Μεταπτυχιακές εργασίες
Μόνιμο URI για αυτήν τη συλλογήhttps://pandemos.panteion.gr/handle/123456789/9
Περιήγηση
Πρόσφατες Υποβολές
Τεκμήριο Το ενεργές κράτος πρόνοιας και η επίδραση του στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόλησηΛειβαδινού, Δέσποινα; Νικολοπούλου-Στεφάνου, Ηρώ; Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2006)Τεκμήριο Ο ακυρωτικός έλεγχος υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α.Λουκά, Μαριάνθη; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Public Administration (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2008)Τεκμήριο Το δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας καθώς και να ζητά και την εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης κατ' άρθρο 6 παρ. 3 εδάφιο δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ΑνθρώπουΜπαλατσού, Ελένη; Τσόλκα, Όλγα Β.; Παπανεοφύτου, Αγάπιος; Κριτσέλη, Ευγενία Α.; Sociology (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2006)Τεκμήριο Οι ειδικές ανακριτικές πράξεις του άρθρου 253Α Κ.Π.Δ. παρ. 1, εδ. γ και δ για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίαςΠετρόπουλος, Νικόλαος; Τσόλκα, Όλγα Β.; Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2008)The title of this paper is «The special interrogational techniques of the article 253A, par. 1, quotation (c) and (d) of the Code of Criminal Procedure for combating organised crime and terrorism». It aims at describing the techniques themselves as well as dealing with the issues arising from their application within the Greek legal order. It is not contested that during the past years, the confrontation of both organised crime and terrorism related issues has become a matter of great importance for most countries all over the world. In particular, terrorism has grown a major priority for the international community following the dreadful terrorist attacks that took place in the U.S.A, in September 2001. A thorough look into the increase of organised criminality rate indicates that criminal activity is being burgeoned both on national as well as on international level. Moreover, organised crime is mainly characterised by the following peculiarities: sophisticated infrastructure, cross border activity, apportionment of responsibilities and other ways of action that used to be unusual for the so-called «traditional» criminal. As a result, international community searched intensively for effective ways of action in order to prevent and suppress organised crime. The first significant reaction was the conclusion of the Palermo Treaty, signed by many countries including Greece. Responding to the commitments deriving from the Treaty, Greece adopted Law 2928/2001, adding a new article into the Code of Penal Procedure, article 253A, titled «Special interrogational techniques». These techniques were first used in cases of organised crime. Three years later, Greece adopted Law 3251/2004 integrating into the Greek national law the framework decisions concerning the European Arrest Warrant and terrorism confrontation. Under its provisions, the special interrogational techniques of article 253A were also applied for the terrorist acts described in article 187A of Penal Code. However, a major concern relates to the restrictions that these techniques may cause to personal liberties and rights. The present paper, which is divided into three separate chapters, presents analytically two out of five special interrogational techniques referred in article 253A i.e.: a) Revocation of communication cover b) Record of activity (image or/and voice) Part of this paper deals with the definitions of terrorism and organised crime, while going through the potential links between these two phenomena. A thorough presentation of all five special interrogational techniques themselves is also included, mainly regarding their main characteristics and the prerequisites, for their conduct , while it is also made an analytical reference to the gaps and deficiencies of the existing legal framework that regulates these techniques. Moreover, a comprehensive description of the probative restrictions is also included, while a significant part of the paper is devoted to the relationship between the conduct of the special interrogational techniques and the potential violation of fundamental rights of the individual in the light of both the Greek constitution and the European Convention for Human Rights. Needless to say that this paper does not aim to go through the general topic of crime suppression, so it is mainly limited to a presentation of these techniques as tools of the confrontation of both terrorism and organised crime. Lastly, the paper indicates that we should mainly focus on the achievement of a balance between security and freedom, which will guarantee two important issues: the protection of our society from the threat deriving from the phenomena of organised crime and terrorism but also the preservation of people’s vested rights from unauthorized assumption.Τεκμήριο Απεργία στις δημόσιες επιχειρήσεις και τους οργανισμούς κοινής ωφέλειαςΠέτσα, Αριστέα; Ληξουριώτης, Γιάννης Δ.; Κουκουλές, Γιώργος Φ.; Αγαλλοπούλου-Ζερβογιάννη, Πηνελόπη Χ.; Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2008)The goal of the present paper was, on the one hand, the description of the legal framework with regard to the exercise of the right to strike in public organizations and common welfare companies, and, on the other hand, the analysis and critique of this legal framework, as well as of its functioning in action, through the conclusion of the case -law and the theoretical approaches. In particular, initially we referred to the concept of “common wealth organization” and we showed that with the passing of time, this concept was developed so as to include not only public organizations, but also companies functioning solely on private criteria, be them national or foreign, seeing that an important criteria is the nature of the services provided, that is, whether they serve with their functioning basic needs of society and not their legal status or the legal framework that dictates their functioning. Furthermore, we stated the prerequisites of the legal exercise of this right in the common wealth companies, which are more strict than those in force for the exercise of this right in “common” companies, since the goal of the legislator is, taking under consideration the importance that these companies bear for the satisfaction of the basic needs of society, to make sure that during the strike these companies will continue to satisfy, if not all, at least the elementary needs of society. These needs, which companies have to cover in case of strikes, are molded with the agreement for the setting of the security staff with negotiations. It should be stated that the prerequisites needed to be satisfied for the legal exercise of the strike in these companies are the obligation to announce to the employer, the Miniser of Labor and the Competent Minister the requests of the strike at least four (4) days before the initiation of the strike, the invitation of the employer to participate to the public debate and the obligation to provide personnel to cover not only the safety needs of the company, but also the elementary needs of the society. These prerequisites are additional to those in force for the legal exercise of the right of strike in the “common” companies, so the strikers should abide by all of them. Subsequent to the prerequisites of the legal exercise of the strike, we examined the effects of an illegal strike, that is to say a strike for which not all the prerequisites were satisfied, to the legal position of the strikers, i.e. the set-off of the leave days with the days of the striker’s absence of his employment as a result of his taking part in an illegal strike etc. Finally, we tried to make a comparison between the legal framework of Greece and that of France, Spain and Great Britain, in order to demonstrate the similarities, if any, and the differences.Τεκμήριο Η απάτη με ηλεκτρονικό υπολογιστή: το άρθρο 386 Λ του Ποινικού ΚώδικαΓκιόκας, Ιωάννης; Παπανεοφύτου, Αγάπιος; Γενικό Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2007)Τεκμήριο Η αυτεπάγγελτη (αστυνομική) προανάκριση : τα όρια της ανακριτικής δράσης του σώματος της Ελληνικής ΑστυνομίαςΡουσοχατζάκης, Εμμανουήλ; Τσόλκα, Όλγα Β.; Παπανεοφύτου, Αγάπιος; Κριτσέλη, Ευγενία Α.; Γενικό Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2006)Τεκμήριο Η συμβολή της ειδικής υπηρεσίας επιθεωρητών περιβάλλοντος (Ε.Υ.Ε.Π) στη προστασία του περιβάλλοντοςΠαπαϊωάννου, Αικατερίνη; Μέλισσας, Δημήτρης Κ.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γενικό Τμήμα Δικαίου (Πάντειον Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2006)Τεκμήριο Ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματολογίας: μεθοδολογικά ζητήματαΓεωργοπούλου, Σπυριδούλα Α.; Χάνος, Αντώνιος; Στράγγας, Ιωάννης; Παπαχαραλάμπους, Χάρης; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Ξεκινώντας από την διερεύνηση του εγκληματικού φαινόμενου μέσα σε μία κοινωνία και στην προσπάθεια να εξεταστεί ένα από τα πιο δύσκολα «μονοπάτια» της εγκληματολογίας αναζητούνται τρόποι προσέγγισης του λεγόμενου «σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας» ή όπως αλλιώς λέγεται της αφανούς εγκληματικότητας. Έχοντας ως αφετηριακή σκέψη ότι η ίδια η μεθοδολογία της εγκληματολογίας αποτελεί τρόπο του προσδιορισμού του σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας, το βασικό ερώτημα είναι αν τελικά ο σύγχρονος εγκληματολόγος μπορεί να καταλήξει με τα μεθοδολογικά εργαλεία που διαθέτει, σε έναν ακριβή και ασφαλή προσδιορισμό του λεγόμενου σκοτεινού αριθμού της εγκληματικότητας που θα έχει ως αποτέλεσμα να «ελεγχθεί»—ως έναν βαθμό — η εγκληματικότητα σε μία δεδομένη χρονική στιγμή σε έναν τόπο, να διαφανεί η πραγματική διάσταση αυτής και εν τέλει να δοθούν ουσιαστικές απαντήσεις στην ανάλυση του εν γένει εγκληματικού φαινομένου, ήτοι του εγκληματία– δράστη, του θύματος, των κοινωνικών δομών, των βιολογικών– ψυχολογικών παραγόντων, των τρόπων αντιμετώπισής του, καθώς και της αντεγκληματικής προληπτικής ή κατασταλτικής λειτουργίας και των μέσων σωφρονισμού.Τεκμήριο ΧΘΔΕΕ και ΕΣΔΑ: η μεταξύ τους σχέση στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η κανονιστική τους σημασία στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνηςΚορμπή, Ιωάννα Δ.; Τσόλκα, Όλγα Β.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α.; Περράκης, Στέλιος Ε.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον ευρωπαϊκό χώρο επιτυγχάνεται σε δύο διακριτά αλλά παραλλήλως λειτουργούντα νομικά πλαίσια. Αφενός στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και αφετέρου στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η συνύπαρξη αυτή και η κατ΄ επέκταση ταυτόχρονη ισχύς δύο διαφορετικών νομικών κειμένων, γεννά ερωτήματα σχετικά με τη μεταξύ τους σχέση, την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή τους. Αναμφίβολα η νομολογία των δύο Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων (ΕΔΔΑ και ΔΕΕ) δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές. Ωστόσο μία ουσιαστικότερη και σαφέστερη λύση, όπως είναι η Προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΕΣΔΑ, κρίνεται αναγκαίαΤεκμήριο Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της διοικητικής δικαιοσύνης υπό το φως της νομολογίας στο Στρασβούργο: η ελληνική ανταπόκρισηΑγορίτσα, Βασιλική Ν.; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Καραγιώργου, Βασιλική; Κουτνατζής,Στυλιανός; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίο (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Η επιρροή της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αποδειχθεί καταλυτική για τις εθνικές έννομες τάξεις, ακόμα και σε ζητήματα που εκ πρώτης άποψης φαντάζουν αμιγώς «εσωτερικά», όπως η διάρκεια της δίκης, την οποία η ΕΣΔΑ αναγόρευσε σε ειδικότερη πτυχή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η παρούσα μελέτη αναφέρεται στο ζήτημα αυτό, επ’ αφορμή της διαπίστωσης από το Δικαστήριο του Στρασβούργου του συστημικού προβλήματος καθυστέρησης των δικών που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ. Ειδικότερα, αφού προηγηθεί η ανάλυση του θεμελιώδους δικαιώματος στην πλήρη, αποτελεσματική και σύντομη δικαστική προστασία σε εσωτερικό και ευρωπαϊκό δίκαιο, γίνεται η οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 6 και 13 της ΕΣΔΑ, αναδεικνύεται η σημασία της ταχύτητας στην απονομή της δικαιοσύνης και αναπτύσσονται η έννοια του ευλόγου χρόνου, το εναρκτήριο σημείο αυτού και τα τέσσερα κριτήρια, τα οποία το Στρασβούργο θέτει ως παραμέτρους για να εκτιμήσει την υπέρβαση αυτού. Επίσης παρουσιάζεται και η πρώτη απόφαση-πιλότος του ΕΔΔΑ για την Ελλάδα με την οποία διαπιστώθηκε ακριβώς το δομικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά διοικητικά δικαστήρια ως προς την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, θα γίνει αναφορά στο ρόλο της εντός του κράτους αποτελεσματικής προσφυγής για την διαπίστωση της υπέρβασης του ευλόγου χρόνου και θα παρουσιασθεί το παράδειγμα της Ελλάδας, η μεγάλη καθυστέρηση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης και τα γενικά και ειδικά νομοθετικά μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος, κυρίως υπό το φως της νομολογίας του Στρασβούργου. Η μελέτη κλείνει με μια προσπάθεια καταγραφής ενδεικτικών τρόπων αντιμετώπισης της αυξημένης διάρκειας της εκκρεμοδικίας που δυστυχώς, παρά τις όποιες νομοθετικές πρωτοβουλίες, εξακολουθεί να υφίσταται.Τεκμήριο Η παθογένεια της αυθαίρετης δόμησης: ζητήματα συνταγματικότηταςΣιέβα, Νικολέττα Χ.; Καραγεώργου, Βασιλική Ι.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α. -; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίο (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Καίριο και πολυδιάστατο για τη χώρα το πρόβλημα της αυθαίρετης δόμησης, λαμβάνον τέτοιες διαστάσεις που αναπόφευκτα το φέρνουν διαρκώς στην επικαιρότητα. Οι συνεχείς απόπειρες «τακτοποίησης» των αυθαιρέτων κατασκευών έρχονται να επισφραγίσουν την αδυναμία της Πολιτείας να χειριστεί το θέμα. Η διοίκηση κωφεύει, η νομοθεσία υπακούει στα κελεύσματα του ταμειακού συμφέροντος και το ΣτΕ προβάλλει ως μοναδική ελπίδα προκειμένου να εμφιλοχωρήσει η νομιμότητα στον πολεοδομικό σχεδιασμό, με εργαλείο του τον έλεγχο της συνταγματικότητας των ανά τακτά χρονικά διαστήματα παραγωμένων νομοθετημάτων. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης θα εξετάσουμε σφαιρικά το ζήτημα της αυθαίρετης δόμησης. Εκκινώντας από μία σύντομη έκθεση του ιστορικό νομοθετικού πλαισίου, ώστε να δούμε τις διαχρονικές επιλογές του νομοθέτη, συνεχίζουμε την ανάλυση των βασικών, αφορωσών στην αυθαίρετη δόμηση, εννοιών. Ακολούθως, αναλύεται πού ερείδεται η προστασία του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, παρατίθεται ο γενικός κανόνας της κατεδάφισης και εξηγείται πότε η κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής είναι συνταγματικά ανεκτή. Εν συνεχεία, ως αναγκαίως συνεχόμενη με το υπό εξέταση θέμα, σχολιάζεται η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με τη συνταγματικότητα των επίμαχων νομοθετημάτων και πώς, τέλος, νομοθεσία και νομολογία διαλέγονται για να διαμορφώσουν την παρούσα πολεοδομική εικόνα. Εν κατακλείδι, παρατίθενται συμπερασματικές σκέψεις επί του συνόλου των τεθειμένων ζητημάτων της παρούσας μελέτης.Τεκμήριο Αστική ευθύνη του δημοσίου από νόμιμες ενέργειες διοικητικών οργάνωνΜιχαλάκη, Ελευθερία Γ.; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Μαρκαντωνάτου-Σκάλτσα, Ανδρομάχη; Καραγεώργου, Βασιλική Ι.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Θέμα αυτής της μεταπτυχιακής εργασίας είναι η αναγνώριση της ύπαρξης αστικής ευθύνης του δημοσίου από νόμιμες ενέργειες των διοικητικών οργάνων. Η ελληνική έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιας μορφής ευθύνης. Ωστόσο, η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δείχνει την τάση αναγνώρισης της ύπαρξης αστικής ευθύνης του δημοσίου από νόμιμες ενέργειες των διοικητικών οργάνων. Το έρεισμά της είναι η διάταξη του άρθρου 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος, που προβλέπει ότι: «Οι έλληνες πολίτες συνεισφέρουν αδιακρίτως στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεών τους». Περαιτέρω, προϋπόθεση αναγνώρισης της ύπαρξης αστικής ευθύνης του δημοσίου από νόμιμες ενέργειες των διοικητικών οργάνων είναι η ιδιαίτερη και σπουδαία βλάβη (ή άλλως η ασυνήθης και ειδική ζημία) που υφίσταται ο διοικούμενος εξαιτίας της νόμιμης ζημιογόνου ενέργειας των διοικητικών οργάνων.Τεκμήριο Ο προσυμβατικός έλεγχος της διοίκησης που αφορά σε περιβαλλοντικά ζητήματα στη δημόσια σύμβαση: τα περιβαλλοντικά κριτήρια ανάθεσης μιας δημόσιας σύμβασηςΠαναγιωτοπούλου, Κυριακή Π.; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Καραγεώργου, Βασιλική Ι.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η διερεύνηση ενός νέου για τη χώρα μας αλλά και για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση εργαλείου, το οποίο σκοπεύει να συμβάλλει στην προστασία και στην αναβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος. Η «πράσινη» δημόσια σύμβαση επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να λαμβάνει υπόψη περιβαλλοντικές παραμέτρους σε όλα τα στάδια για την σύναψη μιας δημόσιας σύμβασης για την προμήθεια προϊόντων, υπηρεσιών και έργων. Το Δικαστήριο της πρώην Ευρωπαϊκής Κοινότητας έκανε το πρώτο βήμα προς την αναγνώριση μιας τέτοιας δυνατότητας, ενώ η οδηγία 2004/18/ΕΚ έθεσε το κανονιστικό πλαίσιο αυτής της δυνατότητας, καθώς όρισε ότι μπορεί να λαμβάνονται υπόψη και άλλα κριτήρια προκειμένου να οδηγηθούμε στην πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά και όχι αποκλειστικά το κριτήριο της προσφερόμενης τιμής. Η νέα οδηγία 2014/24/ΕΕ αν και δεν θέσπισε με υποχρεωτικό τρόπο την ανάγκη συνυπολογισμού οικολογικών παραμέτρων κατά την ανάθεση μιας δημόσιας σύμβασης προχώρησε ένα ακόμα βήμα την οικολογική δημόσια σύμβαση, καταργώντας το κριτήριο της χαμηλότερης τιμής. Τα κράτη μέλη και ιδίως η χώρα μας είναι διστακτικά στην υιοθέτηση του ως άνω εργαλείου αν και τα οφέλη σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πολλά υποσχόμενα. Μένει να φανεί η αποτελεσματικότητά τους και συνακόλουθα η ειλικρίνεια στην εφαρμογή των στόχων της νέας οδηγίας στο πλαίσιο της Στρατηγικής «Ευρώπη 2020».Τεκμήριο Το πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων υπό μορφή αντιστάθμισης για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντοςΤζάντα, Δήμητρα Ν.; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Μαρκαντωνάτου-Σκάλτσα, Ανδρομάχη; Καραγεώργου, Βασιλική Ι.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος συνιστούν βασική συνιστώσα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, καθώς διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο για τη διασφάλιση της κοινωνικής, οικονομικής και εδαφικής συνοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα η Συνθήκη της Λισσαβώνας υπογραμμίζει τη σημασία των εν λόγω υπηρεσιών μέσω του άρθρου 14 καθώς και του Πρωτοκόλλου υπ΄αριθμόν 26 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προκειμένου οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος να παρέχονται υπό αποδεκτούς οικονομικούς όρους, απαιτείται συχνά κρατική οικονομική στήριξη υπό τη μορφή αντιστάθμισης για την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας. Η παροχή αυτών των υπηρεσιών διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών καθώς εξαρτάται από την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο και επηρεάζεται από τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και συνεπώς εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου. Ως υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος νοούνται οικονομικές δραστηριότητες με γενικό δημόσιο όφελος βάσει κριτηρίου γενικού συμφέροντος, οι οποίες δεν ήταν δυνατό να παρασχεθούν από την αγορά χωρίς την παρέμβαση του κράτους. Οι δημόσιες αρχές του κράτους, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στον προσδιορισμό των υπηρεσιών εκείνων που δύναται να χαρακτηρισθούν ως γενικού οικονομικού συμφέροντος, η οποία τελεί υπό τους περιορισμούς που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης καθώς και ο έλεγχος του προδήλου σφάλματος στον οποίο προβαίνει η Επιτροπή εκτιμώντας το κατά πόσο μία υπηρεσία μπορεί να παρασχεθεί από την αγορά και κατά πόσο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως γενικού οικονομικού συμφέροντος. Η εξέλιξη της σχετικής νομολογίας φαίνεται να ακολούθησε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις μέχρι να καταλήξει στην ενδιάμεση – quid pro quo- προσέγγιση στην καθοριστικής σημασίας Απόφαση Altmark. Η πρώιμη διερεύνηση του ζητήματος από το Δικαστήριο το οδήγησε να ακολουθήσει την αποζημιωτική προσέγγιση υποστηρίζοντας ότι στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης υπάγεται κάθε είδους πλεονέκτημα που χορηγεί το δημόσιο σε κάθε είδους επιχείρηση αλλά αρνείται την υπαγωγή των κρατικών αντισταθμίσεων για την παροχή ΥΓΟΣ στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης εφόσον το εν λόγω βοήθημα απλώς καλύπτει το έλλειμμα που υφίσταται μία επιχείρηση επιφορτισμένη με την παροχή ΥΓΟΣ. Αντίθετα, βάσει της προσέγγισης που προτάσσει την προστασία του ανόθευτου ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο χαρακτηρισμός του κρατικού μέτρου είναι αντικειμενικός και ως εκ τούτου, η χορήγηση αντισταθμίσματος για την παροχή ΥΓΟΣ εντάσσεται καταρχήν στην έννοια της κρατικής ενίσχυσης ανεξαρτήτως αιτίας ή σκοπού. Τελικώς, η νομολογία, κατά την στάθμιση της ανάγκης μεταξύ αφενός επαρκούς και αποτελεσματικής παροχής δημόσιας υπηρεσίας και αφετέρου προστασίας του ανταγωνισμού, η λύση πρέπει να δίδεται ad hoc, εξετάζοντας ενδελεχώς τα ιδιαίτερα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Υπόθεση Altmark έκρινε ότι οι κρατικές αντισταθμίσεις για την παροχή ΥΓΟΣ δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 ΣΛΕΕ, υπό ορισμένες όμως περιοριστικές, σωρευτικά εφαρμοζόμενες προϋποθέσεις, αποκλείοντας καταρχήν την εφαρμογή του άρθρου 106 παρ. 2 ΣΛΕΕ για τη δικαιολόγηση των αντισταθμίσεων που δεν πληρούν τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Η εν λόγω υπόθεση υπήρξε ως εκ τούτου καθοριστικής σημασίας για τον ορισμό των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Μετά την αναθεώρηση της δέσμης κρατικών ενισχύσεων στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ – Δέσμη post-Altmark), από 30.01.2012 άρχισε να ισχύει το νέο πλαίσιο της Ε.Ε για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Η νέα δέσμη των κανόνων για τις ΥΓΟΣ καθορίζει τους όρους συμβατότητας ενισχύσεων υπό μορφή αντιστάθμισης για παροχή δημόσιας υπηρεσίας, όταν οι δημόσιες αρχές των κρατών μελών αποφασίσουν να συγκροτήσουν και να χρηματοδοτήσουν ΥΓΟΣ μέσω κρατικής ενίσχυσης. Τα κράτη μέλη, κατ’ εφαρμογή της νέας δέσμης κανόνων για τις ΥΓΟΣ, υποχρεούνται αφενός να ενημερώσουν κατά πόσον έχουν οποιαδήποτε υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων όσον αφορά την αντιστάθμιση για παροχή δημόσιας υπηρεσίας τα οποία πρέπει να ευθυγραμμιστούν με το νέο πλαίσιο ΥΓΟΣ και αφετέρου, να υποβάλουν στην Επιτροπή έως 30 Ιουνίου 2014 την πρώτη Έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του νέου πλαισίου για τις ΥΓΟΣ (άρθρο 9 της Απόφασης ΥΓΟΣ και παρ. 62 του Πλαισίου ΥΓΟΣ).Τεκμήριο Η επίδραση του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Ελληνικό ΣύνταγμαΤσιγάρα, Ελισσάβετ Χ.; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α.; Φουντεδάκη, Πηνελόπη Ν.; Μουκίου, Χρυσούλα Π.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2013)Το κείμενο του Συντάγματος θεωρείται ότι έχει μία ιδιαίτερη τυπική ιδιότητα, διαθέτει αυξημένη τυπική δύναμη, έχει δηλαδή απέναντι σε όλους τους νόμους και σε όλες τις κρατικές πράξεις μια τυπική υπεροχή. Το άρθρο 28 του Συντάγματος περιλαμβάνει τους διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα εκφράζει συνταγματικώς έγκυρα τη βούληση της να δεσμευτεί συμβατικά σε διεθνές επίπεδο. Από την άλλη το Ευρωπαϊκό δίκαιο είναι μία έννοια η οποία εμπεριέχει ένα ευρύ σύνολο θεσμών και έννομων τάξεων. Βασίζεται στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας στην Ευρώπη και στηρίζεται κυρίως σε δύο οργανισμούς: την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Στην εν λόγω εργασία θα εξεταστούν διεξοδικά πέντε υποθέσεις οι οποίες έδειξαν στην πράξη την επίδραση του ελληνικού Συντάγματος από το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι υποθέσεις θα εξεταστούν στο πλαίσιο της μεθόδου «μελέτη περιπτώσεων» (case study), ώστε να αποκτήσει μία πιο συγκεκριμένη οπτική γωνία η θεωρητική «σύγκρουση». Οι αποφάσεις των Ελληνικών Δικαστηρίων, του ΔΕΕ, του ΕΔΔΑ θα αποτελέσουν το πεδίο έρευνας για να ανιχνευτεί η βαθύτερη σημασία αυτής της επίδρασης. Οι περιπτώσεις θίγουν διαφορετικά αντικείμενα αλλά όλα τα αντικείμενα θίγουν τη σχέση του Ευρωπαϊκού δικαίου με το ελληνικό Σύνταγμα.Τεκμήριο Tο «κούρεμα» των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου (PSI): νομικά ζητήματα, συνέπειες και προεκτάσειςΠέτρου, Παρασκευή Γ.; Μπώλος, Άγγελος Π.; Δούβλης, Βασίλης Α.; Ρούσσης, Δημήτριος Κ.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015)Το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους αποτέλεσε την μεγαλύτερη μέχρι σήμερα αναδιάρθρωση κρατικού χρέους και την πρώτη περίπτωση αναδιάρθρωσης χρέους για κράτος – μέλος της Ευρωζώνης. Ορισμένα από τα προβληματικά σημεία της διαδικασίας τέθηκαν στην κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας με αιτήσεις ακυρώσεως που άσκησαν μη συναινέσαντες κάτοχοι ομολόγων. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία συνοπτική αναφορά στα κυριότερα νομικά ζητήματα που ανέδειξε το εγχείρημα του PSI τόσο από άποψη δημοσίου όσο και από άποψη ιδιωτικού δικαίου. Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται μία πολύ συνοπτική ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του ελληνικού χρέους με έμφαση στα δεδομένα που χρησιμεύουν για να κατανοήσουμε στη συνέχεια τα νομικά ζητήματα της διαδικασίας. Η συνοπτική ιστορική αναδρομή κλείνει με την αναφορά στις κομβικής σημασίας αποφάσεις του Eurogroup και την δομή του ν. 4050/2012, που αποτελεί τον σκελετό της διαδικασίας του PSI. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύονται τα νομικά ζητήματα του «κουρέματος» από άποψη δημοσίου και ευρωπαϊκού δικαίου και οι βάσεις των αξιώσεων των θιγέντων επενδυτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Η προσβολή των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγέντων επενδυτών, η αμφίβολη αναλογικότητα και η προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι τα προεξέχοντα νομικά ζητήματα που εξετάζονται με παράλληλη αναφορά και σχολιασμό των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στην προστασία των επενδυτών στο πλαίσιο του δικαίου της κεφαλαιαγοράς με έμφαση στον επενδυτή καταναλωτή -«μικροομολογιούχο». Θα αξιολογήσουμε τη συμπεριφορά των επενδυτικών συμβούλων (ΠΙ και ΕΠΕΥ) στο πλαίσιο της αγοράς ΟΕΔ υπό το πρίσμα των γενικών διατάξεων, των ειδικότερων διατάξεων της MiFID και των διατάξεων του ν. 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή. Στην αξιολόγηση βοηθά σημαντικά η νομολογία της τελευταίας πενταετίας για τα ομόλογα Lehman Brothers. Στο τέταρτο κεφάλαιο γίνεται μία αδρομερής αναφορά στις αναδιαρθώσεις χρέους της Ρωσίας και της Αργεντινής με έμφαση στις σημαντικότερες δικαστικές διαμάχες από τις οποίες αντλούμε χρήσιμα στοιχεία για την αντιμετώπιση των διαφορών των θιγέντων επενδυτών με τα κράτη – εκδότες. Στην εμπειρία της Αργεντινής αναφερόμαστε και στο ρόλο των διεθνών κερδοσκοπικών funds, που, όμως, είναι πιο περιορισμένος ή πιο σιωπηλός στην περίπτωση του ελληνικού «κουρέματος». Τέλος, καταλήγουμε σε συμπερασματικές παρατηρήσεις και αναδεικνύουμε τις σημαντικότερες προεκτάσεις του PSI.Τεκμήριο Ο θεσμός της διαιτησίας και της διαμεσολάβησης στο αθλητικό δίκαιοΚαμπουρίδης, Δημήτριος Σ.; Μπώλος, Άγγελος Π.; Δούβλης, Βασίλης Α.; Βασιλόπουλος, Σωτήριος Η.; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στο οικοδόμημα του Αθλητισμού αποτελεί ο τρόπος επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν από την εφαρμογή των κανόνων δικαίου στο αθλητικό γίγνεσθαι. Ο αθλητισμός είναι ένας κόσμος ο οποίος εδρεύει εντός οργανωμένης κοινωνίας, θεσπισμένος χάριν δημοσίου κυρίως σκοπού. Οι συγκρούσεις και οι διαφορές που αναφύονται στο πεδίο του θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με γνώμονα τα αθλητικά και φίλαθλα ήθη καθώς επίσης της ιδέας του αθλητισμού. Παράλληλα, ο αθλητισμός σήμερα θεωρείται έδαφος πρόσφορο για την ανάπτυξη ευρείας οικονομικής δραστηριότητας, αναπτυσσομένης κατά κύριο λόγο από σωματεία και Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου τα οποία αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Συνεπώς, η ταχεία επίλυση της διαφοράς η οποία ωστόσο θα εναρμονίζεται παράλληλα με τις αρχές της ορθής δίκης αποτελεί σκοπούμενο και προαπαιτούμενο του δικαιοδοτικού μηχανισμού. Τα χαρακτηριστικά του θεσμού της Διαιτησίας φαίνεται πως ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούν τα αθλητικά όργανα απονομής δικαιοσύνης ώστε να κρίνονται αποτελεσματικά. Για τον λόγο αυτό, ο εν λόγω θεσμός εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στην επίλυση των διαφορών τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο με πρότυπο ομαλούς λειτουργίας και εκφραστή της λεγόμενης lex sportiva το C.A.S, χωρίς ωστόσο να ελλείπουν οι προβληματισμοί ως προς το αν στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε ex lege θεμελίωση αναγκαστικής Διαιτησίας. Παράλληλα, ο θεσμός της διαμεσολάβησης, ο οποίος συνιστά μια αποτελεσματική μέθοδο εναλλακτική επίλυσης διαφορών παρέχει μια επιπρόσθετη δυνατότητα για την πληρέστερη αντιμετώπιση των αθλητικών διαφορών. Παρά το γεγονός αυτό εντούτοις, η αθλητική διαμεσολάβηση σε εθνικό επίπεδο θεωρείται terra incognita. Η ορθή ενσωμάτωση των ανωτέρω θεσμών στο νέο αθλητικό νόμο, του οποί-ου επίκειται η ψήφιση στο προσεχές μέλλον, θα αποτελέσει έρεισμα και εφαλτήριο για την προοδευτική βελτίωση των κακώς κειμένων στον αθλητικό χώρο.Τεκμήριο Ζητήματα αρμοδιότητας της Ε.Ε σε επίπεδο θέσπισης εφαρμογής και ερμηνείας ποινικών κανόνων: το παράδειγμα των οδηγιών 2010/64 και 2012/13 Ε.ΕΤαγκλή, Κωνσταντίνα Α.; Τσόλκα, Όλγα Β.; Καντιάνης, Αναστάσιος; Κανελλοπούλου-Μαλούχου, Μαρία-Νέδα Α; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2014)Οι σχέσεις μεταξύ ενωσιακού ποινικού δικαίου και ποινικού δικαίου των κρατών μελών. Η εξουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θεσπίζει ποινικούς κανόνες. Το νομοθετικό εργαλείο της Οδηγίας. Η ερμηνεία του ενωσιακού ποινικού δικαίου από τα εθνικά συστήματα. Η ενσωμάτωση των οδηγιών 201/64 και 2012/13 στην ελληνική έννομη τάξη. Οι αλλαγές μετά τη συνθήκη της Λισαβόνας. Οι αρχές του ενωσιακού ποινικού δίκαιο. Τα άρθρα 82 και 83 της ΣΛΕΕΤεκμήριο Δημοσιότητα της δίκης και προσωπικά δεδομέναΖαχαρή, Σοφία Β.; Χάνος, Αντώνιος; Αραβαντινός, Βασίλειος Θ.; Σοφός, Θεμιστοκλής; Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2015-04-29)Η δημοσιότητα της δίκης μπορεί να λάβει χώρα είτε άμεσα, επιτρεπομένης της παρουσίας οποιουδήποτε προσώπου κατά την διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο, είτε έμμεσα, δηλαδή μεταδιδομένων των όσων διαδραματίζονται στην αίθουσα του δικαστηρίου σε τρίτα πρόσωπα με διάφορους τρόπους (κυρίως μέσω της αναμετάδοσής τους από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.) Η δημοσιότητα αυτή αναμφισβήτητα εξυπηρετεί κοινωνικοπολιτικούς σκοπούς καθώς όχι μόνον εξασφαλίζει διαφάνεια στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης αλλά ικανοποιεί θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα πληροφόρησης και το δικαίωμα της έκφρασης διασφαλίζοντας το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Επιπρόσθετα η δημοσιότητα εμφανίζεται σε όλα τα στάδια της δικανικής διαδικασίας και μ’ αυτόν τον τρόπο εξυπηρετεί σκοπούς ενημέρωσης αλλά και δημόσιας ασφάλειας αφού διαθέτει εγκληματοπροληπτικό ρόλο στο μέτρο που διευκολύνει συλλήψεις ή καταδιώξεις στα πλαίσια π.χ μίας ποινικής δίκης. Παρά ταύτα, αν και με την διαδικασία της δημοσιότητας διασφαλίζονται εγγυήσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να απειλούνται δικαιώματα προσώπων, πολλές φορές και ευαίσθητων, αφού η δημοσίευση προσωπικών στοιχείων στα πλαίσια μίας δίκης μπορεί να εκθέσει το πρόσωπο σημαντικά ενδεχομένως και ανεπανόρθωτα και να προκαλέσει δυσμενέστατες επιπτώσεις στην προσωπικότητα, την ιδιωτική ζωή του και τα προσωπικά του δεδομένα. Προς τούτο, αν και η δημοσιότητα της δίκης κατοχυρώνεται συνταγματικά ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου σε όλες τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες, εντούτοις αυτή περιορίζεται ή και αποκλείεται όταν τούτο κρίνεται απαραίτητο και πάντοτε αφού προηγουμένως σταθμιστούν τα συγκρουόμενα δικαιώματα σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένης και της ιδιαιτερότητας της εκάστοτε περιπτώσεως. Με άλλα λόγια, όταν η εν λόγω δημοσιότητα κριθεί επιβλαβής, παραβιάζει δικαιώματα ή προσβάλλει υπέρτατες αξίες και ως εκ τούτου δημιουργεί αρνητικές καταστάσεις, οι οποίες ουδόλως συνάδουν με τους επιτελούμενους υπ’ αυτής σκοπούς, τότε επιβάλλεται η νομοθετική ή η νομολογιακή παρέμβαση, προκειμένου να ρυθμιστεί η σύγκρουση και να βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα στις αρχές του κράτους δικαίου και στην υπέρτατη αξία της προσωπικότητας του ανθρώπου.
