Διδακτορικές διατριβές
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/12
Περιήγηση
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Διπλώματα ευρεσιτεχνίας φαρμάκων: η εξισορρόπηση των απαιτήσεων προστασίας των εφευρέσεων της δημόσιας υγείαςΚαφετζής, Γεώργιος; Στεφάνου, Κωνσταντίνος Α.; Μενγκ-Παπαντώνη, Μαρία; Νικολακοπούλου-Στεφάνου, Ηρώ; Meng-Papantoni, Maria; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2012)Η παγκοσμιοποίηση και ιδιαίτερα μία από τις κινητήριες δυνάμεις της, το διεθνές εμπόριο , βοήθησε πολλές χώρες να αναπτυχθούν πιο γρήγορα αυξάνοντας το προσδόκιμα έτη ζωής και βελτιώνοντας το επίπεδο διαβίωσης για πολλούς ανθρώπους στον κόσμο σήμερα. Καθοριστικός παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας είναι οι εξαγωγές της. Η ανάπτυξη με οδηγό τις εξαγωγές ήταν το επίκεντρο της βιομηχανικής πολιτικής που έκανε πιο πλούσιο ένα μεγάλο μέρος της Ασίας και οδήγησε εκατομμύρια κατοίκους εκεί σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση. Διακεκριμένοι οικονομολόγοι (Douglass North, Nobel Laureate, 1993) υποστηρίζουν ότι η θέσπιση και ανάπτυξη της έννοιας της πνευματικής ιδιοκτησίας και η καθιέρωση της νομικής της προστασίας, προκάλεσε μία άνευ προηγουμένου έκρηξη της δημιουργικότητας, η οποία αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη της βιομηχανικής επανάστασης και ως εκ τούτου θεωρείται υπεύθυνη για τη σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη. Πλέον τα δικαιώματα διανοητικής (πνευματικής/βιομηχανικής) ιδιοκτησίας αντιπροσωπεύουν τον τέταρτο παράγοντα και δείκτη του πλούτου των εθνών, μετά την εργασία, το κεφάλαιο και τους φυσικούς πόρους Παράλληλα, παρατηρούνται σημαντικές στρεβλώσεις του εμπορίου. Οι λεγόμενες νεοβιομηχανικές χώρες στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή τους στην απομίμηση, αυξάνοντας δραστικά την παραγωγή και κυκλοφορία προϊόντων παραποίησης και απομίμησης. Ήδη κατά το 1998, τα προϊόντα παραποίησης/απομίμησης αντιστοιχούσαν, σύμφωνα με μελέτες του ΟΟΣΑ, στο 5 έως 7% των παγκόσμιων συναλλαγών. Κατά το ίδιο έτος, οι τελωνειακές διοικήσεις κατάσχεσαν στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης περίπου 10 εκατομμύρια προϊόντα παραποίησης/απομίμησης και πειρατείας. Το 2004, τα τελωνεία της ΕΕ κατάσχεσαν περισσότερα από 103 εκατομμύρια προϊόντα απομίμησης, παρατηρήθηκε δηλαδή αύξηση κατά 1000% σε σχέση με το 1998. Οι εν λόγω κατασχέσεις αφορούν περισσότερα από 100 εκατομμύρια προϊόντα ετησίως και αντιστοιχούν σε 1 έως 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Εκτός από την προώθηση εμπορικών και αναπτυξιακών στόχων, η παραγωγή και εμπορία προϊόντων απομίμησης (ή αντίγραφων προϊόντων) συνιστά επίσης, μία διέξοδο στα προβλήματα δημόσιας υγείας που προκαλούνται από την εξάπλωση μεταδοτικών ασθενειών (HIV / AIDS, ελονοσία, φυματιώση) σε χώρες του τρίτου κόσμου. Σήμερα, πάνω από το 95% των 39,5 εκατομμυρίων φορέων HIV / AIDS ζουν σε αναπτυσσόμενες χώρες, κυρίως στην Αφρική. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι την εικοσιπενταετία 1980-2005, 65 εκατομμύρια άνθρωποι μολύνθηκαν από HIV / AIDS και απεβίωσαν 25 εκατομμύρια άνθρωποι. Το θέμα της διδακτορικής διατριβής αποτελεί μέρος του αποκαλούμενου ζητήματος της πρόσβασης σε φαρμακευτική περίθαλψη (“Access to medicines”) των οικονομικά αδύναμων πληθυσμών των αναπτυσσόμενων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών. Πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας με πολιτικές-ιδεολογικές, οικονομικές, κοινωνικές-ανθρωπιστικές, νομικές, ιατρικές και ηθικές διαστάσεις και εντάσσεται στη γενικότερη αντιπαράθεση των αναπτυγμένων χωρών με τις αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Το κείμενο της διατριβής πραγματεύεται νομικά ζητήματα και άπτεται, ουσιαστικά, δύο κλάδων του δικαίου, αφενός, του δικαίου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αφετέρου, του δικαίου της υγείας. Η δομή της διατριβής περιλαμβάνει σε τρία μέρη, τα εξής: Το Εισαγωγικό Μέρος στο οποίο περιγράφεται το πρόβλημα της φαρμακευτικής περίθαλψης στις αναπτυσσόμενες και λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Το κύριο μέρος της διατριβής περιλαμβάνει δύο μέρη: Το Πρώτο (γενικό) Μέρος επικεντρώνεται, αφενός, στο διεθνές περιβάλλον της φαρμακευτικής βιομηχανίας και τη σημασία της καινοτομίας και της επένδυσης σε έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων στη φαρμακευτική βιομηχανία, καθώς και τη δικαιοπολιτική θεμελίωση και σκοπιμότητα της προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας στoν τομέα των φαρμάκων, και αφετέρου, στο ρόλο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τη δημόσια υγεία στις αναπτυσσόμενες χώρες, και τη διεθνή νομική κατοχύρωση του δικαιώματος στην υγεία. Στο Δεύτερο (ειδικό) Μέρος, αρχικά, αναλύονται οι διατάξεις της Συμφωνίας TRIPs αναφορικά με τη φύση των υποχρεώσεων των μελών, τις αρχές και τους στόχους της Συμφωνίας, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τις μεταβατικές περιόδους, και στη συνέχεια πραγματεύεται τη διαμόρφωση του νέου διεθνούς δικαίου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τη διευκόλυνση της πρόσβασης σε φάρμακα στις αναπτυσσόμενες και τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Μία κεφαλαιώδους σημασίας προτεραιότητα όλων των κρατών του κόσμου, αναπτυγμένων και μη, αποτελεί η προστασία της δημόσιας υγείας. Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούνται σοβαρά προβλήματα στον εφοδιασμό των αναπτυσσόμενων και λιγότερο αναπτυγμένων χωρών με φαρμακευτικά σκευάσματα σε επαρκείς ποσότητες και ικανοποιητικές τιμές για την αντιμετώπιση επιδημιών, όπως το AIDS, η φυματίωση και η ελονοσία. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, σημειώθηκε έξαρση της φυματίωσης και της ελονοσίας: 58% των περιπτώσεων ελονοσίας εμφανίζονται στο φτωχότερο 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το 2002 καταγράφηκαν, περίπου, 6 εκατομμύρια θάνατοι από τον ιό HIV/AIDS, τη φυματίωση και την ελονοσία. Ενώ το παγκόσμιο ποσοστό των ανθρώπων χωρίς πρόσβαση σε βασικά φάρμακα έπεσε από το 50% το 1975 σε, περίπου, το 1/3 σήμερα, ο απόλυτος αριθμός των ανθρώπων που παραμένουν χωρίς πρόσβαση ανέρχεται σε σχεδόν 1,7 δισεκατομμύρια. Σε χώρες χαμηλού εισοδήματος, το μερίδιο των φαρμακευτικών προϊόντων που καταναλώνονται μειώθηκε από το 3,9% της παγκόσμιας κατανάλωσης το 1985, στο 2,9% το 1999. Σε ορισμένες από τις φτωχότερες χώρες στην Αφρική και την Ασία περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού εξακολουθεί να μην έχει την ενδεδειγμένη πρόσβαση. Στην Ινδία περίπου 50-65% του πληθυσμού, και στην Αφρική το ήμισυ σχεδόν του συνολικού πληθυσμού δηλ. περίπου το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού στερείται της δυνατότητας πρόσβασης. Δύο παράγοντες-φραγμοί στην πρόσβαση σε φαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ., οι οποίοι μπορούν να επηρεαστούν σημαντικά από τις δραστηριότητες των φαρμακευτικών εταιρειών, τόσο αυτών που παράγουν φάρμακα βασισμένα στην έρευνα, όσο και αυτών που παράγουν γενόσημα φάρμακα είναι δηλ. οι δυσβάσταχτες τιμές φαρμάκων ειδικά για τα νέα φάρμακα και η έλλειψη των νέων φαρμάκων Η σχέση μεταξύ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και της δημόσιας υγείας είναι περίπλοκη. Από τη μία πλευρά, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν είναι ο μόνος παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της πρόσβασης σε φαρμακευτική περίθαλψη. Άλλοι παράγοντες, όπως οι υποδομές και η επαγγελματική υποστήριξη, είναι εξίσου σημαντικοί. Αλλά, τουλάχιστον κατ΄ αρχήν, τα μονοπώλια των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας τοποθετούν τις εταιρείες κατόχους των εν λόγω διπλωμάτων σε θέση ισχύος η οποία τους επιτρέπει να καθορίζουν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, και αυτό μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη δυνατότητα/ικανότητα των οικονομικά αδύναμων να αγοράζουν φάρμακα. Από την άλλη πλευρά, οι φαρμακευτικές εταιρείες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας για την απόσβεση του κόστους της Ε&Α και την αποκόμιση κέρδους. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη φαρμακευτική βιομηχανία, δεδομένου του υψηλού κόστους της Ε&Α, και του γεγονότος ότι όταν το νέο φάρμακο έχει αναπτυχθεί, η μοριακή δομή του γίνεται δημοσίως γνωστή λόγω των κανονισμών για την έγκριση κυκλοφορίας και, ως εκ τούτου, οι ανταγωνιστές μπορούν να το αντιγράψουν εύκολα. Η βασισμένη στην έρευνα φαρμακευτική βιομηχανία υποστηρίζει ότι ένα ισχυρό παγκόσμιο σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι απαραίτητο για να εξακολουθήσει να ασκεί την ιδιαίτερα δαπανηρή επιχειρηματική δραστηριότητα της ανακάλυψης και ανάπτυξης νέων φαρμάκων.Τεκμήριο Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική και διαδικασίες προώθησης της γαλάζιας ανάπτυξης: η διασυνοριακή διάσταση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στην Mακροπεριφέρεια της Αδριατικής – ΙονίουΜπανούσης, Δημήτριος; Banousis, Dimitrios; Τσάλτας, Γρηγόρης Ι., 1950-; Καραγεώργου, Βασιλική Ι.; Πλατιάς, Χαράλαμπος, 1966-; Karageorgou, Vasiliki; Platias, Charalampos; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Η διατριβή εξετάζει την Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική και τις διαδικασίες προώθησης της γαλάζιας ανάπτυξης, με έμφαση στη διασυνοριακή διάσταση του Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού στην περιοχή της Μακροπεριφέρειας Αδριατικής – Ιονίου. Συνδυάζει τεχνικές, επιστημονικές και θεσμικές προσεγγίσεις, διερευνώντας τη σχέση μεταξύ των Ευρωενωσιακών πολιτικών για τις θαλάσσιες υποθέσεις και των αναπτυξιακών αποτελεσμάτων που αυτές παράγουν. Η διάρθρωση της διατριβής περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο, δύο κύρια μέρη και ένα κεφάλαιο συμπερασμάτων. Το εισαγωγικό κεφάλαιο καθορίζει τη μεθοδολογική προσέγγιση και τα ερευνητικά ερωτήματα. Το πρώτο μέρος αποσκοπεί στη συνολική θεσμική και εννοιολογική αποσαφήνιση των αντικειμένων της έρευνας, εξετάζοντας την εξέλιξη της ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής, της γαλάζιας ανάπτυξης, του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και της λειτουργίας των μακροπεριφερειακών στρατηγικών, με έμφαση στην περιοχή της Αδριατικής – Ιονίου. Το δεύτερο μέρος εμβαθύνει στα συμπεράσματα του πρώτου μέσω τριών ερευνητικών ενοτήτων - μελετών περιπτώσεων: (α) «Η κοινωνική οικονομία ως βασικός παράγοντας για την ενίσχυση της γαλάζιας ανάπτυξης», (β) «Εργασιακή ένταξη στην Ελληνική Δημοκρατία των Προσφύγων και/ή Αιτούντων Άσυλου, που νόμιμα διαμένουν στα κράτη – μέλη της ΕΕ, ωφελούμενων της Διεθνούς Προστασίας στα κράτη – μέλη της ΕΕ, μεταναστών που διαθέτουν άδεια διαμονής για τα κράτη – μέλη της ΕΕ: Η προοπτική της γαλάζιας οικονομίας και της γαλάζιας ανάπτυξης» και (γ) «Αξιολόγηση της σημαντικότητας των συμμετεχόντων στη διακυβέρνηση των θαλάσσιων υποθέσεων». Το κεφάλαιο των συμπερασμάτων συγκεντρώνει τα κύρια πορίσματα, προτείνει μέτρα πολιτικής για αποτελεσματικότερη διακυβέρνηση των θαλάσσιων υποθέσεων και επισημαίνει πεδία για περαιτέρω έρευνα.Τεκμήριο Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας (Κ.Π.Α.Α): τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. μπροστά στην προοπτική της ενοποίησης στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας: ο ρόλος της ευρωπαϊκής στρατηγικής κουλτούραςΚοκκορόγιαννης, Ευστάθιος; Κοππά, Μαριλένα; KOPPA, Marilena; Λάβδας, Κώστας Α., 1964-; Κολιόπουλος, Κωνσταντίνος, 1971-; Lavdas, Kostas Ant; KOLIOPOULOS, CONSTANTINOS; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025-05-25)Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ενοποίηση στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάστηκαν διεξοδικά τόσο οι τρόποι με τους οποίους προσεγγίζουν το παραπάνω θέμα οι κυριότερες θεωρίες των διεθνών σχέσεων - συμπεριλαμβανομένων των θεωριών της ευρωπαϊκής ενοποίησης - αλλά και ο ρόλος της στρατηγικής κουλτούρας όπως διαμορφωνόταν στο χρόνο και το εκάστοτε γεωπολιτικό περιβάλλον κυρίως δε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το μεθοδολογικό θεωρητικό πρότυπο που επιλέχτηκε για την εκπόνηση της παρούσας διατριβής είναι η θεωρία του Κονστρουκτιβισμού ενώ χρησιμοποιήθηκε σε εκτεταμένο βαθμό η υπάρχουσα βιβλιογραφία αλλά και η διαρκής παρακολούθηση και μελέτη των γεωπολιτικών εξελίξεων και του πολέμου στην Ουκρανία σε πραγματικό χρόνο. Η προσεκτική μεθοδολογική μελέτη, ανάλυση, σύγκριση και εξαγωγή συμπερασμάτων από όλες τις πηγές αποτέλεσε κύριο αντικείμενο και ενασχόληση για την εκπόνηση της συγκεκριμένης μελέτης. Αυτή δε έγινε σε τρία επίπεδα ανάλυσης: το επίπεδο του συστήματος (κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών- την πολιτική και οικονομική αλληλεξάρτησή τους), το επίπεδο του κράτους – μέλους της ΕΕ και τοεπίπεδο των υπευθύνων χάραξης πολιτικής (τρόπος σκέψης, βασικές πεποιθήσεις και προτεραιότητες). Κοινό στοιχείο στον τρόπο με τον οποίο οι θεωρίες των διεθνών σχέσεων προσεγγίζουν την προοπτική μιας Κοινής Πολιτικής Άμυνας και Ασφάλειας (Κ.Π.Α.Α.) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) είναι ο ρόλος του κράτους ως κυρίαρχος παράγοντας στις Διεθνείς Σχέσεις. Καμία θεωρία δεν απορρίπτει την σύγκλιση στον τομέα άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ, ωστόσο κάθε μια από αυτές συνηγορεί σε διαφορετικό βαθμό σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ οι θεωρίες που συγκριτικά ευνοούν περισσότερο την σύγκλιση είναι αυτές του Φιλελευθερισμού και ακόμη περισσότερο του Κονστρουκτιβισμού που επιλέχθηκε ως το μεθοδολογικό εργαλείο στην παρούσα μελέτη. Ο παράγοντας που καθορίζει και διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό την πολιτική στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας τόσο στο επίπεδο της ΕΕ όσο και στο επίπεδο των κρατών-μελών είναι η στρατηγική κουλτούρα. Για να δημιουργηθεί όμως μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα, απαιτείται μια αμφίδρομη διαδικασία όπου αφενός θα πρέπει να συγκλίνουν μεταξύ τους οι στρατηγικές κουλτούρες των κρατών-μελών οι οποίες έχουν δημιουργηθεί σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και συνθήκες, όσο και να αναπτυχθεί μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα στο επίπεδο των πολιτικών και στρατιωτικών δομών της ΕΕ που θα περιέχει τις επιμέρους κουλτούρες των κ-μ της ΕΕ. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη μιας κοινής στρατηγικής κουλτούρας έχει η αντίληψη και αξιολόγηση της απειλής. Οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία αποτυπώνονται στην μεταβολή της στρατηγικής κουλτούρας και της εθνικής πολιτικής των κ-μ της ΕΕ αλλά και της ίδιας της ΕΕ που ενήργησε άμεσα, με αποφασιστικότητα και ενότητα. Όταν καθόρισε και αξιολόγησε την απειλή που αποτελούσε για την Ευρώπη η Ρωσία, η ΕΕ έδρασε με ταχύτητα και ευελιξία και ξεπέρασε άμεσα εμπόδια και διαφωνίες, με τη δημιουργία εκείνων των δομών, των μηχανισμών και του νομοθετικού πλαισίου, που μετέτρεπαν σε πραγματικό χρόνο την πολιτική βούληση των κ-μ της ΕΕ σε αποφάσεις και δράσεις.Τεκμήριο Ανταγωνισμός, σύγκλιση, απόκλιση στο πλαίσιο της ΕΕ για τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορώνΒλάχου, Μαρία; Συρίγος, Άγγελος; Λάβδας, Κώστας Α., 1964-; Lavdas, Kostas Ant; Περράκης, Στέλιος Ε.; International, European and Area Studies (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2025)Η διδακτορική διατριβή μελετά τον βαθμό που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν επηρεαστεί από την ΕΟΚ/ΕΕ. Ξεκινά από τους λόγους ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και εντοπίζει ως σημαντικότερο λόγο την αναζήτηση της εθνικής ασφάλειας και την αποτροπή του τουρκικού κινδύνου. Σε αυτό το πλαίσιο η συμβολή της ΕΟΚ/ΕΕ αποδείχθηκε διαχρονικά σημαντική καθώς είναι σαφής η διαχρονική αντίθεσή της και η καταδίκη τουρκικών επιθετικών κινήσεων στο Αιγαίο και την Κύπρο, όπως διαφαίνεται μέσα από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και των άλλων θεσμών της ΕΕ. Παράλληλα εκτός από τις κατά καιρούς καταδίκες, η ΕΕ έχει τη δυνατότητα ασκήσεως ισχυρής επιρροής λόγω της οικονομικής εξαρτήσεως της τουρκικής οικονομίας από την ευρωπαϊκή οικονομία. Η Ευρώπη είναι αναγκαίος εταίρος για την Τουρκία. Στη διαχρονία των σχέσεων ΕΕ-Ελλάδας η αποτίμηση της ελληνικής πολιτικής, όσον αφορά τη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών, είναι θετική. Η Ελλάδα κατάφερε να προωθήσει τα εθνικά θέματα και κυρίως το Κυπριακό, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά το 1974. Όσον αφορά τις σχέσεις ΕΟΚ/ΕΕ-Τουρκίας στην διατριβή καταδεικνύεται ότι η ΕΟΚ/ΕΕ-Τουρκίας δεν στάθηκε ικανή ως κινητήρια πολιτική δύναμη να δεσμεύσει τη Τουρκία σε μια πορεία προοδευτικής σύγκλισης με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αυτό οφείλεται αφ’ ενός στην ατελή ικανότητα της ΕΟΚ/ΕΕ να πείσει την Τουρκία και αφ’ ετέρου στις άνευ εφαρμογής ρητορικές και πολιτικές δεσμεύσεις της Τουρκίας. Η απόφαση των 15 μελών της ΕΕ να αποδώσουν το 1999 στην Τουρκία την ιδιότητα του υποψηφίου μέλους, θεωρήθηκε από ευρωπαίους πολιτικούς και διανοητές εσφαλμένη. Οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην Τουρκία και την ΕΕ είναι ανυπέρβλητες καθ΄ όσον προϋπόθεση της ένταξης είναι η ταύτιση του τρόπου σκέψης και των αξιών που συνιστούν ουσιαστικά στοιχεία της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Στη διατριβή στη συνέχεια αναλύεται η στάση της Τουρκίας μετά την απόφαση του Ελσίνκι το 1999 με την οποία έγινε αποδεκτή η ενταξιακή πορεία της χώρας. Οι Τούρκοι πολιτικοί είχαν δεχθεί τότε στο σύνολό του το κείμενο της Ευρωπαϊκής Προεδρίας, γεγονός που άρχισε να αναδεικνύει την ΕΕ σε μια πολιτική δύναμη η οποία δεσμεύει και σταθεροποιεί την Τουρκία στα ευρωπαϊκά πρότυπα ώστε να εξελιχθεί σε ένα θετικό παράγοντα στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της ΕΕ. Όμως η Τουρκία τελικώς από το Συμβούλιο του Ελσίνκι έως σήμερα όχι μόνο απέτυχε στη σύγκλισή της με την ΕΕ αλλά οι σχέσεις της οδηγήθηκαν σε επιδείνωση και μετά σε τελμάτωση. Φτάνοντας στο σήμερα το κυρίαρχο ερώτημα που τίθεται είναι αν είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας η ένταξη της Τουρκίας ως πλήρες μέλος. Η απάντηση είναι αρνητική. Η Τουρκία θα είναι από πλευράς πληθυσμού το μεγαλύτερο κράτος στην ΕΕ. αυτό σημαίνει ότι θα έχει ίσο μερίδιο εξουσίας και ισχύος με τα άλλα μεγάλα κράτη (Γαλλία Γερμανία). Η αναβάθμιση αυτή σε συνδυασμό με την ηγεμονική αντίληψη της Τουρκίας θα έσβηνε την ήδη μικρή δυνατότητα παρεμβάσεως της ΕΕ στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Βασική διέξοδος της χώρας παραμένει μια πειστική αποτροπή που θα συνίσταται σε ισχυρές συμμαχίες ΕΕ, Γαλλία, ΝΑΤΟ, Ισραήλ, και πλήρη αποκατάσταση της ισορροπίας ισχύος, ο συνδυασμός αυτών των δύο θα αποτελέσουν τη βάση για την επίτευξη μιας βιώσιμης ειρήνης.Τεκμήριο «Μεταναστευτικές-προσφυγικές ροές στην ΝΑ Μεσόγειο,2015-2021: ανάλυση διαβάθμισης κινδύνων σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το διεθνές πρότυπο διαχείρισης κινδύνων ISO 31000:2018»Παράσχη, Αικατερίνη; Υφαντής, Κώστας; Κοππά, Μαριλένα; Καραγιαννοπούλου, Χαρά; Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (2024-12-02 11:46:50)Η Ελλάδα είναι το πλέον εκτεθειμένο κράτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνείς μεταναστευτικές - προσφυγικές ροές κυρίως, λόγω της ιδιαίτερης γεωγραφικής θέσης της στο γεωπολιτικό υποσύστημα της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της αδυναμίας της ΕE να συστήσει ένα επαρκές και αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης των μεταναστευτικών - προσφυγικών ροών. Το κεντρικό ερώτημα της εργασίας είναι κατά πόσο η αύξηση των μεταναστευτικών - προσφυγικών ροών συνεπάγεται κινδύνους για την ελληνική κοινωνία. Σκοπός της διατριβής είναι να εντοπίσει και να αναλύσει τους κινδύνους που προκύπτουν σε εθνικό επίπεδο λόγω της αύξησης των μεταναστευτικών - προσφυγικών ροών από υπηκόους τρίτων χωρών κατά την περίοδο 2015-2021. Πρόκειται για μια έρευνα που εστιάζει στις προκλήσεις και τους κινδύνους που μπορεί να επηρεάσουν την κοινωνική συνοχή, την ασφάλεια και τις εθνικές πολιτικές. Η σκοπιμότητα της διατριβής εστιάζει στην υποβολή προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα αποτελεσματικών προτάσεων στρατηγικής διαχείρισης των κινδύνων. Παράλληλα, επικεντρώνεται στην εύρεση λύσεων αναφορικά με την αποτροπή των μεταναστευτικών ροών, την διαχείριση τους στο εσωτερικό καθώς και στην ομαλή ενσωμάτωση των πληθυσμών αυτών στην ελληνική πραγματικότητα. Επιπρόσθετα, ένας άλλος βασικός στόχος είναι το άνοιγμα ενός νέου πεδίου συζήτησης και η προσφορά νέων αναλύσεων και συζητήσεων για περαιτέρω «τροφοδότηση» του διαλόγου σχετικά με τη διαχείριση της παράτυπης μετανάστευσης. Για την ανάδειξη και διαβάθμιση των κινδύνων, αξιοποιήθηκε το Διεθνές Πρότυπο Διαχείρισης Κινδύνου ISO 31000:2018. Πρόκειται για μια αναγνωρισμένη διεθνώς μέθοδο, η οποία εστιάζει στην αναγνώριση, ανάλυση και αξιολόγηση των κινδύνων, υπό το πρίσμα της σπουδαιότητας, της πιθανότητας εκδήλωσης, της ενδεχόμενης επίδρασης σε περίπτωση εκδήλωσης, εν προκειμένω στην ελληνική κοινωνία, καθώς και στους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων αυτών. Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι το δημογραφικό και η εισαγωγή ξένων πολιτισμικών στοιχείων, υπονομεύουν σταδιακά την εθνική και κοινωνική συνοχή της χώρας. Επίσης, ο θρησκευτικός και εθνικιστικός φονταμενταλισμός, οι μη διαχειρίσιμες καταστάσεις, καθώς και η αδυναμία προσαρμογής των πολιτικών και κοινωνικών δομών στα νέα δεδομένα, επηρεάζουν την εσωτερική ασφάλεια του κράτους. Επιπρόσθετα, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν οι κίνδυνοι που αφορούν στη τρομοκρατία και στη δράση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, κίνδυνοι που ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια των ασύμμετρων απειλών. Τέλος, κυρίως μετά το 2020 η Τουρκία χρησιμοποιεί τις μεταναστευτικές – προσφυγικές ροές ως εργαλείο για την άσκηση γεωπολιτικής πίεσης και επίτευξης των εθνικών της στόχων.Τεκμήριο Ειδικές ανακριτικές πράξεις για την αντιμετώπιση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων: πολιτική και πράξη στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας στην ΕΕΑρναουτίδης, Παναγιώτης; Τσόλκα, Όλγα; Περράκης, Στέλιος; Λίβος, Νίκος; Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (2024-02-10 20:01:14)Διακηρυγμένος στόχος της ΕΕ είναι να καταστεί Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης. Υπαρκτή απειλή για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η δράση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες εκμεταλλεύονται την άρση εσωτερικών συνόρων και ελέγχων εντός της Ένωσης για να εγκαθιδρύσουν, αναπτύξουν και διευρύνουν τις παράνομες δραστηριότητές τους. Οι σχετικές Εκθέσεις της Europol και της Eurojust, που παραθέτουν στοιχεία για τη δράση των διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων, περιγράφουν το σημαντικό μέγεθος του προβλήματος σε επίπεδο ΕΕ. Μολονότι η δικαστική και αστυνομική συνεργασία αποτελεί πολιτική της Ένωσης μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, μορφές αυτής απαντούν ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, με πρωταρχικό μέλημα τη δικονομική αντιμετώπιση της δράσης των διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων. Η παρούσα διατριβή εξετάζει το πώς εν προκειμένω διαπλέκεται η ουσιαστική με τη δικονομική αντιμετώπιση των οργανώσεων αυτών, πώς αναπτύσσεται διαχρονικά η πολιτική της Ένωσης στον ειδικότερο τομέα των ειδικών ανακριτικών πράξεων και πώς αυτή υλοποιείται στην πράξη σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Κατ΄ αρχάς αναλύεται το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο της δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ. Ακολουθεί η προσέγγιση των ενωσιακών κανόνων τόσο για τον ομοιόμορφο ορισμό της έννοιας της εγκληματικής και τρομοκρατικής οργάνωσης στην ΕΕ, όπως και των εγκλημάτων που συνδέονται με αυτές, όσο και εκείνων που θέτουν την υποχρέωση στα κράτη μέλη για τη θέσπιση ειδικών ανακριτικών πράξεων. Σχετικά διερευνάται η συμμόρφωση των κρατών μελών προς τις ενωσιακές επιταγές, αλλά και οι επιπτώσεις της παρατηρούμενης πολυμορφίας των εθνικών ρυθμίσεων στην επίτευξη των οικείων σκοπών της Ένωσης. Ειδικότερα, εξετάζονται οι προϋποθέσεις διενέργειας των ειδικών ανακριτικών πράξεων, υπό το πρίσμα (και) της προστασίας των δικαιωμάτων του καθ’ ου, με επισκόπηση της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ. Περαιτέρω, βασικό αντικείμενο έρευνας αποτελεί η διενέργεια των πράξεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στο πλαίσιο των ενωσιακών θεσμών διασυνοριακής/διεθνικής συλλογής αποδείξεων (Κοινές Ομάδες Έρευνας, Ευρωπαϊκή Εντολή Έρευνας) καθώς και η προς τούτο συμβολή των οργάνων δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας στην ΕΕ (ιδίως Europol και Eurojust, αλλά και Ευρωπαϊκή Εισαγγελία). Συναφώς αποτιμάται η αποτελεσματικότητα αυτών στην πράξη. Για τη δε θεραπεία των κενών της ενωσιακής νομοθεσίας προτείνεται η λήψη μέτρων σε ενωσιακό επίπεδο που θα συμβάλλουν -ισόρροπα- σε μια αποτελεσματικότερη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων στο χώρο της Ένωσης, στο παραδεκτό των δια αυτών συλλεγέντων αποδείξεων και στη διασφάλιση μιας πληρέστερης προστασίας των δικαιωμάτων του καθ’ ου. Παράλληλα, σε εθνικό επίπεδο, εξετάζονται οι ισχύοντες ποινικοδικονομικοί κανόνες διενέργειας ειδικών ανακριτικών πράξεων στο πλαίσιο της ενωσιακής δικαστικής και αστυνομικής συνεργασίας για την αντιμετώπιση διεθνικών εγκληματικών και τρομοκρατικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Σχετικά, εξετάζεται ο βαθμός και η ποιότητα ενσωμάτωσης των σχετικών ενωσιακών κανόνων στην εσωτερική μας έννομη τάξη, αναδεικνύονται οι προκλήσεις που παρατηρούνται ως προς την ομαλή συνεργασία των αρμοδίων εθνικών αρχών με τις αντίστοιχες άλλων κρατών μελών της ΕΕ και προτείνονται ενέργειες για την αντιμετώπισή τους.Τεκμήριο Η μειονοτική πολιτική του Ελευθερίου ΒενιζέλουΚολλάρος, Βασίλειος Ν.; Συρίγος, Άγγελος; Τούντα-Φεργάδη, Αρετή; Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, 1966-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η ζωή και το έργο του Ελευθερίου Βενιζέλου αποτελούσε ανέκαθεν πόλο έλξης για τους ιστορικούς ερευνητές. Μια άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή του πολιτικού του έργου, η οποία έχει αναλυθεί αποσπασματικά και όχι με τη μορφή μιας ολοκληρωμένης μελέτης, αφορά τον τρόπο αντίληψης και αντιμετώπισης των μειονοτήτων από τον Βενιζέλο. Το εν λόγω κενό στην ελληνική βιβλιογραφία ευελπιστεί να καλύψει η παρούσα επιστημονική εργασία. Επομένως, η μειονοτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου είναι το θέμα της συγκεκριμένης διδακτορικής διατριβής. Η έρευνα γύρω από τη μειονοτική πολιτική του Βενιζέλου καλύπτει μια από τις πιο σημαντικότερες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Με αφετηρία τα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας (1898), όταν ο Κρητικός πολιτικός εισήλθε στον πολιτικό στίβο, προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αποτέλεσαν τις βασικές συνιστώσες της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Με την ανάλυση της τελευταίας κυβερνητικής τετραετίας του, 1928-1932, ολοκληρώνεται η έρευνα γύρω από τον Βενιζέλο και τις μειονότητες. Η τριβή του Βενιζέλου, με πληθυσμιακές ομάδες, που ενστερνίζονταν διαφορετικές φυλετικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές αντιλήψεις, ξεκίνησε πριν ακόμα ο ίδιος ενταχθεί στην πολιτική. Ο Βενιζέλος γεννήθηκε στην οθωμανική Κρήτη· επομένως η επαφή του με το μουσουλμανικό στοιχείο του νησιού καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη του για το «Άλλο». Ο ίδιος προσδιόρισε, τουλάχιστον στα πρώτα στάδια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, με διαφορετικά κριτήρια, σε σχέση με τον υπόλοιπο πολιτικό κόσμο, τον όρο μειονότητα. Η πολιτική του στάση έναντι των μειονοτήτων επηρεάστηκε καθοριστικά από τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της Κρητικής Πολιτείας, ενώ, όσον αφορά την προοδευτικότητά της, ξεπερνούσε το μειονοτικό δίκαιο της εποχής. Η βενιζελική μειονοτική σκέψη διαμορφώθηκε την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας και παρέμενε αναλλοίωτη μέχρι το 1920. Η παράδοση της Κρητικής Πολιτείας, αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των μειονοτήτων από τον Βενιζέλο, συνεχίστηκε και μετά την άφιξη του στο ελεύθερο ελληνικό Βασίλειο. Η εδαφική επέκταση της Ελλάδας, απόρροια των Βαλκανικών Πολέμων, έφερε την ελληνική διοίκηση αντιμέτωπη με ένα πλήθος αλλογενών, αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων μειονοτήτων (Μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Σλαβόφωνοι, Βλαχόφωνοι). Ο Βενιζέλος χειρίστηκε τη μειονοτική «πλημμυρίδα» των Βαλκανικών Πολέμων με γνώμονα το εθνικό συμφέρον της χώρας. Εν ολίγοις, άσκησε μια φιλελεύθερη μειονοτική πολιτική, η οποία είχε ως επιστέγασμα την παροχή καθεστώτος ισονομίας και ισοπολιτείας στους νέους υπηκόους του ελληνικού κράτους, «ανεξαρτήτως θρησκεύματος και φυλής». Η έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το ξέσπασμα του Εθνικού Διχασμού ανέστειλαν την εφαρμογή της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα 1919-1920, η φιλελεύθερη πολιτική του Βενιζέλου, απέναντι στις μειονότητες, θα ξεπεράσει σε προοδευτικότητα ακόμα και το παράδειγμα της Κρητικής Πολιτείας. Η βαθύτερη αιτία πίσω από αυτήν τη διαλλακτική πολιτική, βρισκόταν στο γεγονός ότι η Μεγάλη Ιδέα του έθνους άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Τη στιγμή που τα μειονοτικά ζητήματα αναδείχθηκαν σε μια από τις βασικές προτεραιότητες του μεταπολεμικού κόσμου, ο Βενιζέλος προσπάθησε να πείσει τους ισχυρούς του Συνεδρίου Ειρήνης των Παρισίων ότι πρώτον, η Ελλάδα ήταν ικανή να διοικήσει αλλογενείς πληθυσμούς και δεύτερον, ότι οι εν Ελλάδι μειονότητες δεν ήταν υπήκοοι δεύτερης κατηγορίας. Η Συνθήκη των Σεβρών δεν δημιούργησε μόνο την Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών αλλά την κατέστησε επίσης μειονοτική δύναμη, υπό την έννοια ότι ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της Νέας Ελλάδας αποτελούνταν από αλλοεθνείς, με διαφορετική γλώσσα και θρήσκευμα. Το 1906, ο Βενιζέλος από την Κρήτη τόνιζε το πλεονέκτημα που θα αποκτούσε η Ελλάδα έναντι των υπόλοιπων βαλκανικών κρατών, αν κατάφερνε να κερδίσει την εύνοια των μειονοτήτων που κατοικούσαν στις προς ενσωμάτωση περιοχές, κυρίως της μουσουλμανικής. Αποτελεί σημαντική παράμετρο της παρούσας μελέτης η συσχέτιση ανάμεσα στο τρίπτυχο, Βενιζέλος – Μειονότητες – Μεγάλη Ιδέα. Οι μειονότητες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της πρακτικής εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας. Ο Κρητικός πολιτικός υπήρξε ο πρώτος, ο οποίος συνέδεσε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας με την ισότιμη και ισόνομη αντιμετώπιση των μειονοτήτων. Ωστόσο, η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και η έλευση ενάμισι εκατομμυρίου ομογενών προσφύγων επηρέασαν βαθύτατα τη βενιζελική μειονοτική πολιτική. Ο Βενιζέλος της Λωζάννης, έθεσε ως προτεραιότητα της ελληνικής πλευράς, εκτός των άλλων, την απομάκρυνση των μουσουλμάνων της Ελλάδας, ώστε να διευκολυνθεί η εγκατάσταση των ομογενών. Η προηγούμενη ρητορική του, για τον ρόλο των μειονοτήτων, στο πλαίσιο της Μεγάλης Ελλάδας των Σεβρών, εγκαταλείφθηκε μια για πάντα, δεδομένου ότι το όραμα της Μεγάλης Ιδέας είχε ήδη εκπνεύσει. Με την επιστροφή του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο και την ανάληψη της πρωθυπουργίας το 1928, η βενιζελική μειονοτική πολιτική μετατοπίστηκε προς περισσότερο άκαμπτες θέσεις. Η στροφή προς μια πολιτική αφομοίωσης - ενσωμάτωσης των μειονοτήτων υπήρξε απόρροια του γενικότερου οικονομικού και κοινωνικού κλίματος του Μεσοπολέμου. Συν τοις άλλοις, την επιθυμία για εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους, διαδέχτηκε η πολιτική βούληση της δημιουργίας συνθηκών εθνικής ολοκλήρωσης - ομοιογένειας, εντός των καθαρά εθνολογικών ορίων του ελληνικού κράτους. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι μειονότητες έπρεπε να αποδείξουν τα πατριωτικά τους αισθήματα, γεγονός που τις έφερε σε σύγκρουση με την πολιτική του Βενιζέλου (βλ. το παράδειγμα με τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης). Τέλος, η βενιζελική μειονοτική πολιτική δεν υπήρξε ενιαία, καθ’ όλη την πολιτική πορεία του Κρητικού πολιτικού, αλλά προσαρμοζόταν ανάλογα με το πληθυσμιακό μέγεθος κάθε μειονότητας, την πολιτική της σημασία, τα ιδιαίτερα πολιτικά δεδομένα κάθε εποχής, το διεθνές περιβάλλον και τις προτεραιότητες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικήςΤεκμήριο Έρευνα και διάσωση: ρυθμιστικό πλαίσιο και προβλήματα εφαρμογής στο Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική ΜεσόγειοΚοροντζής, Τρύφων Χ.; Τσάλτας, Γρηγόρης Ι., 1950-; Περράκης, Στέλιος Ε., 1948-; Συρίγος, Άγγελος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Στην διατριβή εξετάζονται λεπτομερώς τα ζητήματα έρευνας και διάσωσης στο χώρο του Αιγαίου Πελάγους, έχοντας ως βάση το υφιστάμενο διεθνές και εθνικό νομικό πλαίσιο, εστιάζοντας στα σημεία σύμφωνα με τα οποία ανατέθηκε στην Ελλάδα η άσκηση αρμοδιότητας της έρευνας και διάσωσης στο FIR Αθηνών. Επίσης εξετάζονται οι υπηρεσίες έρευνας και διάσωσης που παρέχει η Ελλάδα στο χώρο του Αιγαίου Πελάγους, τα νέα συστήματα που έχουν αναπτυχθεί για τον έλεγχο της θαλάσσιας κυκλοφορίας, τα οποία συνδράμουν την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα, τις αμφισβητήσεις της Τουρκίας στις αρμοδιότητες που ασκεί η Ελλάδα σε θέματα έρευνας και διάσωσης στο FIR Aθηνών, προβλήματα που δημιουργούνται από τις αμφισβητήσεις αυτές και οι εξελίξεις μετά την αναθεώρηση του Παραρτήματος 12 της Σύμβασης του Σικάγο. Ακόμη περιγράφεται πως αναπτύσσεται η έρευνα και διάσωση από τις αρμόδιες αρχές των κρατών της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και συγκεκριμένα από την Κύπρο. Ιδιαίτερα η εξέταση εφαρμογής της έρευνας και διάσωσης από την Κύπρο είναι πολύ σημαντική. Αυτό γιατί από το 1974 το βόρειο τμήμα της Κύπρου είναι υπό κατοχή από την Τουρκία, και η τελευταία έχει οριοθετήσει ως ζώνη ευθύνης της για παροχή υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης σε αεροπορικά και ναυτικά ατυχήματα με δηλωσή της το 1989 στον ΙΜΟ, μέρος της Μαύρης Θάλασσας, τμήμα του Αιγαίου ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού και μέρος της ανατολικής Μεσογείου, με το κατεχόμενο τμήμα της βόρειας Κύπρου και τμήμα του FIR Λευκωσίας (Nicosia). Στο πλαίσιο αυτό η διατριβή αναπτύσσεται σε τρία μέρη τα οποία περιέχουν τα εξής κεφάλαια: Στο πρώτο μέρος τα εξής τρία κεφάλαια: Α.- Τις δικαιοδοσίες και αρμοδιότητες στον εθνικό εναέριο χώρο. Β.- Την οριοθέτηση του εναέριου χώρου και ειδικότερα την αποτύπωση του ελληνικού εναέριου χώρου διεθνώς και τις αμφισβητήσεις της Τουρκίας στο συγκεκριμένο θέμα. Γ.- Τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας και πιο συγκεκριμένα τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας στις περιοχές πληροφόρησης πτήσεων. Στο δεύτερο μέρος τα εξής τέσσερα κεφάλαια: Α.-Την παροχή υπηρεσιών αεροπορικής και θαλάσσιας έρευνας και διάσωσης από την Ελλάδα. Β.-Την οργάνωση των υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης στην Ελλάδα. Γ.- Την οργάνωση των υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης στην Τουρκία. Δ.-Τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τα τελευταία σαράντα χρόνια, έχοντας ως αφετηρία το έτος 1974, οπότε η Τουρκία άρχισε να εφαρμόζει αναθεωρητική πολιτική έναντι της Ελλάδας. Στο τρίτο μέρος αναπτύσσεται το κεφάλαιο σχετικά με την παροχή υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, και ειδικότερα πως αυτές αναπύσσονται στην Κύπρο καθώς και το καθεστώς για το FIR της Λευκωσίας. Τέλος η διατριβή ολοκληρώνεται με την παράθεση συμπερασμάτων που προέκυψαν από την ανάπτυξη της.Τεκμήριο Η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο ρόλος των χωρών της ανατολικής ΜεσογείουΚότταρη, Μαρία Ν.; Σιδέρης, Δημήτριος; Παπάζογλου, Χρήστος; Μαστρογιάννης, Τάσος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Στόχος της παρούσας διατριβής αποτελεί η εις βάθος κατανόηση της δομής και της εξέλιξης της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Η ενέργεια υπήρξε ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η ανάγκη για μια συνεκτική ενεργειακή πολιτική της ΕΕ γίνεται, όμως, πιο επιτακτική όταν το ενεργειακό σύστημα της ΕΕ αρχίζει να εξαρτάται από ενεργειακές πηγές τρίτων χωρών. Με βάση τη θεωρία περί ασφάλειας της Σχολής της Κοπεγχάγης, που κινείται σε ένα ευρύτερο διεπιστημονικό πλαίσιο και αναλύει την έννοια της ασφάλειας υπό το πρίσμα όχι μόνο στρατιωτικών αλλά, και οικονομικών, πολιτικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων, η Διατριβή αυτή αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των θεμάτων που σχετίζονται με την ενέργεια, ορίζει την έννοια της ενεργειακής ασφάλειας και πως αυτή αναπτύσσεται στα πλαίσια της ΕΕ. Γίνεται, επίσης, κριτική αξιολόγηση του ιστορικού και θεσμικού πλαισίου της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και ορίζονται οι κύριες συνιστώσες διαμόρφωσης των στόχων και των προτεραιοτήτων της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ. Οι εξωτερικές ενεργειακές σχέσεις αποτελούν βασικό τομέα της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ και χαρακτηρίζονται , σε μεγάλο βαθμό, από τις διαφορές και τις αποκλίνουσες εθνικές ενεργειακές επιδιώξεις μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Αυτή η Διατριβή αξιολογεί τη στρατηγική που εφαρμόζεται για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της ΕΕ μέσω της διεξοδικής μελέτης και ανάλυσης των μέσων που χρησιμοποιούνται (Νότιος Διάδρομος ΦΑ) για τη διασφάλιση του εφοδιασμού της ΕΕ σε Φυσικό Αέριο, με απώτερο στόχο τη διαφοροποίηση των πηγών και των οδών εφοδιασμού. Εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό, η περιπτωσιολογική μελέτη (case study) της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και εξετάζεται η συμβολή της στους στόχους της διαφοροποίησης των πηγών και των οδών ανεφοδιασμού της ΕΕ με ΦΑ και της επέκτασης του ευρωπαϊκού ενεργειακού κεκτημένου. Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις επιδιώξεις της ΕΕ που σχετίζονται με την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού ,συμπεριλαμβανομένων των εναλλακτικών οδών και πηγών εφοδιασμού και των έργων υποδομής. Στην περιοχή αυτή, όμως, υπάρχουν μακροχρόνια ζητήματα ασφάλειας και η ενέργεια προσθέτει ένα νέο παράγοντα. Η Διατριβή μελετά τις αντιδράσεις της ΕΕ προκειμένου να εξασφαλίσει τα ενεργειακά της συμφέροντα στην περιοχή και να προωθήσει τα αμοιβαία πλεονεκτήματα μιας περιφερειακής ενεργειακής συνεργασίας.Τεκμήριο Ο θεσμός της θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας στο σύγχρονο δίκαιο της θάλασσας:η περίπτωση της Ελλάδας: σχετικές ιδιαιτερότητες και προβλήματα του Αιγαίου ΠελάγουςΜπούρτζης, Τηλέμαχος Ν.; Τσάλτας, Γρηγόρης Ι., 1950-; Περράκης, Στέλιος Ε.; Ραυτόπουλος, Ευάγγελος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η διατριβή εξετάζει τη Θαλάσσια Επιστημονική Έρευνα ως τμήμα του συγχρόνου πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, επιχειρώντας ένα συνδυασμό νομικών, επιστημονικών και θεσμικών προσεγγίσεων. Η διάρθρωση της διατριβής περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό στο αντικείμενο κεφάλαιο, δύο κύρια μέρη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά στο διεθνές επίπεδο και το δεύτερο στην ειδική περίπτωση της Ελλάδας και του αιγαιακού χώρου και ένα συμπερασματικό κεφάλαιο. Το πρώτο μέρος υπό τον τίτλο «Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ο Θεσμός της Θαλάσσιας Επιστημονικής Έρευνας», επιχειρεί μία συνολική προσπάθεια θεσμικής καταγραφής και αξιολόγησης ειδικοτέρων ζητημάτων που αφορούν στη Θαλάσσια Επιστημονική Έρευνα, τόσο εντός του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας όσο και εντός συγγενών ειδικευμένων κλάδων. Η ανάλυση του δευτέρου μέρους λαμβάνει ειδικότερο χαρακτήρα επικεντρώνοντας στην Ελλάδα και επιχειρώντας την προβολή των κανόνων και εξελίξεων που αναπτύχθηκαν στο πρώτο μέρος ως προς τη θεσμική μεταφορά και αποτύπωση. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτεροι παράγοντες με ειδική ελληνική εφαρμογή όπως τα περιφερειακά πλαίσια συμμετοχής με ερευνητικές αναφορές (Ευρω-ενωσιακό και Μεσογειακό) και το, στην ειδικότερη εξέταση του Αιγαίου Πελάγους, ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Σημαντικό στοιχείο του δευτέρου μέρους αποτελεί η καταγραφή των ελληνικών θεσμών διεξαγωγής Θαλάσσιας Επιστημονικής Έρευνας αλλά και η αναδρομή στην ιστορία του κλάδου και η σύνδεση του με τα σχετικά διεθνή και εσωτερικά θεσμικά στοιχεία.Τεκμήριο Η δημιουργία κρατών στη σύγχρονη διεθνή δικαιοταξίαΚαλλία, Μαρία Ηλ.; Περράκης, Στέλιος Ε.; Μπρεδήμας, Αντώνιος Π., 1942-; Χρυσοχόου, Δημήτρης Ν., 1970-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Σκοπός της παρούσης διδακτορικής διατριβής είναι να διακριβώσει πότε μία οντότητα συνιστά κράτος υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, ποιές είναι οι προϋποθέσεις που οφείλει να πληροί ώστε να τεκμαίρεται η κρατική υπόσταση, καθώς και ποιοί είναι οι σύννομοι τρόποι δημιουργίας ενός κράτους. Αποπειράται να απαντήσει στο καίριο ερώτημα εάν το διεθνές δίκαιο εμπεριέχει αρχές, κριτήρια και κανόνες που να ρυθμίζουν τη δημιουργία και την αναγνώριση των κρατών, αλλά να υπαγορεύουν και τη μη-αναγνώριση ορισμένων οντοτήτων. Η κρατική δημιουργία είναι πραγματικό ή δικαιικό γεγονός; Ποιός είναι ο ρόλος της αυτοδιάθεσης στη διαδικασία σχηματισμού ενός νέου κράτους; Ποιά η λειτουργία της αναγνώρισης σε αυτό το πλαίσιο; Και ποιό το καθεστώς μίας οντότητας η οποία στερείται νομιμότητας εν τη γενέσει της; Το τελευταίο αυτό ερώτημα οδηγεί αυτομάτως σε αρκετά ακόμη: Υπάρχει ιεραρχική σχέση ανάμεσα στην αρχή της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών -και άρα του uti possidetis juris- και στην αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών κατά τη μετα-αποικιοκρατική εποχή; Ή μήπως αρχίζει να διαφαίνεται ένα «δικαίωμα διορθωτικής απόσχισης» σε εξαιρετικές περιστάσεις; Εάν είναι έτσι, σε ποιές περιπτώσεις μπορεί να υποστηριχτεί ένα τέτοιο «δικαίωμα» και από ποιόν; Ουσιαστικά, επιχειρείται η εκ βάθρων ανάλυση του κράτους ως δικαιικού γεγονότος σε άμεση συνάφεια με την πραγματικότητα.Τεκμήριο Διεθνές δίκαιο και κλιματική πολιτική: η έννοια της προσαρμογής και η εφαρμογή της στην περίπτωση των μικρών αναπτυσσομένων νησιωτικών κρατών (SIDS)Μαυρογένης, Σταύρος Θ.; Τσάλτας, Γρηγόρης Ι., 1950-; Περράκης, Στέλιος Ε.; Ραυτόπουλος, Ευάγγελος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η διατριβή αφορά την ανάλυση του πυλώνα της προσαρμογής από τη σκοπιά του Διεθνούς Δικαίου του Περιβάλλοντος και της Ανάπτυξης. Η μελέτη εξειδικεύεται στην περίπτωση των Μικρών Νησιωτικών Αναπτυσσόμενων Κρατών και συμπεριλαμβάνει την ανάλυση έρευνας πεδίου η οποία έλαβε χώρα στα Τόνγκα, το Μπαρμπάντος και τις Σεϊχέλες.Τεκμήριο Η σχέση επιστήμης και πολιτικής στη διαδικασία διαπραγμάτευσης διεθνών περιβαλλοντικών καθεστώτων: η περίπτωση του καθεστώτος του Μεσογειακού Πρωτοκόλλου σχετικά με τη ρύπανση από χερσαίες πηγές και δραστηριότητες (1980/1996)Καΐλης, Αλέξανδρος Κ.; Ραυτόπουλος, Ευάγγελος; Τσάλτας, Γρηγόρης; Περράκης, Στέλιος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015-03-31)Η διατριβή πραγματεύεται ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που επηρεάζουν, σε μεγάλο βαθμό, την ανάπτυξη, εξέλιξη και τελική έκβαση των διεθνών περιβαλλοντικών διαπραγματεύσεων - τη σχέση επιστήμης και πολιτικής. Ο κύριος στόχος της διατριβής είναι να διερευνήσει, να αξιολογήσει και να ερμηνεύσει βασικές πτυχές της σχέσης επιστήμης και πολιτικής που αναπτύσσεται στη διαπραγματευτική διαδικασία διεθνών περιβαλλοντικών συμφωνιών, μέσα από τη χρήση θεωρητικών προσεγγίσεων και προτάσεων που απορρέουν από σημαντικές θεωρίες των διεθνών διαπραγματεύσεων και τους επιστημονικούς κλάδους της φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας και ιστορίας της επιστήμης. Στο πλαίσιο αυτό, τίθενται προς διερεύνηση οι ακόλουθοι επιμέρους στόχοι: α) η εκτίμηση της συνεισφοράς της μεταβλητής-επιστήμη στην ανάπτυξη και λειτουργία των τριών βασικών σταδίων των διεθνών περιβαλλοντικών διαπραγματεύσεων (προ-διαπραγμάτευση, διαπραγμάτευση, επαναδιαπραγμάτευση), β) η διερεύνηση των συνθηκών και προϋποθέσεων στη βάση των οποίων η εν δυνάμει συνεισφορά της μεταβλητής επιστήμης σε μια περιβαλλοντική διαπραγματευτική διαδικασία θα μπορούσε να μετουσιωθεί σε επιρροή στο πλαίσιο της ανάπτυξης των πολυδιάστατων πολιτικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στην εν λόγω διαπραγμάτευση, γ) ο προσδιορισμός των θεμελιωδών παραγόντων και παραμέτρων που καθορίζουν τον βαθμό και την έκταση της επίδρασης της επιστημονικής εμπειρογνωμοσύνης στη λειτουργία, εξέλιξη και τελική έκβαση μιας διεθνούς περιβαλλοντικής διαπραγμάτευσης, και δ) η ολοκληρωμένη ανάλυση και εκτίμηση της σχέσης επιστήμης και πολιτικής, όπως αυτή αναπτύσσεται και εξελίσσεται στο πλαίσιο της διαπραγματευτικής διαδικασίας ενός συγκεκριμένου διεθνούς περιβαλλοντικού καθεστώτος - του Καθεστώτος σχετικά με την Προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη Ρύπανση από Χερσαίες Πηγές και Δραστηριότητες (1980/1996)Τεκμήριο Η θεωρία του κονστρουκτιβισμού στη μελέτη της ευρωπαϊκής ενοποίησηςΚοντουδάκη, Αικατερίνη Φρ.; Χρυσοχόου, Δημήτρης Ν., 1970-; Στεφάνου, Κωνσταντίνος Α.; Τσινισιζέλης, Μιχάλης Ι., 1956-; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η διδακτορική διατριβή εξετάζει την κονστρουκτιβιστική στροφή στη μελέτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και ειδικότερα τη συμβολή της στην κατανόηση της διαδικασίας διαμόρφωσης ευρωπαϊκής πολιτείας στα πλαίσια μιας συμμετοχικής δημόσιας σφαίρας. Στη σύγχρονη θεωρητική συζήτηση για την Κοινότητα γίνεται ολοένα και πιο συχνά επίκληση σε έννοιες όπως η διαβούλευση, η δημόσια ρητορική, η εσωτερίκευση νορμών, η άσκηση της πειθούς, η κοινωνικοποίηση, η αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Επιπλέον, η ίδια η διαδικασία της ενοποίησης αναδεικνύει μια νέα διαλεκτική διαμόρφωσης ενός σύνθετου συστήματος κρατών και πολιτών, καθώς με το πέρασμα του χρόνου μεταβάλλεται η φύση τόσο του γενικού συστήματος, όσο και των μονάδων που το απαρτίζουν. Σε αυτό το δυναμικό περιβάλλον, η θεωρία του κονστρουκτιβισμού εμφανίζεται ως ιδιαίτερα επίκαιρη χωρίς ακόμη, όμως, να έχει αποτυπωθεί συνολικά η ποιοτική συμβολή της στη μελέτη του ενοποιητικού φαινομένου. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι: «Σε ποια έκταση και με ποιους τρόπους οικοδομείται μια νέα πολιτεία στην Ευρώπη;». Η απάντηση βρίσκεται στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές οντολογίες της διαδικασίας, με την κονστρουκτιβιστική θεωρία να εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην ανάδυση νέων συλλογικών νορμών και κανόνων, στη συμβιωτική σχέση μεταξύ πολλαπλών ταυτοτήτων και, εν γένει, στην οικοδόμηση νέων μορφών πολιτικής κοινότητας, στη διαμόρφωση των οποίων επιδρούν σημαντικά οι ιδέες, η γλώσσα και ο «λόγος» (discourse) στα πλαίσια της πολιτικής και κοινωνικής επικοινωνίας μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών, κρατών και πολιτών. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η διατριβή στοχεύει να διερευνήσει τους τρόπους διαμόρφωσης κυρίαρχων αντιλήψεων καθώς και συγκρότησης συλλογικών ταυτοτήτων στην ΕΕ, οι οποίες θα μπορούσαν να συνθέσουν μια αξιόπιστη κονστρουκτιβιστική πρόταση για την απόδοση μιας κανονιστικής αντίληψης αλλά και αποστολής στις λειτουργίες που καλείται να επιτελέσει σήμερα η ευρωπαϊκή πολιτεία. Η προστιθέμενη αξία του Κονστρουκτιβισμού στη μελέτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης αναγνωρίζεται στην απόπειρα κοινωνιολογικής θεμελίωσης του κλάδου καθώς και αναγνώρισης της ενεργού συμμετοχής του ερμηνευτή στα πολιτικά αποτελέσματα («θεωρία ως πρακτική»), θέτοντας κριτικά ερωτήματα της μορφής «πώς συμβαίνουν τα πράγματα», πώς τα νοήματα παράγονται και αποδίδονται στα διάφορα κοινωνικά υποκείμενα/αντικείμενα, συγκροτώντας ιδιαίτερες ερμηνευτικές προδιαθέσεις που δημιουργούν κάποιες δυνατότητες ενώ αποκλείουν άλλες. Σε επίπεδο μεθοδολογίας, υιοθετείται μια συνθετική και δυναμική κοινωνιολογική προσέγγιση, μια διεπιστημονική και αναστοχαστική θεώρηση που αντλεί από τη φιλοσοφία της Κοινωνικής Επιστήμης, τις Διεθνείς Σχέσεις, την κριτική κοινωνική θεωρία, τις θεωρίες της ενοποίησης και τις θεωρίες επικοινωνίας και ΜΜΕ. Προκειμένου να εξεταστούν οι βασικές παραδοχές του Κονστρουκτιβισμού στη μελέτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να στοιχειοθετηθεί η ερμηνευτική συμβολή του, στο Εισαγωγικό Μέρος (ΚΕΦ. 1-2) της διατριβής παρουσιάζεται το γνωσιοθεωρητικό υπόβαθρό του στις Κοινωνικές Επιστήμες, η κοσμοθεωρία του σε οντολογικό και επιστημολογικό επίπεδο και έπειτα στις Διεθνείς Σχέσεις, μέσω μιας γενεαλογίας της διεθνούς θεωρίας. Στο Κύριο Μέρος (ΚΕΦ. 3-8) της διατριβής, εξετάζεται η κοινωνική κατασκευή της Ευρώπης. Παρουσιάζονται, επίσης, σε αντίστιξη, οι παραδοσιακές προσεγγίσεις που εστιάζουν στο ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας αναζητώντας τι αντιπροσωπεύει, και ο Κονστρουκτιβισμός που επιχειρεί να συμβάλλει στην κατανόηση του πώς κατασκευάζεται, συνδέοντάς την με το ζήτημα της νομιμοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου αλλά και αναδιφώντας πόσο πολιτική είναι αυτή σε σχέση με τις εθνικές μορφές ταυτότητας. Στη διατριβή εξετάζονται τόσο πρωτογενείς όσο και δευτερογενείς πηγές και παρατίθενται μελέτες περίπτωσης που απομακρύνονται από τη μονομερή εστίαση στις δομές ή στους δρώντες της ενοποίησης για να επικεντρωθούν στην ίδια τη διαδικασία της ευρωπαϊκής συγκρότησης. Οι ευρωπαϊκές διαδικασίες μεσολάβησης και κατασκευής διυποκειμενικού νοήματος, τα κυρίαρχα «καθεστώτα αλήθειας» ως διαρθρωμένα σύνολα ιδεών από τα οποία αντλούν οι δρώντες, η πρακτική της κοινωνικοποίησης στο ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον, οι νέες γνωσιακές δομές που συνδέονται με την υπό ανάδυση ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, η κοινωνική κατασκευή της γνώσης στο πλαίσιο της επικοινωνιακής πολιτικής της ΕΕ, οι διαλεκτικές οπτικές για την ΕΕ και ο ρόλος των επιστημονικών κοινοτήτων αποτελούν τις κύριες συνιστώσες του κονστρουκτιβιστικού επιχειρήματος υπέρ της κοινωνικής κατασκευής της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Στο τελευταίο μέρος (ΚΕΦ. 9) της διατριβής παρατίθενται τα ευρήματά της και επιχειρείται η αποτίμηση της συμβολής της θεωρίας του Κονστρουκτιβισμού στη μελέτη της ευρωπαϊκής ενοποίησης καθώς και μια κριτική. Η διατριβή ολοκληρώνεται με τη Βιβλιογραφία και τα Παραρτήματα.Τεκμήριο Η διαμόρφωση του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης: η περίπτωση των Ελληνικών Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ)Σταμούλης, Σπυρίδων Π.; Πασσάς, Αργύρης Γ.; Φουντεδάκη, Πηνελόπη Ν.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Ζητούμενο για την παρούσα διατριβή αποτελεί η κατανόηση της ενοποιητικής διαδικασίας στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτή η διαδικασία δεν εξελίσσεται αυτόνομα από τα κράτη-μέλη, αφού η ΕΕ επιφυλάσσει για αυτά κεντρική θέση στο ενωσιακό οικοδόμημα. Για το λόγο αυτό στα ερωτήματα συμπεριλαμβάνονται και οι πολιτικές που αναπτύσσονται στην Ελλάδα για τα ελληνικά Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ). Στο ευρωπαϊκό επίπεδο η εκπαιδευτική πολιτική εξελίσσεται ιστορικά μέσα από τον προωθητικό ρόλο του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και διαχρονικά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η εξέλιξη των πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, όπως και η διαδικασία της Μπολόνιας, επιβεβαιώνουν την ιστορική νεο-θεσμική προσέγγιση. Πολλές φορές τα κράτη-μέλη, παρά το γεγονός ότι αποφασίζουν με κύριο γνώμονα τα συμφέροντά τους, υφίστανται τις συνέπειες της αυτόνομης δράσης των ευρωπαϊκών θεσμών, την οποία δεν μπορούν να απομονώσουν ούτε να περιορίσουν. Άρα οι ευρωπαϊκές πολιτικές, ανεξάρτητα αν έχουν αφετηρία το ενωσιακό σύστημα ή δανείζονται ένα μέρος του, διαμορφώνουν την ατζέντα των μεταρρυθμίσεων των κρατών-μελών στον τομέα της εκπαίδευσης και ειδικά στην ελληνική περίπτωση στα ΤΕΙ. Από τη συλλογή και μελέτη του πραγματολογικού υλικού της παρούσας διατριβής προκύπτει ότι αυτές οι επιδράσεις αποκάλυψαν τις αδυναμίες των ΤΕΙ και δημιούργησαν ερεθίσματα και πιέσεις για αλλαγές με σκοπό τον εκσυγχρονισμό του θεσμού, που τελικά οδήγησαν στην ένταξή τους στην ελληνική Ανώτατη Εκπαίδευση. Αυτό ωστόσο δεν συνεπάγεται ότι μεταβάλλεται ο τρόπος παραγωγής των πολιτικών. Το ελληνικό κράτος ακόμη και σήμερα αδυνατεί να κατανοήσει τις επιδράσεις και λειτουργίες του ευρωπαϊκού θεσμικού και πολιτικού συστήματος σε όλες του τις διαστάσεις. Ως εκ τούτου παράγει πολιτικές με ένα αντιδραστικό τρόπο (reactive policy style), χωρίς να διαβουλεύεται (consensus relationship) επαρκώς με την ακαδημαϊκή κοινότητα και τους φορείς της. Ταυτόχρονα εμφανίζεται να είναι και ανίσχυρο (weak state), αφού πρώτον δεν καταφέρνει να επιβάλει τη θέλησή του (imposition relationship) στα οργανωμένα συμφέροντα και δεύτερον να υλοποιήσει τις πολιτικές του στην πράξη μέσα από την καθημερινή λειτουργία των ιδρυμάτων. Τα ΤΕΙ, παρά τη θετική τους συνεισφορά στην πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, ακόμη και σήμερα αποτελούν εναλλακτική μόνο επιλογή για σπουδές στην ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Την ευθύνη για αυτή την εξέλιξη έχει το ελληνικό πολιτικό σύστημα και ειδικότερα τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, που χρησιμοποίησαν τα ΤΕΙ για να συντηρήσουν και να ενισχύσουν τις «οριζόντιες» και «κάθετες» πελατειακές σχέσεις. Το ελληνικό κράτος θεωρεί το θεσμό των ΤΕΙ υποδεέστερο αυτών των Πανεπιστημίων και είναι αμφίβολο αν δέχεται τη χρησιμότητα του. Ωστόσο εξαιτίας του βραχυπρόθεσμου τρόπου που λειτουργεί, αδυνατεί να υπολογίσει τις συνέπειες που μπορεί να έχει μια δραστική αλλαγή και για το λόγο αυτό επιλέγει εμβαλωματικές λύσεις.Τεκμήριο Πολιτική ιδεολογία και θρησκευτικές κοινότητες: οι μουσουλμανικές κοινότητες σε Γαλλία, Ολλανδία και ΕλλάδαΠαρασκευά-Γκίζη, Ελισάβετ; Χειλά, Ειρήνη; Ρούσσος, Σωτήρης; Ρουμελιώτης, Παναγιώτης; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η συγκεκριμένη διατριβή εξετάζει το φαινόμενο της μετανάστευσης, ιδίως των μουσουλμάνων μεταναστών και τις πολιτικές προεκτάσεις αυτού στις συγκεκριμένες κοινωνίες υποδοχής τους, σε άμεση σχέση με το σύγχρονο διεθνές περιβάλλον. Συγκεκριμένα, βασικά ζητήματα μελέτης αποτελούν: α) η σχέση θρησκείας και πολιτικής στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, β) ο ρόλος της θρησκείας (Ισλάμ) ως δρώντας και ως παράγοντας επιρροής και λήψης αποφάσεων, δ) οι μουσουλμάνοι μετανάστες στην Ευρώπη και η ανάδειξή τους σε ζήτημα ασφάλειας και δ) η θέση των μουσουλμάνων μεταναστών ως εγχώριας μεταβλητής, σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική των χωρών υποδοχής τους. Η μελέτη, η οποία βασίστηκε στην εκτενή μελέτη και αναφορά του πρωτογενούς υλικού, καθώς επίσης και της σχετικής βιβλιογραφίας, αρθρώνεται σε δύο κύρια μέρη (θεωρία, περιπτωσιολογικές μελέτες) και ακολουθούν οι γενικές επισημάνσεις. Στο πρώτο μέρος αναπτύσσεται μια σύνθετη ανάλυση του θεωρητικού υποβάθρου της σχέσης της θρησκείας με την πολιτική, στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων, εν είδει ερμηνευτικού εργαλείου για τις επί μέρους περιπτωσιολογικές μελέτες, που ακολουθούν στο δεύτερο μέρος. Η διατριβή, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης των τριών περιπτωσιολογικών μελετών, εστιάζει στη θέση ότι θρησκεία δεν μπορεί να εντάσσεται μόνο σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, αλλά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών, ψυχολογικών και πολιτικών διαστάσεων. Έτσι, υπό αυτήν τη σφαιρική αντίληψη, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η θρησκεία, ως στοιχείο της κοινής ταυτότητας, μπορεί να αποτελέσει σημείο σύγκλισης και αναφοράς με πολυποίκιλες απόρροιες, όπως αυτήν του ακραίου εθνικισμού, στα πλαίσια της περιχαράκωσης της εθνικής ταυτότητας και όπως αυτήν της προσχώρησης σε φονταμενταλιστικά κινήματα, στα πλαίσια της προάσπισης της εκάστοτε θρησκείας. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι το Ισλάμ και η δι-εθνική διάσταση του ισλαμικού μεταναστευτικού φαινομένου κατέχει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης δομής και λειτουργίας των κοινωνιών και στις τρεις ανωτέρω περιπτωσιολογικές μελέτες. Γεγονός, που έχει άμεσο αντίκτυπο σε ζητήματα, όπως αυτά της εθνικής ταυτότητας και της ομογενοποιημένης κοινωνικής συνοχής, τα οποία τέθηκαν υπό αμφισβήτηση, αναδεικνύοντας εναργέστερα την ανάγκη νέων ενταξιακών μοντέλων. Ειδικότερα, ένα διευρυμένο μοντέλο εθνικού προσδιορισμού, βάσει της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας είναι δυνατόν να λειτουργεί εξομαλυντικά στην έντονη αντίληψη της αίσθησης «Εμείς» και οι «Άλλοι», συμβάλλοντας σε μια ευνοϊκότερη συμβίωση των μουσουλμάνων μεταναστών με τους γηγενείς κατοίκους.Τεκμήριο Ενδογενείς δυναμικές στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική ΈνωσηΚολοκυθά, Αγγελική Δ.; Μαστρογιάννης, Αναστάσιος; Παπάζογλου, Χρήστος; Σιδέρης, Δημήτριος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η παρούσα διατριβή πραγματεύεται την υπόθεση των ενδογενών δυναμικών των κριτηρίων της θεωρίας των Άριστων Νομισματικών Περιοχών, με εφαρμογή στις αρχικές χώρες της ΟΝΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Φινλανδία). Πρόκειται για τις δυναμικές που δημιουργούνται στο πλαίσιο των νομισματικών ενώσεων ούτως ώστε οι χώρες που συμμετέχουν σε αυτές να ικανοποιούν ύστερα από την ένταξή τους, σύμφωνα με τη θεωρία, τα προαπαιτούμενα κριτήρια για αποκόμιση οφέλους από την ένταξη σε μια νομισματική ένωση. Παρουσιάζονται δύο διαστάσεις, ήτοι η ιστορική/θεωρητική θεώρηση του ζητήματος και η εμπειρική, και κατά συνέπεια, υφίστανται δύο μέρη ανάλυσης. Στο πρώτο μέρος γίνεται θεωρητική μελέτη των καθεστώτων συναλλαγματικών ισοτιμιών και αναδρομή στην ιστορία των νομισματικών ενώσεων, εξήγηση της θεωρίας των επιχειρηματικών κύκλων και επισκόπηση της θεωρίας των Άριστων Νομισματικών Περιοχών, με έμφαση στο επιχείρημα των ενδογενών δυναμικών. Στο δεύτερο μέρος, πραγματοποιείται εμπειρική προσέγγιση του ζητήματος των ενδογενών δυναμικών στην ΟΝΕ, με οικονομετρική ανάλυση των επιχειρηματικών κύκλων και της συσχέτισής τους μεταξύ των χωρών της ΟΝΕ αλλά και άλλων χωρών του ΟΟΣΑ. Εν συνεχεία πραγματοποιείται περαιτέρω διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της αύξησης του εμπορίου και του συγχρονισμού των επιχειρηματικών κύκλων, με σκοπό να διαπιστωθεί εάν η οποιαδήποτε αύξηση στη συσχέτιση των επιχειρηματικών κύκλων των χωρών στην ΟΝΕ σχετίζεται με την αύξηση των εμπορικών ροών. Τέλος, εξετάζονται οι τάσεις στην κινητικότητα των προσώπων εντός της ΟΝΕ. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι διακρίνονται ενδογενείς δυναμικές στην ΟΝΕ, αλλά οι δυναμικές της παγκοσμιοποίησης φαίνεται να είναι ισχυρότερες και πιθανόν να υπερκαλύπτουν ή να συμπίπτουν με τις ενδογενείς δυναμικές. Είναι γεγονός πάντως ότι, εάν η ΟΝΕ πράγματι εξασφαλίσει θεσμικά τη διασφάλισή της από ασύμμετρες διαταραχές τότε, πιθανόν μετά από ορισμένα χρόνια, τα αποτελέσματα των ενδογενών δυναμικών να είναι περισσότερο ορατά και διακριτά από τις δυναμικές της παγκοσμιοποίησης.Τεκμήριο Les droits des demandeurs d'asile dans l'UE et leur condition en droit comparé (France, Grèce)Κουτσουράκη, Ελένη Ι.; Περράκης, Στέλιος Ε.; Decaux, Emmanuel; Andrade, José H. Fischel de (José Henrique Fischel); Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η κρίση του δικαίου ασύλου στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί προς το παρόν θέμα επαναλαμβανόμενων ανησυχιών. Εκτός από αυτή, οι άνθρωποι που αναζητούν προστασία στο «χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» της Ένωσης αντιμετωπίζουν μια νέα κρίση, αυτή του δικαιώματος στο άσυλο. Κατόπιν αυτή της διαπίστωσης, κρίθηκε σκόπιμο να ερευνήσουμε τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου (ΚΕΣΑ). Συγκεκριμένα, πρόκειται για τη μελέτη της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων εν όψει των εμποδίων πρόσβασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις διαδικασίες ασύλου των κρατών μελών της, τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων ασύλου και τα δικαιώματα που έχουν οι αιτούντες κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Η προστασία των δικαιωμάτων αυτών, εκτός από το παραδοσιακό πρόβλημα της εφαρμογής διεθνών δεσμεύσεων σε εθνικό επίπεδο, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο περιφερειακό σύστημα και μια διφορούμενη εναρμόνιση. Μέσα από τη μελέτη των δικαιωμάτων, η έρευνα αυτή έχει ως στόχο να καταδείξει τις αιτίες της κρίσης και να προτείνει πιθανές λύσεις προσανατολισμένες στο σεβασμό του διεθνούς δικαίου για την εκτόνωση της κρίσης, ώστε να συμβάλει στη βελτίωση της κατάστασης των αιτούντων άσυλο στον ευρωπαϊκό χώρο. Για το σκοπό αυτό, η προσέγγισή μας είναι επίσης συγκριτική επειδή η εξέταση δύο συγκεκριμένων παραδειγμάτων αποτελεί εργαλείο ανάλυσης, προβληματισμού καθώς και αξιολόγησης του ΚΕΣΑ, το οποίο άρχισε να κατανέμει το βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του μηχανισμού του Δουβλίνου πριν εναρμονιστούν οι διαδικασίες για την εξέταση των αιτημάτων ασύλου και οι συνθήκες υποδοχής στα κράτη μέλη. Μια ανάλυση συγκριτικού δικαίου δύο κρατών μελών, της Γαλλίας και της Ελλάδας, κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να αναδειχθούν οι τρέχουσες προκλήσεις της ευρωπαϊκής εναρμόνισης στον τομέα του ασύλου και οι προκλήσεις για την προστασία των δικαιωμάτων.Τεκμήριο Περί βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης στην εποχή της ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής πάλης: προσεγγίσεις από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίουΚωτσίνα, Ελένη Δ.; Περράκης, Στέλιος Ε.; Σισιλιάνος, Λίνος-Αλέξανδρος; Μαρούδα, Μαρία-Ντανιέλλα; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Δεδομένων των εξελίξεων στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή και της πίεσης που ασκήθηκε σε επιμέρους δικαιώματα του ανθρώπου, σε μια προσπάθεια προστασίας από τη συνεχιζόμενη τρομοκρατική απειλή, η παρούσα μελέτη επιχειρεί να εξετάσει τη χρήση βασανιστηρίων και ανάλογων πρακτικών στο προαναφερθέν πλαίσιο. Επιχειρείται να δοθεί απάντηση στο αν η προσπάθεια, αφενός δημιουργίας ενός νομικού κενού αναφορικά με τις προστασίες και εγγυήσεις που (δε) δικαιούνται οι συλληφθέντες στο πλαίσιο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και αφετέρου ανάπτυξης δικαιολογητικών βάσεων αναφορικά με τη προσφυγή σε ανακριτικές τεχνικές που ενδέχεται να συνιστούν ακόμα και βασανιστήρια, μαρτυρούν, ένα υπαρκτό κενό στα μέχρι πρότινος ισχύοντα, το οποίο δεν είχε εντοπιστεί και αποκαλύφθηκε, με αφορμή τη «νέα» απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας και τις προκλήσεις αντιμετώπισής της ή συνιστούν ξεκάθαρη προσπάθεια υπονόμευσης και διαστρέβλωσης του νομικού και θεσμικού πλαισίου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί; Εξετάζεται, επίσης, τι σημαίνει στη πράξη για το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της απαγόρευσης των βασανιστηρίων και ανάλογων πρακτικών, όπως αυτό ίσχυε τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η ανάπτυξη συγκεκριμένων πρακτικών και πολιτικών στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή. Εκτός από την επιχειρούμενη απάντηση στα ως άνω διατυπωθέντα ερωτήματα, η επιδιωκόμενη προστιθέμενη αξία της παρούσας εργασίας, έγκειται στη μελέτη των memoranda πάνω στα οποία βασίστηκε η τότε κυβέρνηση Bush, προκειμένου να αναπτύξει πολιτικές και πρακτικές, οι οποίες οδήγησαν στο βασανισμό και στη κακομεταχείριση πλήθους ατόμων.Τεκμήριο Μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων και διαχείριση γνώσης στις κρίσεις: η περίπτωση των Ενόπλων ΔυνάμεωνΔιαμαντόπουλος, Χρήστος, Α.; Ευρυβιάδης, Μάριος ; Χειλά, Ειρήνη; Παπασωτηρίου, Χαράλαμπος; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Η παρούσα διατριβή, στα αρχικά της κεφάλαια, ολοκληρώνει την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναφορικά με τη διαχείριση κρίσεων και τη διαχείριση γνώσης. Μετέπειτα, με βάση πρωτογενείς πηγές που αφορούν την Ελλάδα και δευτερογενείς πηγές σχετικά με την Τουρκία, αναλύεται η εξωτερική πολιτική Ελλάδας και Τουρκίας, τα εξοπλιστικά τους προγράμματα και ο τρόπος με τον οποίο οι δυο πλευρές διαχειρίζονται τις κρίσεις. Ακολούθως, ολοκληρώνεται η ανάλυση των κρίσεων του 1987 και 1996 (Σισμίκ και Ίμια), μέσα από την οποία εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα για τη διαχείριση κρίσεων και τη διαχείριση γνώσης στις κρίσεις από την ελληνική πλευρά. Ως προς την Ελλάδα, όλα τα παραπάνω υποστηρίζονται από συνεντεύξεις ανώτατων πολιτικών και στρατιωτικών προσωπικοτήτων που μετείχαν στις εν λόγω κρίσεις, ως λήπτες αποφάσεων και ως διαμορφωτές της πολιτικής. Πρόκειται για πρόσωπα, όπως ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, Γεράσιμος Αρσένης, ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (κατά την κρίση του 1996), Ναύαρχος (ε.α.), Χρήστος Λυμπέρης, ο Αρχηγός του Πολεμικού Ναυτικού, (κατά την κρίση του 1996), Ναύαρχος (ε.α.) Ιωάννης Στάγκας, ο Α’ Υπαρχηγός του ΓΕΕΘΑ, Στρατηγός (ε.α.) Στυλιανός Παναγόπουλος, οι Πτέραρχοι (ε.α.) Γεώργιος Σκαρλάτος (Υπαρχηγός Πολεμικής Αεροπορίας) και Ευάγγελος Γεωργούσης (Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Εκπάιδευσης), ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Μιχάλης Ιγνατίου και ο Αντισυνταγματάρχης (ε.α.), αναλυτής και εκδότης, Σάββας Καλεντερίδης.
