Βουλή χαι-ρετίστηκε από το σύνολο σχεδόν του Τύπου και σύντομα διαμορφώθηκε το δίπολο βενιζελικός – αντιβενιζελικός Τύπος το οποίο όμως δεν παρέμεινε σταθερό καθόλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε., καθώς ορισμένες βενιζελικές εφημερίδες προσχώρησαν στον αντιβενιζελικό πόλο. Το γεγονός αυτό στάθηκε αιτία για την έκ-δοση νέων βενιζελικών εφημερίδων το 1912 και 1913, λαμβάνοντας υπόψη ότι το 1911 το ισοζύγιο είναι αρνητικό για το βενιζελικό Τύπο.Το θέμα προσεγγίστηκε κατά κύριο λόγο μέσω της εξαντλητικής έρευνας του Τύ-που, ο οποίος άρχισε να διαμορφώνει ιδιαίτερο ρόλο πριν και μετά το κίνημα στο Γουδή, σε συνδυασμό με την επισταμένη μελέτη όλων των συνεδριάσεων της Βουλής όπου παρέστη και έλαβε το λόγο ο Βενιζέλος.Τεκμήριο Η αναπαράσταση του φύλου στη σύγχρονη γυναικεία δραματουργία στην Ελλάδα: πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσειςΜέργου, Μαρίνα- Ζωή- Αφένδρα I.; Τσίχλη-Αρώνη, Καίτη; Ταμπάκη, Άννα; Παπαδημητρίου, Δέσποινα Ι.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Θέμα της παρούσας διατριβής είναι η αναπαράσταση του φύλου, όπως αυτή αποτυπώνεται στα θεατρικά έργα σύγχρονων Ελληνίδων γυναικών δραματουργών. Η διατριβή εστιάζει στην ανάδειξη των Ελληνίδων γυναικών δραματουργών και στη διερεύνηση των θεατρικών έργων τους υπό το πρίσμα του φύλου με κύριο στόχο να καλύψει το βιβλιογραφικό κενό που υπάρχει στον ελληνικό χώρο σε σχέση με τη συγκεκριμένη θεματολογία. Για την ανάλυση των έργων, χρησιμοποιήθηκε η Κριτική Ανάλυση Λόγου. Τα κύρια ερευνητικά ζητήματα που διατυπώθηκαν αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούν οι σύγχρονες Ελληνίδες γυναίκες δραματουργοί τα δύο φύλα, τις ιδιότητες, τα πρότυπα και τα στερεότυπα που τους αποδίδουν, καθώς και το κατά πόσο οι έμφυλες εικόνες, οι οποίες προβάλλονται μέσα από τα έργα τους, λειτουργούν ενισχυτικά για τις ίδιες τις γυναίκες. Μέρος της προβληματικής αφορά επίσης τη διερεύνηση της φύσης της ‘γυναικείας γλώσσας’ και της ‘γυναικείας γραφής’, όπως αυτή ορίστηκε από τη σύγχρονη μεταφεμινιστική θεωρία και κριτική. H παρούσα έρευνα εντάσσεται στον ευρύτερο χώρο της μελέτης της ιδεολογίας, της πολιτικής και των έμφυλων σχέσεων εξουσίας στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού με έμφαση στο θέατρο και στη δραματουργία. \r\nΤεκμήριο Το Εργατικό Κίνημα στην Κύπρο την περίοδο της Αγγλοκρατίας, 1878-1955Μουστακά, Σωτηρούλα; Τσίχλη-Αρώνη, Καίτη; Παπαγεωργίου, Στέφανος Π., 1951-; Γαρδίκα, Κατερίνα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2010)Η παρούσα εργασία επιχειρεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν υπήρξε εργατικό κίνημα στην Κύπρο κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας και σε ποιο βαθμό αυτό εντάσσεται στο διεθνές και, κυρίως, στο αποικιακό παράδειγμα. Καταρχήν, διερευνώνται οι παράγοντες που διαμόρφωσαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του νησιού, δηλαδή ο ιδιαίτερος τρόπος μετάβασης, το 1878, από το οθωμανικό καθεστώς στη βρετανική διοίκηση και ο αργός μετασχηματισμός των αρχαϊκών οικονομικών και κοινωνικών δομών σε νεωτερισμούς. Αυτός ο καθυστερημένος εκσυγχρονισμός, ωστόσο, συνέβαλε στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την εμφάνιση και ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στην Κύπρο (θεσμικό πλαίσιο, συλλογική δράση). Στη συνέχεια, επιχειρείται λεπτομερής διερεύνηση των πολιτικών και ιδεολογικών χαρακτηριστικών του κινήματος, με έμφαση σε ζητήματα όπως τα ακόλουθα: 1-Η επίδραση του βρετανικού παράγοντα (πρωτοβουλίες, αντιστάσεις) 2- Τα χαρακτηριστικά των πολιτικών ομάδων και η επιρροή αυτών των ομάδων, κυρίως των elites, στην εξέλιξη του εργατικού κινήματος 3- Ο ιδιαίτερος ρόλος της ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία, λόγω της κυριαρχικής θέσης της σε μια βαθιά θρησκευόμενη κοινωνία, είχε το προνόμιο να επηρεάζει, ακόμα και δρώντας κατασταλτικά, τη δράση της εργατικής τάξης και να την κατευθύνει προς εθνικοφροσύνη 4-Οι «εθνικές» κοινότητες, ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή, ως ομπρέλες του εργατικού κινήματος και η αλληλόδρασή τους με τους συνδικαλιστικούς σχηματισμούς 5- Η γυναικεία εργασία και η συμβολή του γυναικείου ακτιβισμού στη συλλογική δράση6. Οι μορφές συλλογικής δράσης και ο βαθμός αυτονομίας της εργατικής τάξης, ή, αντίθετα, χειραγώγησης από τις πολιτικές elites. Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι χρονική αφετηρία του κυπριακού εργατικού κινήματος ανάγεται στην περίοδο της Αγγλοκρατίας. Στη διαμόρφωσή του συνέβαλαν παράγοντες πέρα από την παραγωγική διαδικασία όπως οι ιστορικές συγκυρίες, οι σύγχρονοι πολιτισμικοί, ιδεολογικοί, αλλά και διεθνοπολιτικοί παράγοντες. Μέσα σε αυτό το πολυσύνθετο και γεμάτο αντιφάσεις πλαίσιο παραγόντων διαμορφώθηκε το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα στην Κύπρο, αλλά και τα χαρακτηριστικά του. Αποτελεί μάλιστα συνισταμένη των αντίθετων στοιχείων που προσδιόριζαν την εποχή εκείνη.Τεκμήριο Η Ρωμαίικη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης στον Μεσοπόλεμο: κοινοτική συγκρότηση, ιδεολογία και η οριοθέτησή της στο τουρκικό εθνικό περιβάλλονΑνδριανοπούλου, Κωνσταντίνα Δ.; Αναγνωστοπούλου, Σία; Πεσμαζόγλου, Στέφανος, 1949-; Χριστόπουλος, Δημήτρης, 1969-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η έρευνά μου επιδίωξε να μελετήσει τη διαδικασία διοικητικής και ιδεολογικής ανασυγκρότησης της ρωμαίικης μειονότητας της Κωνσταντινούπολης στη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1923-1938), ειδωμένη υπό το φώς των πολιτικών και ιδεολογικών ζυμώσεων στο τουρκικό κράτος. Επιπλέον, επιδίωξε να μελετήσει τις ταυτίσεις της μειονότητας, όπως δομήθηκαν στο συγκεκριμένο διάστημα, σε σχέση από τη μία με τους αποκλεισμούς και τις υπαγορεύσεις του τουρκικού εθνικισμού και από την άλλη σε σχέση με τις εσωτερικές ηγεμονίες και ισορροπίες της μειονότητας. Τέλος, η έρευνά μου προσπάθησε να ανιχνεύσει την πρόσληψη των ποικίλων αλλαγών από τα μειονοτικά υποκείμενα της μειονότητας στις καθημερινές τους πρακτικές. Συγκεκριμένα, προσπάθησα να διερευνήσω τον λόγο και τις πρακτικές διαμόρφωσης μιας μειονοτικής ταυτότητας από την ηγετική μειονοτική ελίτ, σε σχέση με την εκτουρκιστική/αντιμειονοτική πολιτική του τουρκικού κράτους αλλά και τις ευρύτερες πολιτισμικές αλλαγές της νεωτερικής εποχής∙ ταυτόχρονα, προσπάθησα, όσο μου επέτρεπαν οι πηγές που συμβουλεύτηκα, να ανιχνεύσω την ανταπόκριση των υπάλληλων δρώντων υποκειμένων της μειονότητας στις ηγεμονικές ταυτοτικές κατηγορίες. Υπό αυτήν την έννοια, θέλησα να διερευνήσω την πολυπλοκότητα και την πολυπαραγοντικότητα διαμόρφωσης μιας διακριτής μειονοτικής ταυτότητας, τις πολλαπλές νοηματοδοτήσεις της με βάση και άλλες ταυτότητες που επικαλούνται τα υποκείμενα (έμφυλες και ταξικές κυρίως) και τα όριά της σε σχέση με την επίσημη τουρκική εθνική ταυτότητα της εποχής. Το ζήτημα πρόσληψης και νοηματοδότησης της μειονοτικής ταυτότητας από συγκεκριμένες ομάδες και οι πολλαπλές εκδοχές της αποτέλεσε βασική προβληματική της εργασίας. Επιπλέον, προσπάθησα να διερευνήσω την ανταπόκριση, τη στάση, την αντί-δραση και το ιδεολογικό φάσμα των μειονοτικών υποκειμένων, των υπάλληλων τάξεων της μειονότητας, σε σχέση με τις κοινωνικές και ιδεολογικές αλλαγές που συμβαίνουν στην τουρκική κοινωνία και τη ρωμαίικη μειονότητα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μια τέτοια προσέγγιση είναι ιδιαίτερα δύσκολη μεθοδολογικά, καθώς στη συντρηπτική τους πλειοψηφία οι σχετικές πηγές διαμεσολαβούνται μέσω του λόγου της κυρίαρχης ελίτ. Αναγνωρίζοντας αυτή τη δυσκολία προσπάθησα να στηριχτώ σε όσο το δυνατόν πιο ‘ουδέτερο’ αρχειακό υλικό (τυποποιημένα έγγραφα, καταγραφές περιστατικών) και να δώσω ιδιαίτερη βαρύτητα στο τι λέγεται αλλά στο τι αποσιωπάται, προκειμένου να εξετάσω πώς βίωναν και τι σήμαινε για τους ίδιους τους Ρωμιούς (ή έστω για κάποιους από αυτούς) η μειονοτικότητά τους στο τουρκικό έθνος-κράτος. Υιοθετώντας αυτή την οπτική, θέλησα να αναμετρηθώ αλλά και να διαφοροποιηθώ από το κυρίαρχο ιστοριογραφικό μοντέλο μελέτης της ρωμαίικης μειονότητας στην Τουρκική Δημοκρατία, το οποίο προσεγγίζει τη μειονότητα ως ένα συμπαγές και αδιαφοροποίητο σύνολο ανθρώπων, που αποδεχόταν παθητικά τις ταυτοτικές κατηγορίες και την ιδεολογία της κυρίαρχης ελίτ της, χωρίς να μετέχει και να παρεμβαίνει σε ό,τι συνέβαινε στην τουρκική κοινωνία της εποχής. Η μελέτη μου στηρίχθηκε σε υλικό από τα εξής αρχεία: το Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών (ΙΑΥΕ), το Πρωθυπουργικό Αρχείο της Τουρκικής Δημοκρατίας (Başbakanlık Cumhuriyet Arşivi-ΒCA), το Αρχείο Ανθέμιον (Πρόγραμμα Εντοπισμού, Καταγραφής, Φωτογράφισης και Ψηφιοποίησης Αρχειακού Υλικού των Ρωμαίικων Κοινοτήτων της Κωνσταντινούπολης), το Αρχείο του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών (State Department Papers-SD) και το Αρχείο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
